Η πολιτική ως βίωμα των ανθρώπων

Ο Κεν Λόουτς και ο Αλεξάντερ Πέιν καλεσμένοι του Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου

Της Σοφίας Ξυγκάκη

«Κάθε νέα ταινία του Κεν Λόουτς μου θυμίζει την απάντηση του Τζέζαρε Παβέζε στη φασιστική προτροπή “Aς πάμε προς τον λαό”: “Δεν πηγαίνεις προς τον λαό, είσαι ο λαός”, είχε γράψει το 2000, ο Τούλιο Κέζιτς, θρυλικός κριτικός κινηματογράφου, με αφορμή την ταινία του Λόουτς, Ψωμί και τριαντάφυλλα. Η ταινία, της οποίας ο τίτλος είχε αποτελέσει το κεντρικό σύνθημα στην απεργία των εργατριών της υφαντουργίας στο Λώρενς της Μασσαχουσέτης, το 1912, αφηγείται την ιστορία της Μάγια, Μεξικανής παράνομης μετανάστριας στο Λος Άντζελες, η οποία δουλεύει ως καθαρίστρια. Η διεκδίκηση, μαζί με τους συναδέλφους της, καλύτερων όρων εργασίας και καλύτερης ζωής και η γνωριμία της με έναν ιδιόρρυθμο συνδικαλιστή, τον Σαμ, θα την βοηθήσουν να αποκτήσει ταξική συνείδηση, ενώ οι πράξεις της θα οδηγήσουν στην επίτευξη του στόχου τους, αλλά θα έχουν και ως αποτέλεσμα της απέλασή της. Θυμάμαι την προβολή της ταινίας που είχε διοργανωθεί στην Καραγεώργη Σερβίας, έξω από το υπουργείο Οικονομικών, την περίοδο του αγώνα των καθαριστριών ενάντια στην παράνομη απόλυσή τους. Θυμάμαι την Ευαγγελία, την Δέσποινα, ανάμεσα στις τόσες άλλες, στη συζήτηση που ακολούθησε και δεν έλεγε να τελειώσει – την ταύτιση αυτών των γυναικών που βρίσκονταν μήνες έξω από το Υπ.Οικ. με την ιστορία της ταινίας, που αντανακλούσε την πολύτιμη, όπως την είχαν χαρακτηρίσει, εμπειρία της δικής τους διεκδίκησης, την υπεράσπιση, μέσα από το συλλογικό αγώνα, της προσωπικής χειραφέτησης τους: τη συνειδητοποίηση του εγώ είμαι, του Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ, της τελευταίας ταινίας του Λόουτς, που είδαμε πέρυσι, όπου ο πρωταγωνιστής αρνείται να «εξαφανιστεί» στην εφιαλτική γραφειοκρατία που καλύπτει την τραγική ανεπάρκεια των κοινωνικών υπηρεσιών της Αγγλίας.

Τι κάνει τις ταινίες του Κεν Λόουτς τόσο ισχυρές μέσα στην απλότητά τους; Ίσως, όπως έγραψε ένας κριτικός στο «Newstatesman», για το συγκεκριμένο φιλμ, ο Κεν Λόουτς επηρεάζει τόσο ισχυρά τους θεατές γιατί στις ταινίες του «μαύρη κωμωδία και θυμός αλληλοτροφοδοτούνται», ενώ σκηνές όπως αυτή στο Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ, όπου ο άσχετος με την τεχνολογία Ντάνιελ προσπαθεί, μέσω διαδικτύου, να συμπληρώσει τις αιτήσεις που απαιτούνται, θυμίζουν τον Κύριο Ιλό στο χάος της κυκλοφορίας του Ζακ Τατί.
Γεννημένος το 1936, αφού σπούδασε νομικά στην Οξφόρδη, τη δεκαετία του ’60 εργάστηκε εντατικά στην τηλεόραση, στο BBC, σκηνοθετώντας έργα για την εβδομαδιαία σειρά The Wednesday Play, που παρουσίαζε επίμαχα κοινωνικά θέματα της εποχής, όπως την ενδοοικογενειακή βία, την εγκυμοσύνη στην εφηβεία, τα ναρκωτικά. Η ρεαλιστική και ειλικρινής ματιά της σειράς αποτελούσε πρόκληση αφού, μέχρι τότε, στην τηλεόραση, κυριαρχούσαν οι ωραίες, ακαδημαϊκές αποδόσεις των έργων. Επεισόδια της σειράς, μετά από αίτημα του σκηνοθέτη, προβάλλονται πλέον ελεύθερα στο Youtube.

