Ιδεολογική και πολιτική αντιπαλότητα για την Παιδεία

tritovathmia

Την έντονη αντίθεσή της έσπευσε να εκφράσει η αντιπολίτευση (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι) και ο προσκείμενος σε αυτήν Τύπος σχετικά  στο νομοσχέδιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που κατατέθηκε σε διαβούλευση στις 2 Ιουνίου και θα παραμείνει μέχρι τις 14, επιτιθέμενη τόσο στην κυβέρνηση, όσο και στους φοιτητές. Το ΚΚΕ και τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μέχρι και την Παρασκευή, δεν έχουν αντιδράσει επίσημα, επεξεργαζόμενα ακόμα το νομοσχέδιο.
Άλλωστε, ο χρόνος-ρεκόρ απάντησης από την υπόλοιπη αντιπολίτευση για ένα νομοσχέδιο 103 σελίδων -με το ΠΑΣΟΚ να προλαβαίνει να διαμορφώσει γνώμη την ημέρα κατάθεσης και τη ΝΔ μόλις δύο μέρες μετά- προκαλεί σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο αυτό έχει μελετηθεί.

Ποιοι φοβούνται φοιτητές και άσυλο;

Το πρώτο πεδίο αντιπαράθεσης αφορά την επαναφορά της συμμετοχής των φοιτητών στα διοικητικά όργανα των ανώτατων ιδρυμάτων. Συγκεκριμένα, θα έχουν δικαίωμα συμμετοχής (και όχι ψήφου) στη Σύγκλητο -πέραν του πρύτανη, αντιπρυτάνεων, κοσμητόρων, προέδρων τμημάτων, εκπροσώπων λοιπού διδακτικού και εργαστηριακού προσωπικού και διοικητικού- και πέντε εκλεγμένοι φοιτητές.
Οι νέοι που άλλες φορές περιγράφονται ως το μέλλον της κοινωνίας, τώρα έγιναν «κουκουλοφόροι» και «φοιτητοπατέρες» για την εφημερίδα «Δημοκρατία», ή η συμμετοχή τους συνίσταται σε «οπισθοδρόμηση» για την «Καθημερινή», τηρώντας τη γραμμή που δόθηκε από τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Η μεν ΝΔ χαρακτήρισε το γεγονός «ιδεοληψία της κυβέρνησης» και το δε ΠΑΣΟΚ –το οποίο θέσπισε το 1982 τη συμμετοχή φοιτητών στα όργανα- σημείωσε πως «γυρνάμε δεκαετίες πίσω στην πλήρη υποδούλωση των ιδρυμάτων σε συνδικαλιστικές και κομματικές ηγεσίες».
Ο Κ. Μητσοτάκης σε σχετική δήλωση χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «ένα μεγάλο βήμα προς τα πίσω», καθώς «επαναφέρει τις χειρότερες παθογένειες του παρελθόντος»: «Η Παιδεία αποτελεί εθνικό κεφάλαιο. Είναι χώρος που προσφέρεται για σύνθεση και συναινέσεις. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση επιδιώκει τη διαίρεση, το διχασμό και τελικά την οπισθοδρόμηση. Είναι κάτι που οφείλεται σε ιδεοληψία, αλλά και σε μια κοντόφθαλμη πολιτική στρατηγική (…) Η ΝΔ είναι αποφασισμένη να αγωνιστεί εναντίον αυτού του νομοσχεδίου, από κοινού με την ακαδημαϊκή κοινότητα». Η δήλωση αυτή προκάλεσε την αντίδραση του υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου: «Λυπάμαι που ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να δώσει έναν λάθος αγώνα σε ένα λάθος γήπεδο. Πρέπει επιτέλους να καταλάβει ότι η παιδεία δεν είναι εμπόρευμα, αλλά κοινωνικό αγαθό. Οι δηλώσεις του αποκαλύπτουν την ευθεία ιδεολογική ταύτισή του –και συνεννόηση άραγε;- με τους Θεσμούς. Γιατί ακριβώς τα ίδια ακούγαμε και αντιμετωπίσαμε στη διαπραγμάτευση με τους Θεσμούς. Τουλάχιστον αυτούς τους πείσαμε». Σύμφωνα, ωστόσο, με ρεπορτάζ της «Καθημερινής», το οποίο δεν βάζει σε εισαγωγικά καμία –έστω και ανώνυμη- δήλωση, οι θεσμοί «ασκούν πιέσεις για αλλαγές», καθώς «οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις θεωρούνται πισωγύρισμα σε σχέση με όσα έχουν γίνει στο χώρο της Παιδείας». Συγκεκριμένα, όσον αφορά τα μεταπτυχιακά «θα αποδυναμωθεί ο χαρακτήρας και η ανταγωνιστικότητα των προγραμμάτων», ενώ όσον αφορά το άσυλο η διάταξη «εκλαμβάνεται ως σήμα ανοχής στην ανομία».
