Η ιστορία μιας απόφασης

Ουίλλιαμ Φώκνερ «Ο αχυρώνας φλέγεται»
(μτφ. Γιάννης Παλαβός, εκδ. Κίχλη, 2018)

Στο μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Φώκνερ, Σαρτόρις, διαβάζουμε την επιγραφή που είναι χαραγμένη στο άγαλμα του συνταγματάρχη Σαρτόρις (προτού κάποιο «ασεβές» χέρι την πειράξει): «Συνταγματάρχης Τζων Σαρτόρις – 1823-1876 – Έζησε για να εμπνέει τους ανθρώπους – Σκοτώθηκε απ’ την αχαριστία τους». Αυτός ο Σαρτόρις, το πρόσωπο που ο Φώκνερ εμπνεύστηκε από τον προπάππο του και που έχει ιδιαίτερο συμβολικό βάρος στο μυθοπλαστικό σύμπαν του συγγραφέα, καθώς «ενσαρκώνει την αίγλη του παλιού Νότου», όπως γράφει ο Γιάννης Παλαβός στο επίμετρο του «Αχυρώνα», αυτός ο Τζον Σαρτόρις και όχι ο μετέπειτα, ο δήμαρχος «που είχε βγάλει το διάταγμα πως καμία νέγρα δεν επιτρεπόταν να εμφανίζεται στους δρόμους χωρίς ποδιά», είναι εκείνος που δίνει το όνομά του στον πρωταγωνιστή του «Αχυρώνα», ενός από τα γνωστότερα και πιο πολυδιαβασμένα και πολυσυζητημένα διηγήματα του Ουίλιαμ Φώκνερ. Ένα δεκάχρονο παιδί που λέγεται «Συνταγματάρχης Σαρτόρις Σνόουπς». Ή, για απλούστερα, Σάρτυ.

Ο έτερος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο πατέρας του Σάρτυ, ο Άμπνερ Σνόουπς. Ένας άνθρωπος σκληρός, πέτρινος, με μια «έμφυτη και ακόρεστη τάση να διασπαθίζει οτιδήποτε δεν του ανήκε», που τον πρόσφατο Εμφύλιο Πόλεμο (το διήγημα διαδραματίζεται τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα) τον πέρασε κερδοσκοπώντας, χωρίς να πάρει θέση και να εμπλακεί, «κρυμμένος στα δάση, κρυμμένος κάθε νύχτα απ’ όλους – είτε φορούσαν γαλάζια στολή είτε γκρίζα» και δεν ήταν ούτε κατά διάνοια ο «γενναίος» που «πήγε στον πόλεμο» και «ήταν στο ιππικό του συνταγματάρχη Σαρτόρις», όπως πιστεύει ο μικρός Σάρτυ. Οι Σνόουπς, στον μυθοπλαστικό κόσμο του Φώκνερ, συμβολίζουν «την απληστία και τον οπορτουνισμό», «ενσαρκώνουν τη νέα κοινωνική τάξη που αναδύθηκε στον αμερικανικό Νότο έπειτα από τον Εμφύλιο και την παρακμή της αριστοκρατίας», γράφει ο Παλαβός στο εξαιρετικό και κατατοπιστικότατο επίμετρό του στην –επίσης ιδιαίτερα φροντισμένη– ελληνική έκδοση, που πλην του κειμένου και του επίμετρου, περιέχει σημειώσεις, χρονολόγιο και φωτογραφίες.
Ο Σάρτυ, όμως, αρχίζει να διαμορφώνει κώδικες που αποκλίνουν από εκείνους του πατέρα του, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς του φαίνονται σχεδόν ακατανόητοι, πέρα από αβάσταχτοι, βασανιστικοί. Κάποτε, ως εκ τούτου, θα έρθει η στιγμή της σύγκρουσης, ή μάλλον της επιλογής. Και τελικά ο μικρός Σάρτυ θα κάνει την τομή, θα επιλέξει τη σύγκρουση με τον ασφυκτικό κόσμο του πατέρα, που δεν αφήνει χώρο ή χαραμάδα για την παραμικρή ελπίδα. Η επιλογή θα είναι δύσκολη και επώδυνη, η σύγκρουση θα έχει κόστος, θα έχει πόνο και ρίσκο, αλλά τελικά το φευγιό θα είναι συνάμα και μετάβαση, θα είναι και η ενηλικίωση, τη στιγμή που φεύγει ο Σάρτυ και «δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω του».