Όλα γύρω από τις επιχειρήσεις

Στην ομιλία του, στην Αθήνα, ο Λόουτς, αναφερόμενος σε αυτή την περίοδο, είπε ότι «τότε η κυρίαρχη τάξη αισθανόταν ασφαλής, ότι δεν απειλούνταν από την εργατική τάξη. Οι άνθρωποι που έλεγχαν το ραδιόφωνο και την τηλεόραση δεν είχαν αντιληφθεί πόση δύναμη διέθετε το μέσον. Έτσι, σε πολλούς από μας είχε δοθεί μεγάλη ελευθερία να κάνουμε τις ταινίες και τα προγράμματα που θέλαμε. Δεν ισχύει το ίδιο σήμερα, γιατί η άρχουσα τάξη δεν αισθάνεται τόσο ασφαλής. Το να προσφέρεις εναλλακτικές λύσεις σήμερα είναι σχεδόν αδύνατο. Τα πάντα πλέον είναι γύρω από τις επιχειρήσεις. Και η συζήτηση για το Brexit αφορά τις επιχειρήσεις, όχι τους ανθρώπους». Για τον σκηνοθέτη, το πιο σημαντικό τη δεκαετία του ΄60 ήταν η δημιουργία του κράτους πρόνοιας. Οι άνθρωποι, είπε, κατείχαν σε μεγάλο βαθμό το νερό, το γκάζι, το ηλεκτρικό, τις συγκοινωνίες, που φυσικά τώρα δεν ισχύει. «Η ουσία στη μεταπολεμική εποχή ήταν ότι ο ένας στηριζόταν στον άλλον. Και η μεγάλη νίκη της Θάτσερ ήταν ότι αντέστρεψε την αντίληψη του τι είναι ηθικό και τι ανήθικο».

Η εργατική τάξη στο κέντρο

Ο αγώνας των μη προνομιούχων ενάντια σε μια αδιάφορη κοινωνία είναι το θέμα πολλών ταινιών του Λόουτς. Kαι αν στη συζήτηση, την περασμένη Τρίτη, εξήρε τη δημιουργία του κράτους πρόνοιας το ’60, το 1993, που αυτό καταρρέει, με το Ladybird, Ladybird καταγγέλλει την ακαμψία και αναλγησία των κοινωνικών υπηρεσιών που αντιμετωπίζουν μια κακοποιημένη από την οικογένεια και τους άντρες γυναίκα εξίσου άδικα και ανάλγητα με αυτούς, στερώντας από αυτήν και τα παιδιά της την πιθανότητα καλύτερης ζωής. Σε ερώτηση σχετικά με την ταινία, ο Λόουτς τόνισε πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγεις από τα στερεότυπα: στο Ladybird, η μαχητικότητα της Μάγκι, της πρωταγωνίστριας, να βελτιώσει τη ζωή της εκλαμβάνεται από τους άλλους ως προβληματική συμπεριφορά, ως απόδειξη ότι αυτή τελικά δεν έχει αλλάξει.
Ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανοράματος, που συντόνιζε τη συζήτηση, ανέφερε ότι το ενδιαφέρον του Λόουτς δεν περιορίζεται στην εργατική τάξη της Αγγλίας αλλά επεκτείνεται και σε θέματα όπως τον ισπανικό εμφύλιο (Γη κι ελευθερία), την Ιρλανδία (Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι, Jimmy’s Hall), τη μετανάστευση και τη Λατινική Αμερική (Το τραγούδι της Κάρλα).

