Η σύγκρουση θέσεων στο ευρωπαϊκό σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα την περίοδο της Δεύτερης Διεθνούς

Του Χάρη Γολέμη*

 

Για το περιεχόμενο και τις αρετές του βιβλίου του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου «Η άνοδος και η πτώση των Εργατικών Διεθνών. Β’ Κύκλος: Η 2η Σοσιαλιστική Διεθνής» (Τόπος, Αθήνα, 2019) έγραψε ο Κώστας Αθανασίου στην «Εποχή» της 27ης Οκτωβρίου. Η μελέτη αναφέρεται στην περίοδο από την αυτοδιάλυση της Πρώτης Διεθνούς, το 1876, μέχρι την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, το 1914. Πρόκειται για ένα χρονικό διάστημα έντονης καπιταλιστικής οικονομικής μεγέθυνσης, η οποία κατά τον συγγραφέα αύξησε το κοινωνικό βάρος της εργατικής τάξης και οδήγησε στην οργάνωσή της σε συνδικάτα και σοσιαλιστικά κόμματα.
Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται, πολύ συνοπτικά, ορισμένες από τις αναφερόμενες στο βιβλίο ιδεολογικές, πολιτικές και προγραμματικές διαφορές και συγκρούσεις που έγιναν στο εργατικό κίνημα της Ευρώπης και της Ρωσίας, αφενός μεταξύ των μαρξιστών/σοσιαλιστών και των αναρχικών, αφετέρου μεταξύ του μεταρρυθμιστικού/συντηρητικού και του επαναστατικού/ριζοσπαστικού ρεύματος των σοσιαλιστικών κομμάτων-ή της δεξιάς και της αριστερής τάσης τους, κατά τη γνωστή ορολογία των ενδοαριστερών διενέξεων.

 

Η βασική διαφορά μεταξύ μαρξιστών και αναρχικών, που υπήρχε από την εποχή της Πρώτης Διεθνούς και της Κομμούνας, συνεχίστηκε και στην υπόψη περίοδο με την ίδια ένταση. Ο στρατηγικός στόχος των μαρξιστών ήταν η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη δια του κόμματός της, η ανατροπή του καπιταλισμού και η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Στην ανατροπή του καπιταλισμού απέβλεπαν και οι αναρχικοί, χωρίς όμως τη διαμεσολάβηση ιεραρχικά διαρθρωμένων κομμάτων, τα οποία κατηγορούσαν ότι επιδίωκαν την επιβολή καταπιεστικών, εξουσιαστικών καθεστώτων. Η σύγκρουση αυτή στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος διήρκεσε μέχρι το τέταρτο συνέδριο της Διεθνούς, το 1896, όταν τα δύο ρεύματα χωρίστηκαν οριστικά.
Το αναρχικό κίνημα είχε μεγάλη επιρροή κυρίως στην Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία, αλλά έκανε αισθητή την παρουσία του και σε άλλες χώρες, όπως στη π.χ. στη Γερμανία. Στην Ισπανία προπύργια του αναρχισμού ήταν η φτωχή, αγροτική Ανδαλουσία αλλά και η σχετικά αναπτυγμένη Καταλονία, περιοχές στις οποίες οι συγκρούσεις με το στρατό, την πολιτοφυλακή και την εκκλησία ήταν βίαιες και αιματηρές. Να σημειώσουμε εδώ ότι στην Καταλονία υπήρχε επιπλέον η ιδιομορφία της συμμετοχής των αναρχικών στο αυτονομιστικό κίνημα ως η αριστερή πτέρυγά του. Παρά την ύπαρξη του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, του γνωστού μας PSOE του οποίου σήμερα ηγείται ο μέλλων πρωθυπουργός της Ισπανίας, Πέδρο Σάντσεθ, η βασική διαμάχη σ’ αυτή τη χώρα της Νότιας Ευρώπης κατά την υπόψη περίοδο ήταν μεταξύ των σοσιαλιστών και των αναρχικών. Το συνδικαλιστικό κίνημα ήταν το πεδίο στο οποίο εκφράστηκε καθαρά ο ανταγωνισμός των δύο ρευμάτων με την ύπαρξη δύο εργατικών συνδικάτων, της αναρχοσυνδικαλιστικής Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CNT) και της σοσιαλδημοκρατικής Γενικής Ένωσης Εργατών (UGT), οι οποίες υπάρχουν μέχρι σήμερα.

