Ιστορίες ανθρώπων, ιστορίες μιας χώρας

Ερνέστο Σάμπατο «Περί ηρώων και τάφων»
(μτφ. Κλαίτη Σωτηριάδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Η Αλεχάντρα, τελευταίος γόνος μια οικογένειας Αργεντινών αριστοκρατών που είναι πια σε παρακμή, σκοτώνει τον πατέρα της με τέσσερις πυροβολισμούς και μετά κλείνεται στο δωμάτιό της, περιλούζεται με βενζίνη και αυτοπυρπολείται: με την πρώτη πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος μαθαίνουμε αυτό το τραγικό γεγονός, που θα δώσει το έναυσμα για μια αναζήτηση που θα φτάσει στα πιο απειλητικά σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής αλλά και σε ζοφερές στιγμές της ιστορίας της Αργεντινής.
Στο ταξίδι αυτό εμφανίζεται μια ολόκληρη τοιχογραφία από πρόσωπα, το καθένα με τον ρόλο του, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές, πλην της Αλεχάντρα, είναι ο Μαρτίν, ο νεαρός εραστής της Αλεχάντρα, ο Μπρούνο, ο άνθρωπος που υπήρξε ερωτευμένος με τη μητέρα της Αλεχάντρα και τώρα είναι ο ακροατής και φίλος του Μαρτίν ενώ λειτουργεί και ως ένα είδος σχολιαστή των τεκταινομένων, και βεβαίως ο Φερνάντο, ο πατέρας της Αλεχάντρα, η νοσηρή φωνή του σκότους.
Η οικογένεια της Αλεχάντρα ζει τον ξεπεσμό της, αλλά ταυτόχρονα κουβαλάει όλο εκείνο το παρελθόν της δόξας, σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία και την αφήνει πίσω του («έδιναν την εντύπωση πως δεν συμμετείχαν στη σκληρή πραγματικότητα του κόσμου που τους περιέβαλλε […] αποτελούσαν το τέλος μιας παλιάς οικογένειας [αλλά] διατηρούσαν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, τις παλιές αρχές των κρεολών που οι άλλες οικογένειες είχαν αποβάλει σαν σαβούρα για να μη βουλιάξουν»). Ιδιότυπη εξαίρεση σε αυτό, η Αλεχάντρα και ο πατέρας της. Η Αλεχάντρα, ένας άνθρωπος «αίνιγμα» που φτάνει να πει για τον εαυτό της «ούτε κι εγώ με καταλαβαίνω», μια γυναίκα που βασανίζεται από μια «μεγάλη εσωτερική θύελλα», που εμφανίζεται και εξαφανίζεται, έρχεται και φεύγει, καθώς οδεύει προς το σκοτεινό τέλος. Δίπλα της, όσο μπορεί, ο νεαρός Μαρτίν («στην πραγματικότητα ένας έφηβος»), ο οποίος, πασχίζοντας να διατηρήσει αλλά και να κατανοήσει τη σχέση του με την Αλεχάντρα, στην ουσία προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι ο ίδιος. Ιδιαίτερη περίπτωση ο Φερνάντο, ο πατέρας της Αλεχάντρα, ένας κυνικός και εμμονικός άνθρωπος που ζει κοιτάζοντας διαρκώς την άβυσσο της παράνοιας και γράφει ένα γκροτέσκο παραλήρημα (που αποτελεί το 3ο κεφάλαιο του μυθιστορήματος) με τίτλο «Έκθεση για τους τυφλούς» (καθώς πιστεύει ότι καταδιώκεται από μια μυστηριώδη σέχτα τυφλών που κυβερνάει τον κόσμο), ένας άνθρωπος που, όπως λέει, μισεί «την παγκόσμια κωμωδία των έντιμων συναισθημάτων»…

Μέσα σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο και στις φωτεινές χαραμάδες του, κυκλοφορούν άνθρωποι που βασανίζονται αλλά και αναζητούν την ελπίδα, άνθρωποι γεμάτοι αντιφάσεις που τους οδηγούν σε δύσβατες ψυχολογικές διαδρομές, συχνά οδυνηρές, ενίοτε καταστροφικές. Ο Σάμπατο χρησιμοποιεί μια ποικιλία από αφηγηματικές τεχνικές για να στήσει μια καλοσχεδιασμένη σύνθεση, στην οποία, όσο κι αν οι επιμέρους «προσωπικές» αφηγήσεις και πραγματικότητες προσθέτουν ψηφίδες στο πανόραμα, ο αναγνώστης μένει πάντα να αναρωτιέται αν καταφέρνει να φτάσει σε μια «αλήθεια», σε μία πραγματικότητα, αν αυτή η μία πραγματκότητα υπάρχει. Τελικά τα ερωτηματικά μπορεί να είναι περισσότερα από τις απαντήσεις και τις αλήθειες.
Το βιβλίο, επιπλέον, καθώς τοποθετεί επανειλημμένως την ιστορία μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής, πάνω στον καμβά των δραματικών γεγονότων που συντάραζαν την Αργεντινή εκείνα τα χρόνια (το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1961, αλλά η παράξενη αυτοκτονία της Αλεχάντρα γίνεται το 1955), είναι συνάμα και μια ματιά, αλλά και ένας προβληματισμός, για την άγρια, τη βάναυση πλευρά της ιστορίας της Αργεντινής, μιας ιστορίας που κινείται παράλληλα με την πορεία παρακμής της οικογένειας (κάποια στιγμή η Αλεχάντρα αποκαλείται «αντιφατική και ζωντανή κατάληξη της ιστορίας της Αργεντινής»).
Το Περί ηρώων και τάφων έχει θεωρηθεί το σημαντικότερο έργο του Ερνέστο Σάμπατο και ένα από τα μεγάλα αργεντίνικα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Ο Σάμπατο, επιχειρώντας να κοιτάξει βαθιά στην ψυχολογία των πρωταγωνιστών του, ανατέμνει όλα εκείνα που αυτός θεωρεί τα μείζονα ζητήματα της ανθρώπινης συνθήκης – τον θάνατο, τη μοναξιά, τη σχέση με τον θεό, την πατρίδα, μια σειρά από υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα που διατυπώνει, αλλά και τη λογοτεχνία (η εμφάνιση του Μπόρχες δίνει την αφορμή για μια μεγάλη συζήτηση, στη βάση της οποίας βρίσκεται το ερώτημα τι είναι αργεντίνικη λογοτεχνία).
Την ίδια στιγμή αναζητεί αυτό που θεωρεί «ταυτότητα» της χώρας, της Αργεντινής, σκαλίζοντας την ιστορία της, το παρελθόν των ιθαγενών, των μεταναστών, των γκάουτσο, των εργατών, των κρεολών πατριαρχών, σε μια εποχή που εκτείνεται από τον 18ο αιώνα μέχρι το 1955, σε ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Σίγουρα εδώ πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του το ιστορικό πλαίσιο της ταραγμένης εποχής στην οποία γράφτηκε το βιβλίο, όπως και την ιδιαιτερότητα του περονισμού στην Αργεντινή, πράγματα στα οποία ο χώρος εδώ δεν επιτρέπει να γίνει, όχι συζήτηση, ούτε καν αναφορά.
Σε κάθε περίπτωση, και ανεξάρτητα από ποια στάση –θετική ή αρνητική– έχει κρατήσει κανείς απέναντί του, το μυθιστόρημα αυτό έχει αποτελέσει σημείο αναφοράς στη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής. Εκατοντάδες σελίδες έχουν γραφτεί για τη σχέση του με την ιστορία, για την ιδεολογία του, για το πολιτικό στίγμα που εκπέμπει, για τους χαρακτήρες του (και ειδικά για τον Φερνάντο – «η τυφλότητα είναι μια μεταφορά του σκότους, το ταξίδι του Φερνάντο είναι μια κάθοδος στην κόλαση, μια κάθοδος στον ερεβώδη κόσμο του ασυνείδητου», έλεγε ο ίδιος ο Σάμπατο), για το πώς χειρίζεται τους «παλιούς πατριάρχες» της χώρας, για το αν είναι «απάντηση» στον νιχιλισμό του Τούνελ, του δικού του βιβλίου που είχε κυκλοφορήσει λίγα χρόνια πριν (για μια «παράλογη μεταφυσική της ελπίδας», μιλούσε ο ίδιος ο συγγραφέας), για το αν και κατά πόσο αντικατοπτρίζει μια ουσιοκρατική σκέψη του συγγραφέα τόσο για την «εθνική ταυτότητα» («εμείς οι Αργεντίνοι είμαστε απαισιόδοξοι», «ο Αργεντίνος είναι μνησίκακος, δραματικός και βίαιος» κ.λπ.) όσο και για την «ανθρώπινη συνθήκη» και άλλα, και άλλα.
Όταν διαβάζει ή ξαναδιαβάζει κανείς τον Σάμπατο, έρχεται προφανώς να αναμετρηθεί με το αιώνιο ερώτημα πώς διαβάζεις έναν –καλό, σημαντικό, μεγάλο ή όπως το πει κανείς– συγγραφέα του οποίου όμως η ζωή έχει πολλές φορές στιγματιστεί από πολιτικές επιλογές του. Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση. Μια συζήτηση μεγάλη, δύσκολη, περίπλοκη, αντιφατική, που επιπλέον δύσκολα μπορεί να καταλήξει σε μια οριστική απάντηση.
Ο Ερνέστο Σάμπατο τιμήθηκε το 1984 με το Βραβείο Θερβάντες, το σημαντικότερο βραβείο για την ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Κώστας Αθανασίου