Η «ιδιοκτησία» του μεταρρυθμιστικού προγράμματος

thoeria3

Tου Κώστα Πουλάκη

Μεταρρύθμιση. Μια λέξη που (θα έπρεπε να) σηματοδοτεί την εξέλιξη, την αλλαγή, την προσπάθεια ενός κράτους, μιας κοινωνίας να διορθώνει τα κακώς κείμενα εντός της, να συμβαδίζει με την εποχή της και, κυρίως, να υλοποιεί το συλλογικό της όραμα. Μια λέξη, όμως, η οποία μέσα στα λίγα τελευταία χρόνια, στο πλαίσιο της μνημονιακής αργκό, κατέληξε να αποτελεί φόβητρο.
«Υλοποιείστε τις μεταρρυθμίσεις», μας λένε. Και —με την εμπειρία των επτά τελευταίων χρόνων— ο καθένας δικαιολογημένα διαβάζει «καταργείστε την προστασία της εργασίας» ή «κλείστε δομές του δημοσίου» ή «περιορίστε δικαιώματα» ή, με δυο λόγια, «απορρυθμίστε τα πάντα και δημιουργείστε μια σύγχρονη ζούγκλα».
Ωστόσο, η Αριστερά, προτάσσοντας το στόχο της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ανασυγκρότησης, στην πραγματικότητα «σηκώνει το γάντι» και αναλαμβάνει την ευθύνη, στο πλαίσιο αυτής της ιδιότυπης διελκυστίνδας, να διασώσει τη χαμένη τιμή και της μεταρρύθμισης.
Πράγματι, ο τρόπος οικοδόμησης και οργάνωσης της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής στη χώρα έφτασε τα τελευταία χρόνια στα όριά του —αν δεν ήταν εξ αρχής σαθρός σε κάποιες περιπτώσεις. Και βέβαια, η Ελλάδα πρέπει να ξεπεράσει μια σειρά από παθογένειες, προκειμένου η ανάκαμψή της να είναι πραγματική, με διάρκεια, και, κυρίως, με ουσιαστικό θετικό κοινωνικό αντίκτυπο.
Το ερώτημα όμως είναι —και εδώ αρχίζει η πολιτική διαφοροποίηση και σύγκρουση— τι θεωρεί η κάθε πλευρά παθογένεια. Πού βλέπει τις αιτίες της κρίσης και της κατάρρευσης. Και κυρίως πού βασίζει τις προσδοκίες της ανάκαμψης και προς όφελος ποιου επιδιώκει να λειτουργήσει η ανάκαμψη αυτή.Φταίνε λόγου χάρη τα εργασιακά δικαιώματα ή η περιβαλλοντική και χωροταξική νομοθεσία για την απουσία επενδύσεων και την ύφεση; Φταίει η…πολλή δημοκρατία και η πολιτική για τα φαινόμενα κακοδιοίκησης ή την αντιμετώπιση του δημοσίου ως λάφυρου;

