Η επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος

 

Του Δημήτρη Ραπίδη

Εφτασε η ώρα του δημοψηφίσματος για τη συνταγματική αναθεώρηση στην Τουρκία. Η περίοδος της διακυβέρνησης Ερντογάν, που ξεκίνησε με ελπίδα και θετική ορμή στις αρχές του 2000, βρίσκεται τώρα σε μια νέα μεταβατική φάση, έχοντας περάσει και ενσωματώσει πολλά στοιχεία αυταρχικής διακυβέρνησης και ακραίου λαϊκισμού που άρχισαν να εμποτίζουν την καθημερινή διαχείριση της πολιτικής εξουσίας στη χώρα την τελευταία πενταετία.
Στις 16 Απριλίου η Τουρκία γυρίζει σελίδα, και πολλά από τα κεφάλαια αυτού του νέου βιβλίου, που θα έχει και πάλι την υπογραφή του Ερντογάν, παραμένουν ανεξερεύνητα. Θα επιχειρήσουμε σύντομα και περιεκτικά, να συγκεντρώσουμε τις σκέψεις μας για την επόμενη ημέρα, μέσα από μια σειρά ερωτήσεων και απαντήσεων.

Το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης

Η μετάβαση από την κοινοβουλευτική δημοκρατία στην προεδρική δημοκρατία αποτελεί τη βασική πρόταση του προέδρου Ερντογάν και της κυβέρνησης του ΑΚP για τη συνταγματική αναθεώρηση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ερντογάν θα μπορεί να διεκδικήσει την επανεκλογή του για δύο ακόμη θητείες, κάτι που σημαίνει ότι εάν κερδίσει τις εκλογές του 2019 και 2024, θα μπορέσει να παραμείνει στη θέση του μέχρι το 2029. Μακρινό και ίσως αβέβαιο σενάριο, ωστόσο ρεαλιστικό με τα τωρινά δεδομένα που επικρατούν στο πολιτικό σκηνικό της Τουρκίας.
Οι βασικές προτάσεις της συνταγματικής αναθεώρησης αφορούν στην αύξηση των βουλευτών από 550 σε 600, στη μείωση του κατώτατου ορίου ηλικίας εκλογής στην Εθνοσυνέλευση στα 18 έτη, στη διατήρηση διακριτών δεσμών και σχέσεων του προέδρου με το κόμμα του, στο διορισμό του υπουργικού συμβουλίου από τον πρόεδρο, στην κατάργηση των στρατιωτικών δικαστηρίων. Συνολικά, εκείνο που διασφαλίζεται με την αναθεώρηση είναι μια «τεχνητή πολιτική ομαλότητα» σε μια χώρα με έντονη την παρεμβατικότητα του στρατού στα πολιτικά πράγματα, μέσα όμως από μια υπερσυγκεντρωτική και προσωποποιημένη διοίκηση, η οποία στην παρούσα φάση εκφράζεται από τον Ερντογάν.

Τα στρατόπεδα του «Ναι» και του «Όχι»

Το ισλαμοκεντρικό και συντηρητικό ΑΚΡ μαζί τουλάχιστον με το μεγαλύτερο τμήμα των ψηφοφόρων του κοσμικού και εθνοκεντρικού ΜΗΡ θα ψηφίσουν «Ναι». Επίσης, ένα τμήμα των Κούρδων αναμένεται να στραφεί υπέρ της συνταγματικής αναθεώρησης, κυρίως Κούρδοι μεγαλύτερης ηλικίας, και όχι τα πλέον δυναμικά στρώματα.
Με το στρατόπεδο του «Όχι» συντάσσονται το ρεπουμπλικανικό CHP, αριστερές ομάδες και μικρότερα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα, αλλά και ένα πολύ σημαντικό τμήμα των ψηφοφόρων που στηρίζει το διωκόμενο, πλην κοινοβουλευτικά εκλεγμένο HDP.
Το κομμάτι των αναποφάσιστων και των λεγόμενων «μετακινούμενων ψηφοφόρων» (10-13%), πολιτικά απάτριδων και κριτικά διακείμενων προς κάθε πολιτική εξουσία, μπορεί να καθορίσει είτε το άνοιγμα της ψαλίδας υπέρ του «Ναι», είτε περισσότερο πιθανό, την αύξηση του ποσοστού του «Όχι». Είναι αρκετά επίφοβο να προβλέψουμε τη μετακίνηση και τελική επιλογή των ψηφοφόρων, αφενός γιατί πρόκειται για μια πρωτόγνωρη διαδικασία για την Τουρκία, αφετέρου γιατί έχει αναπτυχθεί μια έντονη και σιωπηρή δυναμική ενάντια στις πολιτικές Ερντογάν στο εσωτερικό μέτωπο, ειδικά μετά το πραξικόπημα του περασμένου Ιουλίου και τις μαζικές διώξει της κυβέρνησης.