Διαφορές στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος

Οι αναρχικοί σε όλες τις χώρες, πέρα από τις κοινές τους θέσεις κατά του κοινοβουλευτισμού και της δημιουργίας εργατικών κομμάτων, καθώς και την εμμονή τους στη γενική απεργία ως κορύφωση του αντικαπιταλιστικού αγώνα, είχαν σοβαρές διαφορές στο εσωτερικό τους, με κυριότερη αυτή μεταξύ της «έμπρακτης προπαγάνδας», δηλαδή της ατομικής τρομοκρατίας, και του αναρχοσυνδικαλιστικού κινήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα χώρας με μεγάλες αποκλίσεις απόψεων στο αναρχικό κίνημα ήταν η Γαλλία. Εκεί υπήρχε ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ των μπλανκιστών υποστηρικτών της τρομοκρατικής δράσης και των αναρχοσυνδικαλιστών, όπως ο Σορέλ και ο Πελουτιέ, με τις θεωρητικές επεξεργασίες και τις κοινωνικές δράσεις τους, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας Εργατικών Κέντρων με βασικό στόχο την αντιαυταρχική και αντικοινοβουλευτική επιμόρφωση των εργατών.


Παρά την ήττα που εν τέλει υπέστησαν οι αναρχικοί στο ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα από τους σοσιαλιστές και τη διαφορετική πορεία που ακολούθησαν μετά το 1896, η επιρροή των αντιαυταρχικών και άλλων ιδεών τους σε τμήματα της ριζοσπαστικής αριστεράς δεν είναι ένα θέμα που μπορεί κανείς να το προσπεράσει με ευκολία.

Ενδοσοσιαλιστικές συγκρούσεις: Ριζοσπάστες κατά ρεφορμιστών       

Στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος, η σημαντικότερη αντιπαράθεση στην υπόψη περίοδο ήταν αυτή μεταξύ της μαρξιστικής/αριστερής και της ρεφορμιστικής/δεξιάς τάσης. Η βασική κατηγορία της πρώτης κατά της δεύτερης ήταν η ουσιαστική αποφυγή των ρήξεων με το σύστημα εξουσίας, η μεγάλη έμφαση στην κοινοβουλευτική δραστηριότητα σε συνδυασμό με την υποτίμηση της συνδικαλιστικής και κινηματικής δράσης, και κυρίως ο κυβερνητισμός που οδήγησε αρκετές φορές τα υπό την ηγεμονία των ρεφορμιστών σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη συμμετοχή τους σε αστικές κυβερνήσεις. Όλα αυτά, κατά τους επαναστάτες μαρξιστές, σήμαιναν την εγκατάλειψη του στόχου της ανατροπής του καπιταλισμού, έστω και αν σε διακηρυκτικό επίπεδο, δηλαδή στα περισσότερα προγράμματα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, ακόμα και στο γνωστό πρόγραμμα της Γκότα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) το οποίο είχε καταγγείλει ο Μαρξ ως ρεφορμιστικό, υπήρχε ρητή αναφορά στην κατάργηση της μισθωτής εργασίας και τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Με τη σειρά τους, οι αναθεωρητές επέκριναν τους ριζοσπάστες για «αναχωρητισμό» στο όνομα της ιδεολογικής καθαρότητας και έλλειψη ενδιαφέροντος για την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων της εργατικής τάξης, στα οποία εκτός από την αύξηση των μισθών και τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών περιλαμβανόταν και το δημοκρατικό δικαίωμα της καθολικής ψηφοφορίας. Δηλωτική της έντασης που επικρατούσε μεταξύ των δύο τάσεων ήταν η δήλωση του Έντουαρντ Μπερνστάιν, σημαίνουσας προσωπικότητας του SPD, ότι ο μαρξισμός δεν διέφερε από τον μπλανκισμό δεδομένου ότι η κατάληψη της εξουσίας ήταν μια θεωρία βίας. Δική του είναι και η φράση που συνοψίζει το αποκλειστικό ενδιαφέρον του για μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο του συστήματος: «Αυτό που κανείς γενικά ονομάζει τελικό σκοπό του σοσιαλισμού δεν είναι τίποτα, η κίνηση είναι το παν». Η απάντηση της Ρόζας Λούξεμπουργκ μας βοηθά να κατανοήσουμε τον πυρήνα της διαφοράς μεταξύ της ρεφορμιστικής και της ριζοσπαστικής αριστερής τάσης: «Ο σοσιαλιστικός τελικός σκοπός είναι το μοναδικό αποφασιστικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τη σοσιαλδημοκρατική κίνηση από την αστική δημοκρατία και τον αστικό ριζοσπαστισμό». Όσοι και όσες θεωρούν ότι οι παραπάνω αντίθετες δηλώσεις μπορούν να αποτυπώσουν, τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, τις διαφορές των δύο ρευμάτων και στη σημερινή εποχή, δεν κάνουν λάθος.

