«Η επανάσταση έχει νικήσει. Έχει νικήσει η επανάσταση;»

Ερνστ Τόλλερ: Ήμουν ένας Γερμανός – Η αυτοβιογραφία ενός επαναστάτη
(μτφ. Μιλτιάδης Αργυρόπουλος, εκδ. Ερατώ, 2016)

athanasiou

 

Ο, γεννημένος το 1893, Ερνστ Τόλλερ υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς εξπρεσιονιστές ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς των αρχών του 20ού αιώνα, ο οποίος ταυτόχρονα είχε έντονη συμμετοχή στα ριζοσπαστικά πολιτικά εγχειρήματα της εποχής. Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Ήμουν ένας Γερμανός», αποτυπώνει όλη εκείνη την κρίσιμη περίοδο, λίγο πριν και στις αρχές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Η αφήγηση του Τόλλερ τελειώνει το 1924, έχοντας αρχίσει από την παιδική του ηλικία, αλλά η κύρια έμφασή του είναι στις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, μάχες και εξελίξεις εκείνης της εποχής: «σε αυτό το βιβλίο δεν παρουσιάζεται μόνο η δική μου νιότη, αλλά η νιότη μιας γενιάς», λέει στον πρόλογο του βιβλίου, που είναι γραμμένος το 1933, «ανήμερα του εμπρησμού των βιβλίων μου στη Γερμανία».

«Ο πόλεμος με έκανε αντιπολεμιστή»

Από την παιδική του ηλικία θυμάται τα τραύματα επειδή είναι Εβραίος («γιατί είμαστε Εβραίοι;» ρωτάει απελπισμένος τη μητέρα του), τις εμπειρίες του στο σχολείο («αλίμονο στον μαθητή που θα τολμήσει να γράψει τις δικές του σκέψεις, σταμπάρεται ως ύποπτος, ως αναρχικός»), τα πρώτα του διαβάσματα («αγαπώ τα βιβλία που απαγορεύει το σχολείο»).
Όταν το 1914 ξέσπασε ο πόλεμος, ο Τόλλερ κατατάχτηκε εθελοντής. Στο μέτωπο γνωρίζει τη φρίκη στις λάσπες των χαρακωμάτων. Αρχίζει να γράφει τα πρώτα αντιπολεμικά ποιήματα. «Δεκατρείς μήνες μένω στο μέτωπο, τα μεγάλα συναισθήματα στομώνουν», γράφει, καθώς έχει πλέον μεταστραφεί σε εντελώς πασιφιστικές θέσεις. Κρίνεται ακατάλληλος για υπηρεσία και αρχίζει τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Μονάχου.
Στο βιβλίο θυμάται τις συναντήσεις του με τον Μαξ Βέμπερ, τον Τόμας Μαν (του διαβάζει ποιήματά του και ο Μαν λέει «Χμ» – «άραγε σημαίνει έπαινο, σημαίνει ψόγο;» αναρωτιέται ο Τόλλερ) και τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε («εδώ και χρόνια δεν έχω γράψει στίχους, ο πόλεμος μου έκλεισε το στόμα»), αλλά και τους ποιητές που τους έχει μπερδέψει «ο πυρετός των καιρών» και συνθέτουν πολεμικούς ύμνους.
Σε αυτούς που τους αποκαλούν «ειρηνιστές εγκληματίες» και «αναξιοπρεπείς ειρηνιστές», ο Τόλλερ απαντά «ο πόλεμος με έκανε αντιπολεμιστή», ενώ ταυτόχρονα συνδέει τις αντιπολεμικές του ιδέες με διεθνιστικά («κανένας λαός δεν είναι αληθινά ελεύθερος χωρίς την ελευθερία των γειτόνων του») και αντικαπιταλιστικά προτάγματα («το ζήτημα της πολεμικής υπαιτιότητας ωχριά μπροστά στην ευθύνη του καπιταλισμού»). Όταν ξεσπά η γενική απεργία με σύνθημα «ειρήνη» και αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτες απεργιακές επιτροπές, ο Τόλλερ συμμετέχει ενώ ταυτόχρονα μοιράζει στις απεργιακές συγκεντρώσεις τα αντιπολεμικά του ποιήματα Συλλαμβάνεται, επιστρατεύεται ξανά, δικάζεται.
Ενώ στο μέτωπο οι στρατιώτες αρνούνται να πολεμήσουν, ο Τόλλερ, που έχει τοποθετηθεί σε τάγμα εφεδρείας, εγκλείεται στην ψυχιατρική κλινική του Μονάχου. Πρώτοι στασιάζουν οι ναύτες του στόλου, «τα γαλάζια αγόρια του Κάιζερ», «η γερμανική επανάσταση έχει ξεκινήσει», «η αυτοκρατορική σημαία υποστέλλεται, η κόκκινη σημαία υψώνεται, από το μπαλκόνι του μεγάρου ο Λίμπκνεχτ εξαγγέλλει τη γερμανική σοσιαλιστική δημοκρατία». Ο Τόλλερ, όμως, αναρωτιέται αν ο λαός ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο: «ήταν επανάσταση αυτό που ήθελε; Ειρήνη ήθελε. Δίχως μάχη έπεσε στα χέρια του η εξουσία. Θα μάθει πώς να την διατηρήσει;»