Το εργαλείο της εθνικιστικής ρητορικής

Τόσο το ΑΚΡ όσο και το CHP, μολονότι εκκινούν από διαφορετική ιδεολογική αφετηρία, πλειοδοτούν εσχάτως στην εθνικιστική ρητορική, κυρίως με αναφορά στις δήθεν «χαμένες πατρίδες» σε Αιγαίο και Ιράκ. Η στρατηγική αυτή δεν ευνοεί το κεμαλικό CHP, καθότι συσπειρώνει την εθνικιστική πτέρυγα του κυβερνώντος, ενώ όπως δείχνουν και οι περισσότερες ανεξάρτητες δημοσκοπήσεις, η εσωτερική πολιτική κατάσταση, και όχι οι αλυτρωτικές πολιτικές ή η δαιμονοποίηση της Ευρώπης, είναι εκείνη που καθορίζει και επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό την επιλογή του εκλογικού σώματος. Η στρατηγική της πόλωσης που ακολουθεί ο Ερντογάν με κράτη-μέλη της ΕΕ, έχει αποδείξει μέχρι τώρα ότι δεν ενισχύει δημοσκοπικά το ΑΚΡ και το στρατόπεδο του «Ναι», ούτε όμως διαφοροποιεί σημαντικά και την απόδοση του «Όχι».

Τι σηματοδοτεί η επικράτηση του «Ναι» ή του «Όχι»

Η επικράτηση του «Ναι» σίγουρα θα αποτελέσει μια σπουδαία νίκη για τον Ερντογάν, καθώς θα ισχυροποιήσει τη θέση του στο εσωτερικό, εκκινώντας μια νέα —συνταγματικά και πολιτικά— εποχή για τον ίδιο και την Τουρκία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα παραμείνει στην εξουσία και θα συνεχίσει να καταγάγει νίκες μέχρι το 2024. Η φθορά που έχει υποστεί είναι σημαντική, και ένας από τους βασικούς λόγους που παραμένει αδιαφιλονίκητος ηγέτης στην τουρκική πολιτική σκηνή είναι η έλλειψη ενός χαρισματικού ηγέτη, τόσο εντός του κόμματός του, όσο και στην αντιπολίτευση, με ισχυρά ερείσματα και στο εξωτερικό. Ο Ντεμιρτάς, με τη ρητορική του δεινότητα και το λαϊκό όσο και κοσμοπολίτικο προφίλ του, είχε πολλά από τα στοιχεία ενός λαοφιλούς ηγέτη, ωστόσο η δικαστική του δίωξη αποδυναμώνει το ρόλο που θα μπορούσε να αναλάβει, παρά τις πολύ μεγάλες προσπάθειες του ΗDP για πολιτικές συνέργειες και οικοδόμηση σχέσεων με την Αριστερά και τη Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη.
Η επικράτηση του «Όχι» θα ανάγκαζε τον Ερντογάν και την κυβέρνηση να προκηρύξουν πρόωρες εκλογές υπό το δίλημμα της αστάθειας και της θεσμικής νομιμοποίησης. Πρόωρες εκλογές θα μπορούσαν να αποτελέσουν ακόμη και αφορμή για να κηρυχθεί το HDP εκτός νόμου, κάτι που θα αναζωπύρωνε τις εντάσεις και τις συγκρούσεις στις νοτιοανατολικές περιοχές της χώρας με έντονο το κουρδικό στοιχείο, επιτρέποντας στον Ερντογάν να πολώσει την ατμόσφαιρα και να θέσει εκβιαστικά διλήμματα στο εκλογικό σώμα, στοχοποιώντας τους Κούρδους, συνδέοντάς τους συλλήβδην με την τρομοκρατία, και ζητώντας ισχυρή εντολή για να κυβερνήσει και να εξασφαλίσει την τάξη και την ασφάλεια στη χώρα.
Ωστόσο, ακόμα και με επικράτηση του «Ναι», η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί, προκειμένου να εφαρμοσθούν άμεσα οι διατάξεις της συνταγματικής αναθεώρησης.

Το μέλλον των ευρω-τουρκικών σχέσεων

Οι διμερείς σχέσεις είναι ιδιαίτερα τεταμένες, τόσο μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου 2016 όσο και έπειτα από την άκρως επιθετική και μισαλλόδοξη ρητορική του Ερντογάν, με αφορμή τις απαγορεύσεις συγκεντρώσεων υπέρ του «Ναι» σε Ολλανδία και Γερμανία. Στην παρούσα φάση, το μόνο που συνδέει την Τουρκία με την ΕΕ είναι η συμφωνία για το προσφυγικό, με την πολιτική του ΑΚΡ να απομακρύνει τη χώρα από την ευρωπαϊκή πορεία.
Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διακρίνουμε ποια θα είναι τα επόμενα βήματα, ωστόσο η μεν Τουρκία δείχνει να απομακρύνεται από την Ευρώπη, ενώ οι εκλογικές αναμετρήσεις σε Γαλλία, και ιδιαίτερα στη Γερμανία, «παγώνουν» κάθε πιθανή πρόθεση αλλαγής των συσχετισμών ή αναθεώρησης συνολικά της ενταξιακής πορείας. Σημαντικό, τέλος, να τονίσουμε ότι στην παρούσα φάση, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος στο δημοψήφισμα, η συμβολή της Τουρκίας στην επίλυση του Κυπριακού δεν είναι ικανοποιητική, γεγονός που απομακρύνει ακόμη περισσότερο την αναζήτηση ενός «κοινού τόπου» για την προσπάθεια επανέναρξης ενός στοιχειώδους διαλόγου.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης
είναι πολιτικός αναλυτής
και επικοινωνιολόγος.