Ιδεολογική άπνοια. Πολιτική ακαμψία.

Του Κωστή Γιούργου

Στο φύλλο της περασμένης Κυριακής, διατρέχοντας την ομιλία με την οποία έκλεισε τις εργασίες του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΕ ο γ.γ. του κόμματος Δ. Κουτσούμπας, είχαμε την προσδοκία ότι η Πολιτική Απόφαση του συνεδρίου –που δεν είχε ακόμη δοθεί στη δημοσιότητα– θα ήταν ίσως πιο διαφωτιστική αναφορικά με ένα κεντρικό πολιτικό ερώτημα: αν και σε ποιο βαθμό η κυβέρνηση της Αριστεράς απασχόλησε τους προβληματισμούς του ανώτατου κομματικού οργάνου. Πιο συγκεκριμένα, πώς τοποθετείται η ηγεσία του ΚΚΕ απέναντι στην τροπή που σημειώθηκε στα πολιτικά πράγματα ως αποτέλεσμα της ανάθεσης, με τη λαϊκή ψήφο, της διακυβέρνησης της χώρας στην Αριστερά. Δημοσιευμένη δυο μέρες αργότερα, η Πολιτική Απόφαση διέψευσε όσους ενδεχομένως είχαν ελπίσει σε λιγότερη ιδεολογική άπνοια και πολιτική ακαμψία. Και επανεπιβεβαίωσε την απόφαση της ηγετικής ομάδας να κρατήσει το κόμμα στην ασφαλή για την ίδια τροχιά των στερεότυπων του προηγούμενου συνεδρίου.
Η Πολιτική Απόφαση είναι χαρακτηριστική του πώς η απροθυμία για ρηξικέλευθες αποφάσεις που απαιτεί η ρέουσα πολιτική πραγματικότητα, μεταμφιέζεται σε αυτό που κάποτε –τότε που η αδάπανη αμφισβήτηση του ταξικού εχθρού ήταν του συρμού– το λέγαμε «επαναστατική γυμναστική»: Καθηκοντολογία τόσο γενικόλογη και ηχηρή, που (νομίζει ότι) αφήνει χωρίς επιχειρήματα τον αντίλογο. Ή, με τα λόγια του Δ. Κουτσούμπα στην εισήγησή του, «ολόπλευρη ισχυροποίηση του ΚΚΕ μπροστά στο καθήκον της ανασύνταξης του εργατικού κινήματος και της ανάπτυξης της κοινωνικής συμμαχίας σε αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή κατεύθυνση, στην πάλη κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου, για την εργατική εξουσία».
Χωρίς εσωκομματικό αντίλογο, απαλλαγμένο από διαφορετικές απόψεις στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από το προηγούμενο συνέδριο, το κόμμα μπορεί να παράγει ανεμπόδιστα το είδος της πολιτικής που το προφυλάσσει από τους κινδύνους του τολμηρού ανοίγματος στην κοινωνία με όρους πολιτικούς και όχι μόνο κινηματικούς, εξασφαλίζοντάς του, ταυτόχρονα, την ευπρόσωπη παρουσία στο Κοινοβούλιο που του χρειάζεται προκειμένου να μην εξαφανιστεί από τον πολιτικό χάρτη. Ουσιαστικά το ΚΚΕ δεν διεκδικεί εκπροσώπηση στην πολιτική πυραμίδα τέτοια που θα του προσέδιδε ρυθμιστικό βάρος. Η απουσία ουσιαστικής πολιτικής συμμαχιών αυτό δείχνει: απροθυμία ανάληψης ευθυνών πέρα από τα όρια των διαχειρίσιμων επιρροών του.