Ο πολύπλευρος κόσμος του Φώκνερ

Το διήγημα «Ο αχυρώνας φλέγεται» δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο Harper’s, τον Ιούνιο του 1939, και στην ουσία αποτελεί το πρελούδιο στην «τριλογία των Σνόουπς» (Το χωριό, Η πόλη, Η έπαυλη) του Φώκνερ, από την οποία έχει μεταφραστεί στα ελληνικά μόνο το πρώτο βιβλίο. Αν και ο Φώκνερ συχνά υποτιμούσε και απαξίωνε τα διηγήματά του, λέγοντας πως τα έγραφε κυρίως για οικονομικούς λόγους, ο «Αχυρώνας» είναι ένα από τα πιο ξεχωριστά, από τα κορυφαία ίσως, δείγματα της διηγηματογραφίας του.
Ο Φώκνερ χρησιμοποιεί τις γνωστές μοντερνιστικές τεχνικές για να δείξει όλες τις δύσκολες, αγωνιώδεις στιγμές, ψυχολογικές διαδρομές του Σάρτυ στον δρόμο προς τις αποφάσεις του. Όλη αυτή τη συναισθηματική αναταραχή, βέβαια, ο Φώκνερ την αφηγείται με ύφος σχεδόν ψυχρό που αποφεύγει κάθε κραυγαλέα «κορύφωση», ενώ συναντάμε κι εδώ την πυκνή και πανίσχυρη στο περιεχόμενό της γραφή του Φώκνερ («το παντοπωλείο όπου δίκαζε ο ειρηνοδίκης μύριζε τυρί» – μια φράση όπου οκτώ λέξεις στήνουν έναν ολόκληρο κόσμο), καθώς και τον γνωστό μακροπερίοδο λόγο και την εξαντλητικά διεισδυτική επιμονή στη λεπτομέρεια, αν και, όπως επισημαίνεται συνήθως από τους μελετητές του συγγραφέα, ο «Αχυρώνας» είναι από τα πιο βατά, ίσως, κείμενα του Φώκνερ («το ύφος του είναι ψυχοβγάλτης και αψηφά κάθε παραχώρηση προς τον αναγνώστη», έγραφε παραστατικά πριν από πολλά πολλά χρόνια σε μια κριτική του ο Κωστής Παπαγιώργης).
Και όπως πάντα στο έργο του Φώκνερ, επανέρχονται, στο φόντο ή στο προσκήνιο, οι ταξικές και φυλετικές αντιθέσεις στον Νότο των ΗΠΑ και οι πολλαπλοί τρόποι που έχει ο καθένας για να τις διαχειρίζεται – ο Άμπνερ Σνόουπς θα χρησιμοποιήσει τη βρομιά, την κοπριά ως όπλο, για να δείξει ότι αψηφά και για να προκαλέσει τον πλούσιο εργοδότη του, ενώ είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος του λευκού κολλήγου Άμπνερ Σνόουπς με τον μαύρο οικιακό υπηρέτη στο σπίτι του αφέντη: «Λευκέ, προτού μπεις εδώ μέσα, να σκουπίσεις τα πόδια σου» – «Κάνε στην μπάντα, νέγρο».
Ο κόσμος του Φώκνερ δεν είναι απλός, δεν είναι μονοσήμαντος, σπαράσσεται από αντιφάσεις και αστάθειες, αβεβαιότητες και σκοτεινές περιοχές. Ο «Αχυρώνας» είναι μια φευγαλέα αλλά περιεκτική ματιά σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτό το λογοτεχνικό σύμπαν, με το οποίο ο Φώκνερ προσπαθεί να αποτυπώσει τον δικό του σκοτεινό και αγαπημένο Νότο, εκεί που ο ουρανός μερικές φορές έχει το χρώμα του νάρκισσου, όπως γράφει στον αριστουργηματικό Γέρο του.

Κώστας Αθανασίου