Να κρατήσουμε γλώσσα και παραδόσεις

Η συζήτηση στην ΕΣΗΕΑ δεν περιστράφηκε, όπως ίσως ήταν αναμενόμενο με έναν τόσο στρατευμένο καλλιτέχνη, γύρω από τις ταινίες του Λόουτς, όσο γύρω από τις πολιτικές και το μέλλον του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, όπως και το μέλλον της Ευρώπης. «Ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος είναι πολύ σημαντικός για όλους. Δύναμη του είναι η πολυμορφία και η πολυφωνία» είπε ο Λόουτς. Το να συντηρηθεί ο ελληνικός, ο σκανδιναβικός, ο πολωνικός, ο ιταλικός κινηματογράφος, είναι ευθύνη όλων. Ο εχθρός είναι η αγορά που προσπαθεί να περιορίσει την ποικιλομορφία, ενθαρρύνει το μονοπώλιο, καταστρέφοντας τη διαφορετικότητα και την ατομική έκφραση. Χρηματοδοτώντας και ενισχύοντας τις αίθουσες που προβάλλουν ευρωπαϊκές ταινίες μπορούμε να παρέμβουμε στην αγορά, και να προστατεύσουμε το σινεμά και την παραγωγή ευρωπαϊκών ταινιών. Βασικό να κρατήσουμε γλώσσα και διαφορετικές παραδόσεις, είπε.

Αυτοί που λένε όχι

Απαντώντας στην ερώτηση σχετικά με το ποια προσωπικότητα πιστεύει ότι μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Αγγλία και στον Κόσμο, δήλωσε με θέρμη τον Τζέρεμι Κόρμπιν. «Αυτοί που μας εμπνέουν είναι αυτοί που λένε όχι. Οι γιατροί που ξεσηκώνονται και λένε όχι στην καταστροφή του συστήματος υγείας, οι άνθρωποι που δουλεύουν στους σιδηροδρόμους και η κυβέρνηση θέλει να μειώσει το προσωπικό, αλλά αυτοί λένε όχι. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των λαών αλλά του κεφαλαίου». Στόχος των κυβερνήσεων είναι να βάλλει η εργατική τάξη μιας χώρας ενάντια στην εργατική τάξη μιας άλλης, κι αυτό εξασφαλίζει φθηνότερα εργατικά χέρια.
Σε ό,τι αφορά την Καταλωνία, διαφωνεί με αυτούς που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της και αναρωτιέται ποιο είναι το κοινωνικό πρόγραμμα τους, ποια είναι συζήτηση για την εργασία και τα κοινωνικά θέματα – ο ίδιος δεν έχει ακούσει να τα θέτουν.

Ενα καλό σενάριο και οι κατάλληλοι ηθοποιοί

Λίγο πριν το τέλος, ο Λόουτς αναφέρθηκε στη σημαντική σχέση με τους συνεργάτες του, ειδικότερα στον σεναριογράφο Πολ Λάβερτι με τον οποίο δουλεύει μαζί τα τελευταία 20 χρόνια, αλλά και στο ρόλο του καλλιτέχνη. Κατ’ αυτόν, ρόλος του καλλιτέχνη είναι να πει την ιστορία του, να είναι συνεπής με τη δική του αλήθεια, εκφράζοντας έτσι τη δική του αντίληψη για τον κόσμο. Σε αντίθεση με το θέατρο που ο ηθοποιός προετοιμάζει πολύ το ρόλο του, στον κινηματογράφο συμβαίνει κάτι άλλο, γι’ αυτό και είναι τόσο συναρπαστικό μέσο για να εργάζεσαι: Ο σκηνοθέτης μπορεί να αρπάξει την αυθόρμητη αντίδραση του ηθοποιού, μια στιγμή που στο βλέμμα του εκφράζεται ταυτόχρονα το τραγικό, το κωμικό, το γελοίο, που είναι η δική του αλήθεια. Το σημαντικό είναι να καταγραφεί ο αυθορμητισμός και η αλήθεια των σχέσεων των ανθρώπων. «Με ένα καλό σενάριο και τους κατάλληλους ηθοποιούς δεν μπορείς να προσποιηθείς, κι αυτό είναι συναρπαστικό στον κινηματογράφο» και κατέληξε: «Μιλήσαμε πολύ για πολιτική σήμερα, αλλά η πολιτική πρέπει να αποτελεί βίωμα των ανθρώπων, αυτή είναι η πραγματική πολιτική».