Το εθνικό ζήτημα

Σημαντικό ρόλο στις αντιπαραθέσεις μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα έπαιξε και το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας, για παράδειγμα της Πολωνίας από τη Ρωσία και της Ιρλανδίας από τη Βρετανία. Στην Πολωνία η σκληρή σύγκρουση στο Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα μεταξύ των αριστερών διεθνιστών μαρξιστών, στους οποίους ανήκε και η Λούξεμπουργκ, και των ρεφορμιστών πατριωτών/εθνικιστών, ορισμένοι εκ των οποίων προχωρούσαν και σε τρομοκρατικές πράξεις, οδήγησε εν τέλει στην αποχώρηση των πρώτων από το κόμμα και στην ίδρυση, το 1893, μαζί με μια αντιεθνικιστική λιθουανική οργάνωση, του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος του Βασιλείου τη Πολωνίας και της Λιθουανίας.
Και στη φτωχή Ιρλανδία οι ταξικές διαφορές επισκιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις αντιθέσεις μεταξύ των καθολικών οπαδών της εθνικής ανεξαρτησίας και των προτεσταντών υποστηρικτών της παραμονής της χώρας στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες έφτασαν μέχρι την ένοπλη σύγκρουση. Στο πρώτο στρατόπεδο σημαντικό ρόλο έπαιξε, μεταξύ άλλων, και το τότε πατριωτικό/εθνικιστικό κόμμα Σιν Φέιν, το οποίο ιδρύθηκε το 1905 και σήμερα ανήκει στη GUE/NGL, την αριστερή ομάδα του ευρωκοινοβουλίου. Η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε μεγάλη επιρροή στη χώρα, με το μικρό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ιρλανδίας να ιδρύεται μόλις το 1910, αλλά να παίρνει μέρος στην επανάσταση κατά των Άγγλων το 1916.

Η στάση απέναντι στον πόλεμο

Το κορυφαίο ζήτημα που αντιμετώπισε η Δεύτερη Διεθνής και οδήγησε στην πτώση της ήταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος του 1914. Τα μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Γερμανίας και της Γαλλίας, αλλά και άλλα μεταξύ των οποίων το Αυστριακό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Δανίας και της Σουηδίας, ξέχασαν τις αντιπολεμικές υποσχέσεις που έδωσαν στο έκτακτο 9ο συνέδριο της Διεθνούς του 1912, και στήριξαν την πολεμική προετοιμασία των χωρών τους. Ορισμένα εξ αυτών μάλιστα συμμετείχαν στις πολεμικές κυβερνήσεις από διάφορες υπουργικές θέσεις. Μεταξύ των τιμητικών εξαιρέσεων που αντιτάχθηκαν στη σφαγή, τις οποίες αναφέρει ο Μαστρογιαννόπουλος, ήταν το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα του Βασιλείου της Πολωνίας και της Λιθουανίας, καθώς και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Σερβίας, της Βουλγαρίας (οι «στενοί») και της Ελβετίας.
Αντιπολεμική θέση πήραν και οι αριστερές τάσεις διαφόρων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, καθώς και προσωπικότητες του κινήματος: Οι μπολσεβίκοι του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος που υποστήριζαν τη θέση του Λένιν περί μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, οι σπαρτακιστές του SPD, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Κλάρα Τσέτκιν και Καρλ Λήμπκνεχτ που υπέστησαν διωγμούς και φυλακίσεις για την αντιπολεμική δραστηριότητά τους, καθώς και οι τότε κεντρώοι Κάουτσκι και Μπερνστάιν, η αριστερά του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά και ο ρεφορμιστής βουλευτής του Ζαν Ζωρές, εμβληματική φυσιογνωμία του ευρωπαϊκού σοσιαλιστικού κινήματος, ο οποίος δολοφονήθηκε από γάλλο εθνικιστή τρεις ημέρες μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου.
Στην Ελλάδα υπέρ της συμμετοχής στον πόλεμο την οποία αποφάσισε ο στυλοβάτης του ελληνικού αστισμού και γεννήτορας της «μεγάλης δημοκρατικής παράταξης», Ελευθέριος Βενιζέλος, τάχθηκε το Σοσιαλιστικό Κέντρο της Αθήνας με επικεφαλής το Νίκο Γιαννιό και η σοσιαλιστική ομάδα του Πλάτωνα Δρακούλη, εκδότη του περιοδικού Άρδην, πολιτικοί πρόγονοι και οι δύο του Γιώργου Καραμπελιά. Η Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Θεσσαλονίκης, η γνωστή Φεντερασιόν του Αβραάμ Μπεναρόγια ο οποίος έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία του ΣΕΚΕ και της ΓΣΕΕ, τήρησε ειρηνόφιλη στάση, χωρίς όμως να υιοθετήσει τη λενινιστική άποψη περί μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο. 

Αναζητώντας τις ρίζες της σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς

Η ιστορία της σύγκρουσης θέσεων στο σοσιαλιστικό και εργατικό κίνημα που παρουσιάζεται στο βιβλίο του Μαστρογιαννόπουλου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την αυτογνωσία εκείνων των αριστερών που προσβλέπουν σε μια μετακαπιταλιστική κοινωνία, με την προϋπόθεση ότι δεν καταφεύγουν σε ιστορικούς αναχρονισμούς. Προφανώς η προαναφερθείσα απάντηση της αριστερής Λούξεμπουργκ στον ρεφορμιστή Μπερνστάιν για τη σοσιαλιστική προοπτική του κινήματος εκφράζει τη διάκριση και των σημερινών κομμάτων της ριζοσπαστικής αριστεράς από τα αντίστοιχα «κανονικά», αρχηγοκεντρικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Και, φυσικά, η ιστορική αναφορά του ριζοσπαστικού αριστερού ρεύματος στην Ελλάδα δεν είναι το Κόμμα Φιλελευθέρων και ο εθνάρχης Ελευθέριος Βενιζέλος, αλλά η Φεντερασιόν, το ΣΕΚΕ και ο Αβραάμ Μπεναρόγια, που σημειωτέον τα πρώτα χρόνια μετά την πτώση της χούντας είχε στείλει χαιρετισμό σε εκδήλωση του ΚΚΕ εσωτερικού, τον οποίο είχε διαβάσει ο Μπάμπης Γεωργούλας.
Όμως, πέρα από την αναγνώριση δομικών ομοιοτήτων, η δογματική υιοθέτηση θέσεων που υποστήριξε η αριστερή πτέρυγα του κινήματος πριν από έναν και παραπάνω αιώνα δεν βοηθά τη σύγχρονη ριζοσπαστική αριστερά στη χάραξη της στρατηγικής της. Αντίθετα, αυτή έχει πολλά να κερδίσει και από απόψεις τις οποίες είχαν εκφράσει στο παρελθόν τόσο ο αναρχισμός όσο και ο σοσιαλδημοκρατικός μεταρρυθμισμός, που πολεμήθηκαν με σφοδρότητα από το επαναστατικό μαρξιστικό ρεύμα, δικαιολογημένα ίσως στο πλαίσιο της σκληρής ιδεολογικής πάλης στις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες εκείνης της εποχής. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το ζήτημα της κυβερνητικής συμμαχίας των σοσιαλδημοκρατών με αστικά κόμματα, την οποία καταδίκαζε τότε ως προδοτική η αριστερή τάση της σοσιαλδημοκρατίας. Παρά το γεγονός ότι σήμερα η συμμετοχή σε συμμαχικές κυβερνήσεις συνεχίζει να διχάζει τα ευρωπαϊκά ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα, τόσο μεταξύ τους όσο και εσωτερικό τους, αυτό το ενδεχόμενο δεν αποτελεί πια ζήτημα αρχής αλλά τακτικής επιλογής.
Στη διαπάλη μεταξύ της δεξιάς και της αριστερής τάσης ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίδραση των ρώσων μπολσεβίκων στην πρόταση ενός τμήματος της τάσης των μενσεβίκων (Πότρεσοφ, Αξελρόντ κ.ά.), μετά την ήττα της επανάστασης του 1905, να δημιουργηθεί ένα νόμιμο, μαζικό εργατικό κόμμα. Η θέση αυτή, με την οποία διαφώνησε έντονα όχι μόνο ο Λένιν αλλά και ο μετέπειτα θανάσιμος μενσεβίκος εχθρός του, Μάρτοφ, θεωρώντας ότι θα οδηγούσε στη διάλυση του παράνομου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, χάρισε στους υποστηρικτές της το απαξιωτικό προσωνύμιο «λικβινταριστές» (διαλυτικοί). Ως γνωστόν, ο συγκεκριμένος όρος έκανε έκτοτε μεγάλη διεθνή καριέρα, με γνωστή στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα την κατηγορία κατά των απόψεων στο εσωτερικό του για την ΕΔΑ και τη σχέση της με το παράνομο ΚΚΕ.
Να προσθέσω εδώ ότι η φρασεολογία της αναφερόμενης στο βιβλίο καταδίκης του λικβινταρισμού στην 5η Συνδιάσκεψη του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος, το 1908, θυμίζει την απόφαση της 12ης ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ το 1968, η οποία μιλούσε για την «φραξιονιστική επίθεση στη γραμμή και την καθοδήγηση του κόμματος της ομάδας των Μήτσου Παρτσαλίδη, Ζήση Ζωγράφου και Πάνου Δημητρίου, με δεξιά, οπορτουνιστική γραμμή, που οδηγεί αντικειμενικά στη διάλυση του ΚΚΕ και στη μετατροπή του σε ουρά της αστικής τάξης».

Το ζήτημα της δημοκρατίας

Υπάρχουν, όμως, και θέματα στα οποία οι θέσεις της σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς παρουσιάζουν ομοιότητες με εκείνες των αντιπάλων της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας την περίοδο της Δεύτερης Διεθνούς. Βασικό εδώ είναι το ζήτημα της δημοκρατίας, τόσο στην κοινωνία, όσο και στο εσωτερικό των αριστερών κομμάτων. Για παράδειγμα, το 1894, ο ρεφορμιστής Ζαν Ζωρές είχε ενεργό παρέμβαση στη γνωστή υπόθεση Ντρέυφους καταγγέλλοντας την αντιδημοκρατική μιλιταριστική συνομωσία, σε αντίθεση τόσο με τη δεξιά όσο και με την αριστερή τάση της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας που αδιαφόρησαν, θεωρώντας ότι το συγκεκριμένο ζήτημα αφορούσε εσωτερικές διαφορές της αστικής τάξης. Ο Μαστρογιαννόπουλος επισημαίνει ότι η Λούξεμπουργκ με άρθρο της στην εφημερίδα του SPD, Die Neue Zeit, υποστήριξε ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση «…το γαλλικό εργατικό κόμμα και το επαναστατικό σοσιαλιστικό κόμμα έμειναν στην άκρη, αντί να μπουν επικεφαλής του κινήματος και να καθορίσουν τον προσανατολισμό του», καθώς και ότι «ο Ζωρές είχε δίκιο [γιατί] η υπόθεση Ντρέυφους ξύπνησε όλες τις λανθάνουσες δυνάμεις της αντίδρασης στη Γαλλία». Αλλά και στο ζήτημα της εσωκομματικής δημοκρατίας οι απόψεις κάποιων ευρωπαίων ρεφορμιστών συνέπιπταν με εκείνες της ακροαριστερής Λούξεμπουργκ, οι οποίες ήταν αντίθετες με τον κατά τη γνώμη της μπλανκιστικό συγκεντρωτισμό του Λένιν και είχαν γι’ αυτό το λόγο καταγγελθεί από την αριστερή σοσιαλδημοκρατία ως φιλελεύθερη εμμονή.
Το αδιέξοδο της δογματικής μεταφοράς των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων από εποχή σε εποχή φαίνεται επίσης στα θέματα των παραγωγικών συνεταιρισμών, της εργατικής αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, της δίκαιης ανταλλαγής προϊόντων κ.λπ., αλλά και της αυτονομίας των συνδικάτων από τα κόμματα, τις οποίες στήριξαν την υπόψη περίοδο τόσο οι αναρχικοί όσο και η δεξιά πτέρυγα του σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος. Είναι γνωστό ότι αυτές τις θέσεις υιοθέτησαν πολλά χρόνια μετά ο ευρωκομμουνισμός, ιδιαίτερα το αριστερό ρεύμα του, το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα της δεκαετίας του 2000, αλλά και τα περισσότερα κόμματα της σύγχρονης, ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς.
Το ίδιο ισχύει και για το, κατά την γνώμη μου παρεξηγημένο από πολλούς, ρεύμα του αυστρομαρξισμού, των μεγάλων στοχαστών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Αυστρίας Όττο Μπάουερ, Βίκτορ Άντλερ, Καρλ Ρένερ και Ραλφ Χίλφρεντιγκ, με τις ρηξικέλευθες θεωρητικές επεξεργασίες τους για το εθνικό ζήτημα, τον πολιτισμό, την ψυχανάλυση και το χρηματιστικό κεφάλαιο. Η αναγνώριση της θεωρητικής συνεισφοράς στο κίνημα αυτού του κόμματος, με τις πολλές γυναίκες μέλη και τη δυναμική νεολαία του, δεν το απαλλάσσει βέβαια από την ιστορική καταδίκη για τη σύμπλευσή του με τον εθνικισμό στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Αυτές ήταν μερικές μόνο από τις σκέψεις που μου προκάλεσε η ανάγνωση του βιβλίου του Μαστρογιαννόπουλου. Όσες και όσοι το διαβάσουν θα κάνουν τις δικές τους, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα μια συναρπαστική αφήγηση για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιόδους της ιστορίας του παγκόσμιου εργατικού κινήματος.

 

* Το άρθρο βασίζεται στην εισήγηση του Χ. Γολέμη κατά τη δημόσια παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στις 12 Νοεμβρίου στο βιβλιοπωλείο «επί λέξει». Εισηγήσεις έκαναν στην ίδια εκδήλωση και οι Κώστας Αθανασίου, Στρατής Μπουρνάζος και Μικέλα Χαρτουλάρη.