«Προφανώς και αντιδρά όλο το συντηρητικό μπλοκ, γιατί έχουν μια καθαρά ελιτίστικη αντίληψη για την πανεπιστημιακή κοινότητα, είναι ξένο στη φιλοσοφία τους η συμμετοχή των φοιτητών σε αυτή. Αντίθετα, στη δική μας ιδεολογία είναι κυρίαρχη η δημοκρατική συμμετοχή όλων και αυτός είναι ο στόχος μας, η επαναφορά της δημοκρατικής λειτουργίας, που είχε εξοριστεί με το νόμο Διαμαντοπούλου. Δίνουμε δικαίωμα ψήφου στους 18χρονους για να αποφασίζουν για όλα, αλλά δεν μπορούν να αποφασίσουν για το χώρο στον οποίο σπουδάζουν; Δεν έχει λογική αυτή η θέση», τονίζεται σχετικά στην «Εποχή» από το υπουργείο Παιδείας.
«Ήταν απαραίτητη η κατάρτιση ενός νέου νομοσχεδίου για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, που θα θέτει αυτά τα ζητήματα», τοποθετείται αρχικώς η νεολαία ΣΥΡΖΙΑ, καθώς η συζήτηση του νομοσχεδίου σε βάθος ξεκίνησε το Σάββατο. «Είμαστε συνηθισμένοι να δεχόμαστε επίθεση από τη ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και τα προσφιλή τους ΜΜΕ», εξηγεί και η Βάλια Λιόντου, φοιτήτρια Μαθηματικού Αθήνας και μέλος των ΕΑΑΚ, προσθέτοντας όμως πως η συμμετοχή που ορίζει το νομοσχέδιο δεν είναι ουσιαστική, καθώς «το ζήτημα είναι πώς διαμορφώνεται αυτή. Μια προσωπική ψήφος σε πέντε άτομα και όχι πολιτική, μια φορά το χρόνο, υποβαθμίζει τη φοιτητική εκπροσώπηση σε δεκαπενταμελές σχολείου. Πραγματική συμμετοχή των φοιτητών θα ήταν η θεσμική κατοχύρωση, να λαμβάνονται δηλαδή υπόψιν της Συγκλήτου, των αποφάσεων των φοιτητικών συλλόγων, και ειδικά των γενικών συνελεύσεων».
Κατά της φοιτητικής συμμετοχής τάχθηκαν σε ανακοίνωσή τους και 30 πανεπιστημιακοί. Παρόλα αυτά, δεν φαίνεται να είναι η κυρίαρχη άποψη των διδασκόντων, καθώς ούτε η Σύνοδος των Πρυτάνεων στην τελευταία συνεδρίασή τους στις 13 Μαΐου διατύπωσε κάποια ένσταση επί του θέματος, αλλά και πολλοί άλλοι καθηγητές κρίνουν πως είναι λογική και επόμενη η συμμετοχή όλων των τμημάτων της ακαδημαϊκής κοινότητας, όπως τονίζεται από τον Βασίλη Καρδάση, καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης και πρόεδρο του Ανοιχτού Πανεπιστημίου, και από καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, που μίλησε στην «Εποχή».
Εννοείται, δε, πως στόχος της τρομολαγνείας αντιπολίτευσης – ΜΜΕ υπήρξε και η νομοθέτηση του ασύλου, με τη ΝΔ να σημειώνει σχετικά πως η κυβέρνηση «επαναφέρει μια παρωχημένη και επικίνδυνη αντίληψη για το ακαδημαϊκό άσυλο». Η «επικίνδυνη αντίληψη» έγκειται απλώς στην ύπαρξή του, καθώς στο νομοσχέδιο τίθεται μάλιστα η αυτεπάγγελτη επέμβαση της αστυνομίας σε περιπτώσεις πλημμελήματος και κακουργήματος. «Τους πονάει περισσότερο η λέξη και όχι οι ρυθμίσεις. Άλλωστε, έλυσε κάτι η κατάργηση του ασύλου, έφτιαξε κάτι στα πανεπιστήμια; Όχι, βέβαια. Είναι καθαρά ιδεολογική η διαφωνία», τοποθετείται το υπουργείο.
Η ελευθερία λόγου και δράσης, από την άλλη, δεν είναι μόνο ζήτημα νομοθετικό, σύμφωνα με τη Βάλια Λιόντου, «το άσυλο δεν αρκεί να επανακατοχυρωθεί σε ένα νόμο, αλλά είναι θέμα που επαφίεται κυρίως στην ακαδημαϊκή κοινότητα, φοιτητές, καθηγητές, διοικητικοί κτλ, για το πώς θα λειτουργήσει».

Εκδημοκρατισμός και ενστάσεις

Πέραν, όμως, του ασύλου και της φοιτητικής συμμετοχής, αναδεικνύονται και άλλα δύο ζητήματα όσον αφορά τη διοικητική λειτουργία των ανώτατων ιδρυμάτων. Πρώτον, προβλέπεται μεν η συμμετοχή όλων των συμμετεχόντων της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά τα μέλη του λοιπού διδακτικού και εργαστηριακού προσωπικού των ιδρυμάτων «συμμετέχουν με δικαίωμα ψήφου, μόνο αν συζητούνται θέματα που αφορούν σε ζητήματα της οικείας κατηγορίας προσωπικού», γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση πολλών εξ αυτών των διδασκόντων στα σχόλια της διαβούλευσης, ζητώντας την ίση συμμετοχή τους με τους υπόλοιπους διδάσκοντες, αντί της δημιουργίας δύο ταχυτήτων μέσα στα ιδρύματα. «Το υπουργείο Παιδείας είναι θετικό στο να εξετάσει αλλαγή της συγκεκριμένης διάταξης, ορίζοντας την πλήρη συμμετοχή, με δικαίωμα ψήφου, για όλους τους διδάσκοντες», απάντησε σχετικά στην «Εποχή» πηγή του υπουργείου.
Το δεύτερο ζήτημα, αφορά στην εκλογή των πρυτάνεων και αντιπρυτάνεων. Το νομοσχέδιο, καταργώντας τα Συμβούλια Ιδρύματος, επαναφέρει την ελεύθερη εκλογή των πρυτανικών αρχών από την πανεπιστημιακή κοινότητα, και όχι με υποδείξεις συγκεκριμένων, όπως γινόταν με τα συμβούλια. Θέτει, όμως, τον πρύτανη και αντιπρύτανη υπό εκλογή σε ξεχωριστό ψηφοδέλτιο για τον καθένα, γεγονός που βρίσκει αντίθετη τη Σύνοδο, ενώ η αντιπολίτευση μιλά για δυσλειτουργικά σχήματα.
«Δίνεται η δυνατότητα, μέσω των ξεχωριστών ψηφοδελτίων, για πιο αντιπροσωπευτικές διοικήσεις και άρα θα είναι πιο δύσκολο να δημιουργηθούν συμπαγή πρυτανικά σχήματα – βαρωνίες, που θα έχουν το πανεπιστήμιο λάφυρο», σημειώνεται από το υπουργείο Παιδείας.
«Τα ξεχωριστά ψηφοδέλτια σημαίνουν μεγαλύτερη δημοκρατία και πλουραλισμό», σημειώνεται και από τον πανεπιστημιακό Βασίλη Καρδάση, εκτιμώντας το νομοσχέδιο σε μια πρώτη ανάγνωση «σε θετική κατεύθυνση, ιδίως αν ληφθεί υπόψιν η σημερινή κατάσταση μετά τους απαράδεκτους νόμους Διαμαντοπούλου-Αρβανιτόπουλου».

Περιφερειακά Συμβούλια

Ένα ακόμα πεδίο αντιπαράθεσης αποτελεί η δημιουργία Ακαδημαϊκών Συμβουλίων Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, με τη ΝΔ και ΠΑΣΟΚ να φοβούνται για το αυτοδιοίκητο των ιδρυμάτων, τη στιγμή μάλιστα που συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη λειτουργία των παλαιών Συμβουλίων, που είχαν αναλάβει τον έλεγχο των ΤΕΙ και των πανεπιστημίων, αίροντας το αυτοδιοίκητο.
Τα νέα συμβούλια, που θα λειτουργούν εκτός των ιδρυμάτων και τα μέλη τους θα εκλέγονται από τα ίδια (16 καθηγητές-μέλη), δύο από τα υπουργεία Παιδείας και Οικονομίας και ένα από το Εθνικο Συμβούλιο Έρευνας και Καινοτομίας, αναλαμβάνουν τη σύνδεση των ΤΕΙ και των πανεπιστημίων μεταξύ τους, όπως και με τα ερευνητικά κέντρα της περιφέρειας, με στόχο την ανάπτυξη στρατηγικής, συνεργασίας, εξεύρεσης χρηματοδότησης, με τις όποιες προτάσεις να υποβάλλονται και να αποφασίζονται στις Συγκλήτους.
Η Σύνοδος Πρυτάνεων τον Μάιο είχε περιγράψει το θεσμό των Περιφερειακών Συμβουλίων Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας ως «χρήσιμο» εφόσον έχουν σαφές πλαίσιο λειτουργίας, η σύνθεσή τους και η εκλογή των μελών έχουν αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής ακαδημαϊκής συζήτησης και στόχος αυτών είναι η εξεύρεση πόρων για τα πανεπιστήμια. Το συγκεκριμένο ζήτημα δεν έχει εισπράξει –έως τώρα- κάποια αρνητική κριτική. «Στο νομοσχέδιο φαίνονται οι προσπάθειες του υπουργείου να ξεπεραστούν οι ενστάσεις των δανειστών και να γίνουν τομές σε σχέση με το νόμο Διαμαντοπούλου, αντιμετωπίζοντας για παράδειγμα τα προβλήματα των συμβουλίων ιδρυμάτων, με τη δημιουργία των περιφερειακών. Το νομοσχέδιο θα πρέπει να κριθεί εν καιρώ και διεξοδικά. Αυτή τη στιγμή δεν βοηθάει ούτε η πολύ έντονη εσωτερική διαμαρτυρία, γιατί την εκμεταλλεύονται πολιτικές υστερόβουλες επιθέσεις, που ήταν βέβαια αναμενόμενες», τονίζεται από καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
«Όταν το νομοσχέδιο θέτει τη σύνδεση με την περιφερειακή οικονομία, φοβόμαστε ότι αυτό μπορεί να επηρεάσει το δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Η σύνδεση της γνώσης με την έρευνα είναι κάτι θετικό, αλλά δεν περιγράφεται ακριβώς ποιον θα ωφελήσει, το νέο ερευνητή-φοιτητή ή τα συμφέροντα μεγάλων εταιρειών;», εκφράζει τις ανησυχίες της το μέλος των ΕΑΑΚ.

Πρόσβαση των οικονομικά ασθενέστερων στα ΠΜΣ

Το πεδίο όπου αναδεικνύονται πιο καθαρά οι ιδεολογικές διαφορές όσον αφορά την εκπαίδευση είναι αυτό των μεταπτυχιακών σπουδών. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δωρεάν πρόσβαση των φοιτητών ακόμα και σε προγράμματα με δίδακτρα, αν έχουν εισόδημα κάτω των 11.000 ευρώ το χρόνο (θα υποβάλλουν αίτηση απαλλαγής, αφού θα έχουν γίνει δεκτοί από το ΠΜΣ, ώστε να μην υπάρξει τυχόν αποκλεισμός τους για οικονομικούς λόγους). Θέτει το ζήτημα διαφάνειας μέσω δημοσιοποίησης πού πάνε ακριβώς τα χρήματα των διδάκτρων και ορίζει τη ρητή δικαιολόγηση των ποσών από τα ιδρύματα προς υπουργείο και τη δυνατότητα του τελευταίου να μην τα κάνει δεκτά, αν δεν έχουν να κάνουν με τη βιωσιμότητα του προγράμματος, και αυτή μπορεί να εξασφαλιστεί από άλλους πόρους. Γίνεται προσπάθεια μείωσης του κόστους των προγραμμάτων θέτοντας τον όρο οι διδάσκοντες να προέρχονται, σε ποσοστό 60% , από το ίδιο το τμήμα που τα εκπονεί, ώστε να μην γίνεται επιβάρυνση μέσω των μισθών καθηγητών από άλλα ιδρύματα. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα υποτροφιών  για τους φοιτητές, αλλά και χρηματοδοτικά κίνητρα για όσα ιδρύματα προσφέρουν δωρεάν μεταπτυχιακά.
Κατά ένα περίεργο τρόπο, όμως, το ΠΑΣΟΚ ερμηνεύει τη δυνατότητα δωρεάν πρόσβασης των μη εχόντων, σαν «ένας αριστερός υπουργός που νοιάζεται μόνο για τους πλούσιους», καθώς, όπως εξηγεί με διάφορα άλματα σκέψης, «έχει την πλήρη ευθύνη κατάλυσης του αναδιανεμητικού ρόλου του δημόσιου πανεπιστημίου όσον αφορά παιδιά των πιο αδύναμων κοινωνικά και οικονομικά στρωμάτων. Και αυτό γιατί διαλύει κάθε έννοια αξιότητας του δημόσιου πανεπιστημίου και θα απολαμβάνουν πια καλή τριτοβάθμια εκπαίδευση μόνο όσοι μπορούν να την πληρώσουν και να την αναζητήσουν σε ξένα ή ιδιωτικά πανεπιστήμια» (!).
Αντίστοιχα, η ΝΔ περιγράφει τη ρύθμιση των διδάκτρων ως «γραφειοκρατία», ενώ η πρωτοβουλία των 30 καθηγητών διαφωνεί με την οριοθέτηση των μισθών τους. Από την άλλη, ο καθηγητής Βασίλης Καρδάσης επισημαίνει ότι η πλειονότητα των διδασκόντων είναι κατά των διδάκτρων: «Τα μεταπτυχιακά δεν θα έπρεπε να έχουν δίδακτρα, με εξαίρεση μόνο όσο έχουν λειτουργικά έξοδα, όπως εργαστήρια, και να είναι ακριβώς για να καλυφθούν αυτά τα έξοδα και τίποτα άλλο, ή μπορεί να αφήνουν ένα ποσοστό για τη φοιτητική μέριμνα».
Το αίτημα της δωρεάν πρόσβασης στα μεταπτυχιακά σημειώνει και η Βάλια Λιόντου, καθώς «θεωρούνται πια απαραίτητα για να μπεις στην αγορά εργασίας. Δεν είναι όπως παλιά για επαγγελματική ή ακαδημαϊκή ανέλιξη, δεν είναι ζήτημα πολυτέλειας. Άρα θα είναι καταστροφικό για τους φοιτητές να παραμείνουν τα δίδακτρα και τώρα που ξανάνοιξε η κουβέντα για το ζήτημα, το φοιτητικό κίνημα θα πρέπει να διεκδικήσει και τη μείωση κάποιων υπέρογκων διδάκτρων που ζητούνται από μερίδα μεταπτυχιακών προγραμμάτων». Η ίδια όμως δεν πιστεύει πως οι διευκολύνσεις για τους φοιτητές που έχουν χαμηλό εισόδημα στο τέλος θα αποτελέσουν όντως βοήθεια προς αυτούς, φοβούμενη την τυχόν εισαγωγή των φοιτητικών δανείων ή της πλήρους άμισθης απασχόλησης των φοιτητών στα ιδρύματα.
«Δεν πρόκειται να ακούσουμε καθηγητές που επιζητούν την αύξηση των εισοδημάτων τους μέσω της μετακύλησης του κόστους στους φοιτητές, ούτε την αντιπολίτευση που θέλει την εμπορευματοποίηση της παιδείας. Αυτούς που ακούμε είναι όλη η υπόλοιπη κοινωνία που ζητά πρόσβαση στα μεταπτυχιακά, ιδίως σε κάποια που είναι εξαιρετικά ακριβά. Η συγκεκριμένη νομοθέτηση για τα μεταπτυχιακά δεν είναι αυτό που θα θέλαμε ιδανικά, αλλά αποτελεί το πρώτο, δειλό, βήμα προς τη δημόσια δωρεάν μεταπτυχιακή εκπαίδευση», σημειώνεται από το υπουργείο Παιδείας.

Μπολόνια ή αντι-Μπολόνια;

Το ζήτημα που ανησυχεί εκ των αριστερών όσον αφορά το νομοσχέδιο, είναι αυτό της αναγνώρισης επιπέδου μάστερ για τα πενταετή πτυχία του Πολυτεχνείου και του Γεωπονικού, όπως και η ίδρυση διετών προγραμμάτων πιστοποίησης των αποφοίτων των ΕΠΑΛ μέσα στα ανώτατα ιδρύματα, με τον «Ριζοσπάστη» να σημειώνει την περασμένη Τετάρτη, ότι φαίνεται για συνέχεια του νόμου Διαμαντοπούλου.
Ο φόβος έγκειται σε τυχόν έναρξη σπασίματος των πτυχίων, δημιουργώντας απόφοιτους δύο ταχυτήτων, όπως περιγράφεται από την οδηγία της Μπολόνιας. «Απεναντίας αυτό που ορίζει το νομοσχέδιο είναι αντι-Μπολόνια. Θα ήταν σπάσιμο, αν λέγαμε 4+1 χρόνια ή 3+2. Εμείς λέμε, όμως, το ενιαίο και αδιάσπαστο πενταετές πτυχίο θα θεωρείται μάστερ. Αυτό γίνεται γιατί τα προγράμματα σπουδών τους  και οι γνώσεις που αποκτούν οι φοιτητές, είναι όντως αυτού του επιπέδου. Πολλές φορές δεν τους δέχονται στο εξωτερικό για μεταπτυχιακό, γιατί τους λένε ότι το έχουν ήδη κάνει και να πάνε απευθείας για διδακτορικό. Ταυτόχρονα, με αυτό τον τρόπο κατοχυρώνεται και το bachelor και τα επαγγελματικά δικαιώματα των τετραετών ΤΕΙ μηχανικών και γεωπόνων, που ήταν χρόνια εκκρεμή ζητήματα», σημειώνεται από το υπουργείο Παιδείας. Μένουν, όμως, ανοιχτά τα ζητήματα του ορισμού των μορίων στον ΑΣΕΠ που θα δικαιούνται οι κάτοχοι των πενταετών πτυχίων σε σχέση με αυτούς που θα έχουν πτυχίο και μεταπτυχιακό ξεχωριστά, όπως και «αν θα υπάρχει η αρνητική δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στα πενταετή πτυχία, εφόσον πια θα θεωρούνται μάστερ», εκφράζει το φόβο της το μέλος των ΕΑΑΚ.
Τέλος, όσον αφορά τα διετή προγράμματα σπουδών για τους απόφοιτους του ΕΠΑΛ, το υπουργείο Παιδείας εξηγεί πως θα αφορά μόνο αυτούς, «γιατί μέχρι τώρα το χαρτί που παίρνουν δεν έχει καμία αναγνώριση. Δεν θα είναι όπως προέβλεπε το νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου για μίνι πτυχία σχολών, σε καμία περίπτωση. Δεν θέλουμε κάτι τέτοιο, δεν θέλουμε σπάσιμο. Αν θέλαμε κάτι τέτοιο, απλά δεν θα χρειαζόταν να κάνουμε τίποτα, αφού προβλεπόταν ήδη».
Ενώ καταλήγει γενικά για τις ισορροπίες που προσπαθεί να κρατήσει το νομοσχέδιο πως «θα το θέλαμε ακόμα πιο προοδευτικό σε κάποια σημεία, αλλά και αυτό το νομοσχέδιο υφίσταται την επιτροπεία και τους περιορισμούς των δανειστών, και προσπαθούμε να μην αλλοιωθεί ο χαρακτήρας αυτών που θέλουμε να κάνουμε».

Τζέλα Αλιπράντη