Με βάση παγιωμένες αρχές

Προφανώς, η δική μας απάντηση είναι αρνητική. Και, επομένως, το στοίχημα για την Αριστερά, είναι —στον αντίποδα της επιταγής για μεταρρυθμίσεις/απορρυθμίσεις— να δημιουργήσει ένα δικό της συνολικό και συνεκτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, που δεν είναι υπόθεση ενός ή περισσότερων υπουργείων (πολλώ δε μάλλον υπουργών), αλλά υπόθεση της κυβέρνησης και, κυρίως, του κόσμου της Αριστεράς και ολόκληρης της κοινωνίας. Ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του οποίου η Αριστερά θα έχει την περιβόητη «ιδιοκτησία» από την αρχή ως το τέλος.
Ένα τέτοιο «ιδιόκτητο» μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα ασφαλώς δεν ξεκινάει σήμερα από το μηδέν και δεν είναι τεχνοκρατική υπόθεση. Μέσα από την ιστορική της διαδρομή —ανεξαρτήτως του πού εντοπίζει κανείς χρονικά την αφετηρία αυτής της διαδρομής— η Αριστερά έχει διαμορφώσει συλλογικά και παγιώσει ορισμένες αρχές, που αποτελούν τη «συγκολλητική ουσία», αλλά και το «σήμα κατατεθέν» της στη συνείδηση της κοινωνίας. Θεμελιώδεις επιλογές, όπως, λόγου χάρη, η μάχη με τον αυταρχισμό και το συντηρητισμό, η αναγνώριση νέων ή η ενίσχυση της προστασίας υφιστάμενων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, η εκκοσμίκευση του κράτους, η εμβάθυνση της δημοκρατίας, η προώθηση της ουσιαστικής συμμετοχής της κοινωνίας σε μία «από τα κάτω» διαδικασία λήψης των κρίσιμων κάθε φορά αποφάσεων, η προστασία των αδύναμων, η δίκαιη κατανομή των βαρών και των ωφελημάτων, δεν μπορεί να τις συμπαρασύρει η «βίαιη ωρίμανση» για μερικούς ή το τέλος των «αυταπατών» κατ’ άλλους.
Στο επίπεδο των θεσμών, της διοικητικής οργάνωσης του κράτους και του τρόπου άσκησης της πολιτικής, η εκπόνηση και υλοποίηση αυτού του «ιδιόκτητου» μεταρρυθμιστικού προγράμματος περνάει μέσα από δύο παράλληλες διαδικασίες : αφ’ ενός το κορυφαίο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης, που εξ ορισμού θα θέσει επί τάπητος τη συνολική φυσιογνωμία του σημερινού ελληνικού κράτους και τις κυριότερες κατευθύνσεις πάνω στις οποίες θα συγκροτηθεί και θα πορευτεί η ελληνική κοινωνία. Κατευθύνσεις που δεν μπορεί να υπαγορεύονται από αναγκαιότητες της στιγμής ή κοντόφθαλμους σχεδιασμούς, αφού θα σφραγίσουν θετικά ή αρνητικά το αφήγημα και τις κυρίαρχες δομικές επιλογές, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα. Και αφ’ ετέρου τις επιμέρους πρωτοβουλίες που θα πρέπει να αναληφθούν —αν δεν έχουν ήδη προχωρήσει— σε μια σειρά από κρίσιμους τομείς του «εποικοδομήματος» (δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση, δικαιοσύνη, παιδεία, κομματικό σύστημα, ενημέρωση κ.λπ.), στη βάση των ίδιων βασικών παραδοχών και σε συντονισμό μεταξύ τους.
Στο πλαίσιο αυτών των επιμέρους πρωτοβουλιών, κομβική θέση, από πλευράς ουσίας, αλλά και συμβολισμού, κατέχει η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Πρώτα απ’ όλα, εξ ορισμού η τοπική αυτοδιοίκηση λόγω της εγγύτητάς της προς τους πολίτες και των λαϊκών της ριζών, είναι ένα προνομιακό για την αριστερή αντίληψη των πραγμάτων πεδίο. Αποτελεί το πρόσφορο έδαφος για την αποτελεσματική εισαγωγή θεσμών άμεσης συμμετοχής των πολιτών στη διαχείριση της ζωής τους, για την αυτοοργάνωση των τοπικών κοινωνιών, για την καλλιέργεια κουλτούρας διαλόγου και διαμόρφωσης συναινέσεων, για την εφαρμογή της απλής αναλογικής, για την καθιέρωση μορφών κοινωνικού ελέγχου, ακόμα και ανακλητότητας των αιρετών. Έπειτα, βάσει και της αρμοδιότητας που έχουν οι ΟΤΑ για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων, είναι οι κατ’ εξοχήν φορείς, ειδικά οι Δήμοι, που διαχειρίζονται τα θέματα της καθημερινότητας του πολίτη, αλλά και το κύριο μέρος των σχετικών με την κοινωνική προστασία και αλληλεγγύη δράσεων. Ενισχύοντας, λοιπόν, έμπρακτα αλλά και θεσμικά, την τοπική αυτοδιοίκηση, στην πραγματικότητα στηρίζουμε τους «από κάτω» και δημιουργούμε τις προϋποθέσεις επανοικοδόμησης του κατεστραμμένου κοινωνικού ιστού, σε νέες βάσεις.

Ανασυγκρότηση από τα κάτω

Και το κυριότερο, η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης σηματοδοτεί την προσπάθεια ανασυγκρότησης του κράτους, ξεκινώντας από κάτω, από τη βάση. Είναι γνωστό, μετά από σειρά άκρως θετικών, στη θεωρία, πρωτοβουλιών, των οποίων η υλοποίηση δεν αποδείχθηκε το ίδιο επιτυχής, ότι αν η αυτοδιοίκηση δεν αποκτήσει την αναγκαία πολιτική υπευθυνότητα, αλλά και επιχειρησιακή ικανότητα, ώστε να μπορεί και να αναλαμβάνει δράση όπου χρειάζεται, αλλά και να υλοποιεί αποτελεσματικά τις όποιες κεντρικές πρωτοβουλίες, ότι πολλές από τις ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις σε μια σειρά τομείς, από την παραγωγή ως την κοινωνική πρόνοια, την παιδεία και την υγεία κάπου θα «κολλήσουν». Επομένως, το δίλημμα ισχυρή αυτοδιοίκηση ή ισχυρή κεντρική κυβέρνηση είναι κατά τη γνώμη μου απλοϊκό και λάθος. Ισχυρή κυβέρνηση νοείται μόνο σε ένα ισχυρό κράτος, με ικανοποιημένους πολίτες. Και η ισχυρή αυτοδιοίκηση μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην κατεύθυνση αυτή.
Τέλος, η μεταρρύθμιση της τοπικής αυτοδιοίκησης συνιστά και πολιτικά μια επιστροφή στις ρίζες. Για να κλείσω όπως άρχισα, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που θέλουμε και που περιμένουν οι πολίτες από μας πρέπει να φτάνει σε βάθος. Να αλλάξει όχι μόνο νόμους, θεσμούς και δομές, αλλά κυρίως να διαπλάσει διαφορετικά τη συλλογική συνείδηση, να μπολιάσει την κοινωνία με διαφορετικές αξίες, να θέσει επί τάπητος νέες προτεραιότητες. Και, μέσα από τη διαδικασία αυτή, να βοηθήσει την Αριστερά να ριζώσει, όχι μόνο εκλογικά —άλλωστε οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις απέδειξαν ότι ενίοτε μπορεί κανείς, έστω για λίγο, να διευρύνει την εκλογική του απήχηση ανεξάρτητα από την κοινωνική— αλλά κυρίως να ριζώσει ουσιαστικά και να αναδειχθεί στην κυρίαρχη και ηγεμονική πολιτική δύναμη αυτού που λέμε προοδευτικό πόλο.

* Ο Κώστας Πουλάκης είναι γενικός γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ.