ΙΡΑΝ: Οι εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες των βίαιων συγκρούσεων

iran

Την τελευταία εβδομάδα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης ασχολήθηκαν με αντικυβερνητικές διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα στο Ιράν, τις πρώτες σε τέτοια έκταση από το 2009. Οι διαδηλωτές, φορείς διαφόρων αιτημάτων, αλλά και πεποιθήσεων, έβαλαν στο στόχαστρό τους την κυβέρνηση του ιρανού προέδρου, Χασάν Ροχανί. Ο αριθμός των 22 νεκρών ενέτεινε την ανησυχία για τις εξελίξεις, σε μία από τις ισχυρότερες, αλλά και πιο σταθερές χώρες της ευρύτερης περιφέρειας της Μέσης Ανατολής. Οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία χαιρέτισαν τις διαδηλώσεις και καταφέρθηκαν, για μια ακόμα φορά, ενάντια στο καθεστώς της Τεχεράνης. Ως απάντηση, οι υποστηρικτές της κυβέρνησης βγήκαν ειρηνικά στους δρόμους στο ρόλο της «σιωπηρής πλειοψηφίας». Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές φαίνεται το κύμα διαδηλώσεων να υποχωρεί, από το συνδυασμό καταστολής και μαζικών φιλοκυβερνητικών διαδηλώσεων.

Οι αιτίες των διαδηλώσεων

Μέσα ενημέρωσης και αναλυτές εξέφρασαν δημόσια την έκπληξή τους για το ξέσπασμα των διαδηλώσεων. Η αλήθεια είναι ότι δεν αναμένονταν σύντομα δημόσιες διαμαρτυρίες, παρά την οικονομική κρίση που είχε εμφανιστεί το τελευταίο διάστημα: Τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση είχε ξοδέψει τεράστια κεφάλαια για τη γεωπολιτική της ισχυροποίηση, κυρίως προς Ιράκ και Λίβανο, προκειμένου να κρατήσει ανοιχτό το δρόμο του «σιιτικού τόξου» με τη σύμμαχό της Χεζμπολά του Λιβάνου. Επιπλέον, συμμετείχε άμεσα ή δια αντιπροσώπων στη στρατιωτική συντριβή των σκοταδιστών του Ισλαμικού Χαλιφάτου, κάτι που απαιτούσε επίσης μεγάλα χρηματικά ποσά. Ο στόχος επιτεύχθηκε, αν συνυπολογίσουμε και τη μεγάλη επιτυχία της Διεθνούς Συμφωνίας για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, κάτι που άνοιγε το δρόμο για την επαναφορά στην περιφερειακή και διεθνή κανονικότητα του Ιράν. Όμως, από την άλλη πλευρά δεν μπόρεσε να αντιμετωπιστεί η κρίση των οικονομικών μεγεθών. Η κυβέρνηση προχώρησε σε κατάργηση επιδομάτων που είχε δώσει ως πρόεδρος ο Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ στη μεσαία και κατώτερη τάξη, συμπεριλαμβανομένου και του εμβληματικού οικογενειακού επιδόματος 11 δολαρίων το μήνα ανά άτομο. Η υποτίμηση του ιρανικού Ριάλ έφερε την ανατίμηση των εισαγόμενων προϊόντων, τα καύσιμα αυξήθηκαν κατά 50%, από την πολύ χαμηλή βέβαια τιμή τους (9 λεπτά/λίτρο η βενζίνη), αλλά ακολούθησαν περαιτέρω ανατιμήσεις προϊόντων της τάξης του 5%. Ας μην ξεχνάμε όμως και τη μεγάλη ανεργία. Σε έναν πληθυσμό άνω των 80 εκατομμυρίων, οι μισοί είναι κάτω των 30 ετών! Από αυτά τα 40 εκατομμύρια νέων ανθρώπων, τουλάχιστον το 20% είναι άνεργοι. Επιπλέον, μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από τα όρια της φτώχειας. Η πλειοψηφία αυτού του πληθυσμού βρίσκεται στην επαρχία, είναι συντηρητικοί και στις εκλογές του 2017, ψήφισαν κατά κύριο λόγο το συντηρητικό αντίπαλο του μετριοπαθούς σημερινού προέδρου, Ιμπραχίμ Ραϊσί (Ροχανί 57%, Ραϊσί 38,3%). Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν την Πέμπτη 28 Δεκέμβρη στην πόλη Μασχάντ, αρχικά σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις ανατιμήσεις και τη διαφθορά. Σε αυτές τις συγκεντρώσεις συνέτρεξαν οι συντηρητικοί αντίπαλοι του Ροχανί, οι οποίοι αντιτίθενται στη μετριοπαθή εσωτερική πολιτική του και επιπλέον εκφράζουν το σκεπτικισμό τους για τους διαύλους επικοινωνίας με τη Δύση, που προϋποθέτει τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος της χώρας. Επιπλέον, διαφωνούν με μια σειρά μέτρων «χαλάρωσης» των ηθών της Ισλαμικής Δημοκρατίας που διέπεται από τους νόμους της Σαρία (Ισλαμικός Νόμος). Πρόσφατα, ο νέος διευθυντής της Αστυνομίας της Τεχεράνης ανακοίνωσε μία «διαφορετική αντιμετώπιση των παραβατών των ηθικών νόμων». Αντί φυλάκισης ή τιμωριών πρότεινε το δημόσιο μαστίγωμα, την «επιμόρφωσή» τους σχετικά με τους ηθικούς κανόνες, ώστε να τους κατανοήσουν καλύτερα. Κάτι σαν εναλλακτική τιμωρία που θα λέγαμε στη Δύση. Ο ίδιος ο πρόεδρος Ροχανί, δημοσιοποίησε την πρόθεσή του να επιτρέψει τη διοργάνωση συναυλιών, κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα ήθη που εισήγαγε ο ίδιος ο ιδρυτής της Ισλαμικής Δημοκρατίας και ηγέτης της Επανάστασης Ιμάμης Χομεϊνί. Η κατάσταση σταμάτησε να είναι ελεγχόμενη, όμως, όταν το κίνημα διαμαρτυρίας έχασε το στοίχημα των κοινών στόχων, μιας και στο κάδρο των διαμαρτυριών προστέθηκαν και διαδηλωτές στις πόλεις, κυρίως γύρω από την πανεπιστημιακή νεολαία. Εκεί, στα μέχρι τότε αιτήματα (οικονομικά και συντηρητικού τύπου), προστέθηκαν και μεταρρυθμιστικά. Είναι ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ίδια τη ζωή που επιζητεί μεγάλο μέρος της πολυπληθούς και μορφωμένης νεολαίας, η οποία μέσω της επαφής με τα κοινωνικά δίκτυα (τα τελευταία δυο χρόνια υπήρχε χαλάρωση στην αυστηρή πολιτική πρόσβασης στο διαδίκτυο), αναζήτησε νέους τρόπους οργανωμένης διαμαρτυρίας.

Ο διεθνής παράγοντας

Οι εξελίξεις στο εσωτερικό δεν μπορούν να κατανοηθούν αποκομμένες από το περιφερειακό και διεθνές σκηνικό. Στη Μέση Ανατολή ξημερώνει η επόμενη μέρα της στρατιωτικής ήττας του Ισλαμικού Χαλιφάτου. Ο νέος Χάρτης που σχεδιάζεται στην Ουάσιγκτον και το Ριάντ, ανατρέπει το «Δόγμα Ομπάμα» περί της αναβαθμισμένης περιφερειακής σημασίας του Ιράν, με την προϋπόθεση του διεθνούς ελέγχου του πυρηνικού του προγράμματος. Ο ειδικός σύμβουλος του Τραμπ —και γαμπρός του— Τζάρεντ Κούσνερ, και ο μεταρρυθμιστής διάδοχος του θρόνου της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ Μπιν Σάλμαν, προχωρούν βήμα βήμα στην υλοποίηση του «Δόγματος Τραμπ» για την περιφερειακή πολιτική: Μετά την πτώση του ISIS, νούμερο ένα περιφερειακός και διεθνής κίνδυνος δεν είναι οι τζιχαντιστές, αλλά το Ιράν. Το 2017 σημαδεύτηκε από την κοινή δράση ενός άξονα, υπό τις ΗΠΑ, που συμπεριλαμβάνει την Αίγυπτο, το Ισραήλ, τη Σαουδική Αραβία, τα σουνιτικά βασίλεια του Κόλπου και τους Κούρδους. Στόχος η εξασθένιση του σιιτικού τόξου (Ιράν-Συρία υπό τον Άσαντ-Χεζμπολλάχ), που στηρίζεται από τη Ρωσία. Οι κρίσεις στο Κατάρ, αλλά και στην Υεμένη εντάσσονται στον πόλεμο δια αντιπροσώπων (proxy war).

Συμπεράσματα

Δεν μπορούμε να γράψουμε για ανάμειξη ξένων δυνάμεων, ως υποκινητών των διαδηλώσεων (εννοείται μέρους των ομάδων διαμαρτυρίας) χωρίς απτές αποδείξεις, παρά τα γνωστά σε όλους μας παραδείγματα του πρόσφατου και μακρινού παρελθόντος. Το σίγουρο είναι πως οι ΗΠΑ, οι σουνίτες σύμμαχοί της στην περιοχή και το Ισραήλ, θα επιθυμούσαν την αποδυνάμωση ή και την πτώση του καθεστώτος. Βέβαιο είναι επίσης και το γεγονός των υπαρκτών οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων, που είναι σε θέση να πυροδοτήσουν αντιδράσεις, ακόμα και βίαιες. Άλλο τόσο βέβαιο είναι, όμως, και το γεγονός, ότι ο σιιτικός πληθυσμός του Ιράν δεν θα επιχειρήσει ανατροπή του πυρήνα της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, δηλαδή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ενώ στους σουνίτες η εξουσία νομιμοποιείται με την εκλογή της πολιτικής ηγεσίας, είτε από τον λαό είτε από τους άρχοντες, στους σιίτες —όπως είναι στο Ιράν— η εξουσία νομιμοποιείται εφόσον ασκείται από έναν απόγονο του προφήτη, που στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι διαθέσιμος και έτσι τον εκπροσωπεί ένα Ιερατείο. Το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν όσο καταπιεστικό και να είναι, έχει νομιμοποίηση στα μάτια των πολιτών του και κανείς σιίτης δεν πρόκειται να επιδιώξει την ανατροπή του παρά μόνο μεταρρυθμίσεις, λιγότερο ή περισσότερο ριζοσπαστικές, αλλά πάντα στη βάση του υπάρχοντος συστήματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Μπουγδάνης Νεκτάριος
Συντονιστής Τμήματος Διεθνών
Σχέσεων & Εξωτερικής
Πολιτικής ΣΥΡΙΖΑ
Υποψήφιος Διδάκτορας Μεσανατολικών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου