Η όξινη γεύση μιας ανώνυμης απειλής

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο, “Γκαλβέιας” (μτφ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Κέδρος, 2016)

Γκαλβέιας λέγεται το χωριό στο οποίο γεννήθηκε πριν από 43 χρόνια ο Πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο. Εκεί, μια νύχτα του 1984, συμβαίνει κάτι που αφενός αλλάζει πολλά στη ζωή του χωριού και αφετέρου φέρνει στην επιφάνεια μυστικά κρυμμένα και ανείπωτα, μας λέει ο Πεϊσότο στο ομώνυμο με το χωριό του μυθιστόρημα, φτιάχνοντας μια ιστορία όπου τα όρια ανάμεσα στο μεταφυσικό και το πραγματικό θολώνουν και όπου η ανώνυμη, η άφατη απειλή εντάσσεται στη ρεαλιστική αφήγηση, με τρόπο όμως που δεν ολισθαίνει σε προβλέψιμες μανιέρες του μαγικού ρεαλισμού, καθώς αυτή η αόρατη, τελικά, απειλή παίρνει διάσταση κυρίως συμβολική.

Ολα αρχίζουν όταν, μια νύχτα όπου «το σκοτάδι ήταν πολύ παγωμένο», πέφτει ξαφνικά από τον ουρανό στο μικρό χωριό ονόματι Γκαλβέιας ένα αντικείμενο του οποίου ποτέ κανείς δεν αναφέρει το όνομα, κάτι σαν μετεωρίτης ίσως, με έναν κρότο τρομερό, μια έκρηξη ή μια σειρά εκρήξεων «σαν τρόμος του ενός λεπτού», «σαν η γη να εξερράγη από μέσα». Και τότε όλα αρχίζουν να αλλάζουν. Στην αρχή, οι δρόμοι γεμίζουν από «κόσμο που έδιωχνε από μέσα του τον τρόμο». Μετά, την ατμόσφαιρα πλημμυρίζει μια μυρωδιά θειαφιού, ξεσπάει «μια βροχή κατακλυσμιαία», έρχεται το κρύο. Ένα κλίμα ανησυχίας και απειλής αρχίζει να πλανάται σε όλο το χωριό, καθώς οι κάτοικοι συνειδητοποιούν ότι ακόμα και το ψωμί που τρώνε έχει αποκτήσει κι αυτό τη γεύση του θειαφιού, μια «γεύση αψιά, όξινη», σαν τη «γεύση του θανάτου». Και πάντα «στο κέντρο το πράγμα χωρίς όνομα, ακίνητο, περήφανο, επιδεικνυόταν».
Η ανωνυμία του «πράγματος» είναι ένα ισχυρό στοιχείο της αφήγησης, καθώς αυξάνει, εντείνει αυτό το κλίμα της απειλής: «σε αυτό το μυθιστόρημα όλα έχουν όνομα, εκτός από αυτό το αντικείμενο. Η παρουσία του είναι αισθητή σε όλο το μυθιστόρημα, αλλά ποτέ δεν γίνεται εντελώς ξεκάθαρη. Και το γεγονός ότι αυτή η ανησυχητική παρουσία δεν παίρνει όνομα την κάνει να είναι μόνο συναίσθημα, αίσθηση, αυτό που έχει σχέση με τον φόβο», λέει σε μια συνέντευξή του σε ισπανική εφημερίδα ο ίδιος ο Πεϊσότο. Και σε άλλη συνέντευξή του, στο Βήμα αυτή τη φορά, θα πει ότι «αν δεν έδινα όνομα, ο αναγνώστης θα ήταν πιο ελεύθερος να το εκλάβει ως κάτι με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί», για να προσθέσει ότι «αν κάτι δεν σου είναι απόλυτα γνώριμο, τότε εκεί μέσα βάζεις όλες τις αρνητικές και κακές σκέψεις και ιδέες σου και ξαφνικά αυτό γίνεται κάτι ισχυρά αρνητικό».
Ο Πεϊσότο θέλησε να σκιαγραφήσει το «ανθρώπινο πορτρέτο της ζωής σε ένα μικρό χωριό, καθώς και όλο το πλέγμα των σχέσεων που διαμορφώνουν το συλλογικό». Έτσι, γράφει ιστορίες που θα μπορούσαν να αποτελούν επιμέρους διηγήματα, ιστορίες όμως που αγγίζονται, διαπλέκονται, συντίθενται, τέμνονται, επικαλύπτονται, για να συνθέσουν τελικά ένα μυθιστόρημα απ’ όπου παρελαύνει όλη η κοινωνία του χωριού – μια αγροτική κοινωνία μακριά το βουκολικό φολκλόρ, μια κοινωνία άγρια, σκληρή, συντηρητική, βίαιη (ειδικά εναντίον των πιο αδύναμων – η σωματική και ψυχολογική βία που υφίσταται η δασκάλα και η σκύλα της είναι ανατριχιαστική). Και στη νέα αυτή, μυθοπλαστική, πραγματικότητα έρχεται να συντεθεί η μεταφυσική ανησυχία και ο διάχυτος φόβος από την ανώνυμη απειλή με την πραγματικότητα της ζωής, ή, για την ακρίβεια, με τις πολλές υποκειμενικές πραγματικότητες που συνθέτουν τη ζωή. Σε έναν τόπο όπου ο φούρνος του χωριού τη νύχτα μετατρέπεται σε ντίσκο και πορνείο, η πραγματικότητα μπορεί να πάρει πολλές μορφές.
Όπως πάντα, μεγάλο όπλο του Πεϊσότο είναι η γλώσσα και το ύφος του. Η πλοκή του βιβλίου εκτυλίσσεται το 1984. Ο Πεϊσότο γεννήθηκε το 1974 και έφυγε από το Γκαλβέιας στα 18 του. Ωστόσο, ο ίδιος δεν δέχεται ότι το βιβλίο είναι αυτοβιογραφικό και λέει πως ήθελε να υπογραμμίσει τη σημασία που έχει ο κόσμος της υπαίθρου για την ταυτότητα της κουλτούρας της χώρας. «Έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της πλοκής συμβαίνει στο Γκαλβέιας, τόπο των αναμνήσεων και των εμπειριών μου από την παιδική ηλικία, που ταυτόχρονα όμως είναι και ένα μέρος πολυδιάστατο, και υπό αυτή την οπτική θα ήθελα να γίνει κατανοητό».
Μετά τον φόβο και την απειλή, όμως, για το τέλος υπάρχει μια ακτίνα αισιοδοξίας, εννιά μήνες μετά την πτώση του ανώνυμου πράγματος, μια επιστροφή της ζωής, που κουβαλάει ένα σημάδι: «τη φυσιολογική μυρωδιά των νεογέννητων μωρών. Δεν μύριζε θειάφι». Και τότε οι άνθρωποι σαν να ξυπνάνε από τον εφιάλτη και από τον θάνατο και συνειδητοποιούν ότι «αν συνέχιζαν να δέχονται το ψέμα, θα το πίστευαν σύντομα και, όταν θα το πίστευαν, τίποτα δεν θα τους χώριζε απ’ το να γίνουν κι οι ίδιοι αυτό το ψέμα». Μπορεί «ο καθένας να είχε τη δική του στιγμή απόφασης», αλλά ο δρόμος για τη ζωή είχε μόλις ανοίξει.

Κώστας Αθανασίου