Η αμφισβήτηση κάθε βεβαιότητας

Ο Τόλλερ αντιλαμβάνεται και μιλάει για όλες τις εσωτερικές έριδες, τα λάθη, τον κακό συσχετισμό δυνάμεων, την έλλειψη σχεδιασμού και οργάνωσης, τον κίνδυνο από τις ιδεολογικές ήττες: «Στις 4 Αυγούστου του 1914, την πρώτη μέρα του πολέμου, η Δεύτερη Διεθνής διαλύθηκε. Η ιδέα του διεθνισμού δεν μπόρεσε να αντισταθεί στη μέθη του εθνικισμού, ο σωβινισμός θριάμβευσε, η πατρίδα δεν ήταν πια η ανθρωπότητα αλλά το καπιταλιστικό κράτος».
Το ξέσπασμα της επανάστασης στη Γερμανία, στα τέλη Οκτωβρίου, αρχές Νοεμβρίου 1918, το ακολουθούν η ήττα, η βάρβαρη καταστολή, η δολοφονία των Λίμπκνεχτ, Λούξεμπουργκ, Γιόγκισες και εκατοντάδων άλλων αγωνιστών. Λίγο μετά, στην πρώτη φάση της σύντομης Βαυαρικής Σοβιετικής Δημοκρατίας («ψευδοσοβιετικής», αρχικά, κατά το ΚΚ), ο Τόλλερ υπήρξε για λίγο πρόεδρος του κεντρικού της συμβουλίου. (Κάπου εκεί μπορεί να συνάντησε και τον σπουδαίο συγγραφέα-φάντασμα B. Traven –τον συγγραφέα βιβλίων όπως «Ο θησαυρός της Σιέρα Μάδρε» ή «Το πλοίο των νεκρών»– αν βέβαια ισχύει ότι πίσω από το ψευδώνυμο αυτό κρυβόταν ο αγωνιστής Ret Marut, που είχε παίξει κεντρικό ρόλο στη Βαυαρική Σοβιετική Δημοκρατία.)
Ισχυρό όπλο στη σκέψη του Τόλλερ η αμφισβήτηση κάθε βεβαιότητας («Η επανάσταση έχει νικήσει. Έχει νικήσει η επανάσταση;»), η σκληρή, βασανιστική αυτοκριτική («θα έπρεπε να είχαμε ενημερώσει πρωτύτερα τον λαό για την πραγματική ισορροπία δυνάμεων στη Γερμανία, το ότι δεν το κάναμε ήταν δικό μας φταίξιμο»), η επίγνωση των ορίων και των δυσκολιών («τα μεγαλόστομα σοσιαλιστικά οικονομικά προγράμματα μένουν στα χαρτιά, η δυσαρέσκεια των εργατών φουντώνει, είχαν ελπίσει πως η επανάσταση θα τους έφερνε άμεση βοήθεια, θέλουν να αισθανθούν την καθημερινότητα να αλλάζει προς το καλύτερο»).
Μετά την ήττα, ο Τόλλερ καταδικάζεται σε πέντε χρόνια κάθειρξη («θα πρέπει να μου αναγνωρίσετε το δικαίωμα να εκλάβω την ετυμηγορία αυτή όχι ως ετυμηγορία δικαίου, αλλά ως ετυμηγορία εξουσίας»).
Το 1933, ενώ η Γκεστάπο τον ψάχνει για να τον συλλάβει, αυτοεξορίζεται από τη Γερμανία, ενώ με την άνοδο των ναζί τού αφαιρέθηκε η γερμανική υπηκοότητα και τα βιβλία του κατέληξαν στην πυρά. Ζώντας στις ΗΠΑ, δραστηριοποιείται μαχητικά υπέρ των Δημοκρατικών στον Ισπανικό Εμφύλιο, ενώ το 1937 μαθαίνει ότι τα αδέλφια του κλείστηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από τους ναζί. Τον Μάιο του 1939 αυτοκτόνησε στη Νέα Υόρκη.
Όταν το έργο του δεχόταν κριτικές ότι δεν είναι «αμερόληπτο», ο Τόλλερ έγραφε: «Τι ονομάζει ο αστός κριτικός αμερόληπτο; Εκείνο το άθροισμα απόψεων, συναισθηματικών αντιδράσεων και διαπιστώσεων που νομιμοποιούν πνευματικά το υπάρχον καθεστώς εξουσίας».
Ο Τόλλερ ήταν ένας αγωνιστής που είχε καταλήξει να λέει «είμαι ξένος στη Γερμανία». Η πορεία της ζωής του είναι κομμάτι της μεγάλης περιπέτειας του επαναστατικού κινήματος στην Ευρώπη εκείνης της εποχής, με όλο το μεγαλείο και το δράμα της. Στις σελίδες του βιβλίου του (ενός βιβλίου που, λόγω ύφους και δομής, δεν είναι πάντα εύκολα προσπελάσιμο – «αφιλόξενο» το αποκαλεί στο επίμετρο ο μεταφραστής) μιλάει με συγκινητική δύναμη και τόλμη τόσο για τις ελπίδες και τις νίκες όσο και για τις ήττες, τα λάθη, τις ψευδαισθήσεις και τις διαψεύσεις που έζησε εκείνη η γενιά στη νιότη της.

Κώστας Αθανασίου