Ο κίνδυνος της απομόνωσης

Φυσικά, αυτό εμπερικλείει τον κίνδυνο της απομόνωσης, της απώλειας ακροατηρίου, απώλεια που κάποια στιγμή θα αποδειχθεί οριστική και αμετάκλητη. Η ηγετική ομάδα το γνωρίζει και αντιδρά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της ρητορικής της από το πεδίο της ανάγκης λήψης επιτακτικών πολιτικών αποφάσεων στη σφαίρα της «κυρίαρχης αντίθεσης», της «πάλης ενάντια στο κεφάλαιο, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, στα αστικά κόμματα, φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά, παλιά και νέα», στη «μάχη ενάντια και σ’ όλο το φάσμα του οπορτουνισμού, οι δυνάμεις του οποίου -εντός κι εκτός ΣΥΡΙΖΑ- ασκούσαν πίεση στο κόμμα για τη μετατροπή του σε μέρος μιας πολιτικής διαχείρισης του συστήματος», όπως επισημαίνει η Πολιτική Απόφαση. Η οποία, πάντα στην ίδια λογική, χρεώνει το κόμμα με το καθήκον να απαντήσει στα «διάφορα σχέδια αναμόρφωσης του αστικού πολιτικού συστήματος… προβάλλοντας την αναγκαιότητα και επικαιρότητα του σοσιαλισμού, κόντρα στις ξεπερασμένες ιστορικά απόψεις ότι μπορεί μια μεταβατική κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού να ανοίξει το δρόμο για την επαναστατική ανατροπή…», ορθώνοντας «σταθερό μέτωπο στους αντιλαϊκούς στρατηγικούς στόχους της αστικής τάξης…», με τους οποίους «αντιλαϊκούς στρατηγικούς στόχους» της άρχουσας τάξης διαπλέκεται η «συνεχιζόμενη προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να εμφανίζει “αριστερό” προφίλ, να αξιοποιεί “ιδεολογικές διαφοροποιήσεις” του από τη ΝΔ, προκειμένου να αποπροσανατολίζει και να εξαπατά εργατικά – λαϊκά στρώματα… να καπηλεύεται χυδαία την Ιστορία και τους αγώνες του ΚΚΕ και του εργατικού – λαϊκού κινήματος, να εμφανίζεται περίπου ως κομμουνιστική δύναμη».

Ίδια γραμμή

Αν σε όλα αυτά ακούτε την ηχώ της οξείας κριτικής που είχε ασκήσει από το βήμα της Βουλής στο κυβερνών κόμμα η κ. Αλέκα Παπαρήγα κατά τη συζήτηση του νόμου για την απλή αναλογική, δεν έχετε κάνει λάθος. Προεξοφλώντας, λες, το γράμμα και το πνεύμα της Πολιτικής Απόφασης, η πρώην γραμματέας του ΚΚΕ είχε κατακεραυνώσει τον περασμένο Ιούλιο τον ΣΥΡΙΖΑ, κατηγορώντας τον ότι «έχει εξελιχθεί σε ένα νέο πολιτικό τζάκι και τσακώνεται με τη ΝΔ για το νέο εκλογικό νόμο, ενώ και οι δύο συμφωνούν στις στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου» και φροντίζοντας να κάνει σαφές μια για πάντα ότι κανένας εκλογικός νόμος, όσο αναλογικός και δίκαιος, δεν θα θέσει το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος να συνεργαστεί με τον οποιονδήποτε: το ΚΚΕ «δεν συμμετέχει σε καμία κυβέρνηση, είτε καθαρά αστική, είτε διαχείρισης του αστικού συστήματος», με δυο λόγια: ας μην προσδοκά στήριξη το κυβερνητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ είναι ταγμένο αποκλειστικά στην υπηρέτηση της «κυρίαρχης αντίθεσης»: «Η κοινωνία είναι ταξική, από τη μία είναι το κεφάλαιο και από την άλλη ο λαός…». Άλλωστε «… τα όρια του Κοινοβουλίου είναι πολύ περιορισμένα για τη λαϊκή αποτελεσματικότητα». Μια αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο λαός, για την ικανοποίηση ακόμη και των πιο άμεσα επιτακτικών αναγκών του, πρέπει να υπολογίζει μόνο στα ρήγματα που μπορεί να προκαλέσει στο πολιτικό σύστημα η κυβερνητική αστάθεια: «… Ο λαός πρέπει να ξέρει ότι όσο πιο σταθερή είναι η κυβέρνηση, τόσο πιο δύσκολη θα γίνεται η αποτελεσματικότητα της πάλης του».
Στην τελευταία αυτή φράση συνοψίζεται πέρα από κάθε αμφιβολία η τοποθέτηση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στην ιστορική πρόκληση που συνιστά η ανάθεση, με την ψήφο του λαού, της διακυβέρνησης της χώρας στην Αριστερά. Ιδεολογική άπνοια. Πολιτική ακαμψία.