 

Μια ταινία δεν τελειώνει ποτέ

Μετά τη συνάντηση με τον Λόουτς, το πλήθος ανηφόρισε την οδό Μασσαλίας για να βρεθεί στη Ελληνοαμερικάνικη Ένωση στο masterclass του Αλεξάντερ Πέιν που εξαρχής απέρριψε την ιδιότητα του «master», υπονομεύοντας την όποια σοβαροφάνεια και δημιουργώντας ανάλαφρη ατμόσφαιρα στην αίθουσα. Αν ο Λόουτς ξεκίνησε τη συζήτηση αναφερόμενος στα πρώτα χρόνια που δούλευε στην τηλεόραση, κάνοντας ταυτόχρονα και αποτίμηση της εποχής, ο Αλεξάντερ Πέιν μίλησε και πιο προσωπικά.
Έτσι, με αφορμή και το αφιέρωμα του Πανοράματος στον ασπρόμαυρο κινηματογράφο, στην ερώτηση του Νίνο Φενέκ Μικελίδη γιατί γύρισε το Νεμπράσκα σε α/μ, ο Ελληοαμερικανός σκηνοθέτης αγαπημένων ταινιών (Σχετικά με τον Σμιτ, Πλαγίως, Οι απόγονοι) αστειευόμενος απάντησε ότι η αχρωματοψία είναι ένα πρόβλημα που έχει κληρονομήσει από τον παππού του, για να εκθειάσει στη συνέχεια το ασπρόμαυρο λέγοντας πώς αυτό ποτέ δεν εγκατέλειψε την τέχνη της φωτογραφίας, «μόνο ο κινηματογράφος εγκατέλειψε το α/μ για καθαρά εμπορικούς λόγους», ενώ ο ίδιος αγαπά τις παλιές ασπρόμαυρες ταινίες και εξαιτίας αυτών, ως παιδί, ονειρεύτηκε το ανέφικτο για έναν μετανάστη, να γίνει σκηνοθέτης. Βλέποντας στο πανεπιστήμιο για πρώτη φορά τους 7 Σαμουράι του Κουροσάβα σκέφτηκε ότι ποτέ δεν θα γυρίσει μια τόσο καλή ταινία αλλά θέλει να κάνει σινεμά. Ήξερε ότι δεν θα έφτανε στην κορυφή του βουνού, αλλά ήθελε να είναι εκεί.
Και εδώ, οι ερωτήσεις αφορούν λιγότερο τις ταινίες του και περισσότερο τις χολυγουντιανές παραγωγές και τη δυνατότητα των Ελλήνων σκηνοθετών να εργαστούν εκτός Ελλάδας. Πώς μπορεί ένας Έλληνας να κάνει μια ξένη παραγωγή; Πώς διανέμονται οι μικρές παραγωγές; Ο ίδιος ο Πέιν θα δούλευε στην Ελλάδα;
Όπως και ο Λόουτς, ο Πέιν ανέφερε τη Ρουμανία ως παράδειγμα μικρής χώρας με εξαιρετικό κινηματογράφο, τα τελευταία χρόνια, που βέβαια επενδύει στις κινηματογραφικές παραγωγές.
Με τον Λόουτς μοιράζεται την αντιπάθεια για τους ηθοποιούς που επεξεργάζονται υπερβολικά τους ρόλους τους, ενώ στην ερώτηση πότε αισθάνεται ότι τελειώνει μια ταινία απάντησε: Ποτέ, μια ταινία δεν τελειώνει ποτέ. Απλώς δεν την αντέχεις άλλο. Επί δύο χρόνια, όσο διαρκεί η προετοιμασία της, ζεις στη φυλακή.
Στην αναπόφευκτη ερώτηση σχετικά με τα σκάνδαλα των σεξουαλικών παρενοχλήσεων στο Χόλυγουντ, ο Πέιν εξέφρασε την αποστροφή του και χαρακτήρισε τον Γουαϊνστάιν εξαιρετικά δυσάρεστο άνθρωπο, γι’ αυτό, μετά την παραγωγή της πρώτης του ταινίας Πολίτης Ρουθ, απέφυγε να ξανασυνεργαστεί μαζί του.
Σ.Ξ.