Ιστορίες εγκλημάτων

Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ “Το ματωμένο του έργο”
(μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

 

Ιβάν Ζαμπλονκά “Λετισιά ή το τέλος των ανδρών”
(μτφ. Χαρά Σκιαδέλλη, εκδ. Πόλις, 2017)

Ενα όχι σπάνιο εύρημα χρησιμοποίησε ο Σκοτσέζος συγγραφέας Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ για να γράψει το –υποψήφιο στη βραχεία λίστα του Βραβείου Μπούκερ το 2016– μυθιστόρημά του: εμφανίζεται ως ο μεταγραφέας και μελετητής που αναλαμβάνει μια έρευνα για έναν τριπλό φόνο που διαπράχθηκε το 1869, χρησιμοποιώντας ως βάση ένα έγγραφο που άφησε, υποτίθεται, πίσω του ο δολοφόνος, το οποίο έγραψε στη φυλακή κατ’ εντολήν του συνηγόρου του.
Δράστης του αποτρόπαιου φόνου, λοιπόν, είναι ο μακρινός πρόγονος του συγγραφέα, Ρόντερικ Μακρέι, ένας 17χρονος κολλήγος, κάπου σε έναν οικισμό με μόλις εννέα σπίτια, στα Χάιλαντς της Σκοτίας. Σε αυτή τη μικρή, περιχαρακωμένη κοινότητα, όπου όλοι και όλες παλεύουν ενάντια σε αμέτρητες αντιξοότητες για να καλλιεργούν τη λίγη γη που τους αναλογεί και να εξασφαλίζουν τα προς το ζην, αναπτύσσονται σχέσεις αλληλεγγύης αλλά και σχέσεις νοσηρές, σχέσεις βίας και εξουσίας τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Όταν όλα μπλέκονται με την ανεξέλεγκτη αυθαιρεσία του γαιοκτήμονα ή, ακόμα χειρότερα ίσως, των εκπροσώπων του, του επιστάτη και του χωροφύλακα, τότε η έκρηξη είναι μονόδρομος, ακόμα και αν η οργή δεν είναι συνειδητή, ακόμα και αν όλοι έχουν (αναγκαστικά, άλλωστε) συνηθίσει αυτόν τον κώδικα ζωής, αυτή τη «γενική ατμόσφαιρα καταπίεσης», όπως λέει μια μάρτυρας στη δίκη.

Αλληλογρονθοκοπούμενες απόψεις

Ο συγγραφέας συγκροτεί το βιβλίο του ως μια σύνθεση από διάφορες πηγές. Τον βασικό κορμό αποτελεί το κείμενο το οποίο ο Ρόντερικ θα αποφασίσει να γράψει μέσα στο κελί του, πιεζόμενος από τον δικηγόρο του να εξηγήσει από τη δική του σκοπιά την πράξη  του. Σε αυτό το κείμενο έρχονται να προστεθούν οι μαρτυρίες των κατοίκων του οικισμού στο δικαστήριο και οι καταθέσεις τους στην αστυνομία, η διαδικασία της δίκης όπως αποτυπώνεται στις εφημερίδες της εποχής, οι εκθέσεις νεκροψίας και οι αναφορές διαφόρων εμπειρογνωμόνων, επιστολές, ένας χάρτης της περιοχής, ενώ ήδη από τον πρόλογό του ο συγγραφέας έχει θέσει σε συζήτηση τα ερωτηματικά που, υποτίθεται, έχουν δημιουργηθεί σχετικά με την αυθεντικότητα του χειρογράφου του Ρόντερικ.
Οι διάφορες μαρτυρίες δίνουν τις πολλαπλές εικόνες για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του Ρόντερικ: διακρινόταν άραγε από «πνευματική ανωτερότητα» και φερόταν πάντα με «ευγένεια και σεβασμό, χωρίς τάσεις απειθαρχίας» ή «από μικρό παιδί είχε κάτι διαβολικό πάνω του, μια κακία που δεν θα περίμενε κανείς από ένα παιδί»; Έτσι, μέσα από συμπληρωματικές ή αλληλογρονθοκοπούμενες οπτικές και απόψεις, στήνονται οι χαρακτήρες του βιβλίου, με σάρκα και οστά, με τις αντιφάσεις τους, με τις αδυναμίες τους, με τις μαυρόασπρες πλευρές τους.

Η ζωή στα σκοτσέζικα Χάιλαντς

Εκείνο όμως που αποτυπώνεται ολοζώντανα στο βιβλίο είναι οι συνθήκες της ζωής στα σκοτσέζικα Χάιλαντς, στα τέλη του 19ου αιώνα. Είναι φανερό ότι έχει προηγηθεί μεγάλη και σε βάθος έρευνα από τον συγγραφέα, τα αποτελέσματα της οποίας όμως είναι καλά χωνεμένα μέσα στο κείμενο, στην πλοκή και στους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, δίνοντας έτσι ένα εξαιρετικά παραστατικό κοινωνικό πλαίσιο, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει συμπεριφορές, επιλογές, σχέσεις, ακόμα και τη διάπραξη ενός φόνου.
Τελικά, τι ακριβώς συνέβη σε εκείνο το απομονωμένο χωριουδάκι, στα βουνά της Σκοτίας; Γιατί τόσες αντιφάσεις και ερωτηματικά; Τι ήταν αυτή η κτηνώδης σφαγή τριών ανθρώπων – μια πράξη ενός διαταραγμένου και κακού ανθρώπου ή μια αλόγιστη αντίδραση μπροστά στην αυθαιρεσία μιας εξουσίας που κατέστρεφε ζωές και ανθρώπους χωρίς δεύτερη σκέψη; Ίσως αυτά τα ερωτήματα να μην απαντιούνται όλα με σαφήνεια στο μυθιστόρημα του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ. Τελικά, όμως, μικρή σημασία έχει.

Ο «εγκληματολαϊκισμός» και τα προσχήματά του

Αντίθετα με τον Μακρέι Μπερνέτ, ο Ιβάν Ζαμπλονκά στηρίζει το δικό του βιβλίο σε ένα πραγματικό γεγονός που συντάραξε τη Γαλλία, τη δολοφονία της 18χρονης Λετισιά Περαί, τον Ιανουάριο του 2011. Η δολοφονία αυτή πυροδότησε μια ολόκληρη σειρά από αντιδράσεις, που άγγιξαν όλες τις βαθμίδες της πολιτικής και κοινωνικής ζωής, καθώς οι δυνάμεις της Δεξιάς και ο πρόεδρος Σαρκοζί βρήκαν την καλύτερη ευκαιρία, με την αναντικατάστατη βοήθεια των ΜΜΕ βέβαια, να αναδείξουν το πρόταγμα «του νόμου και της τάξης» στην πιο συντηρητική εκδοχή του, αναπτύσσοντας μια ρητορική «εγκληματολαϊκισμού», όπως την περιγράφει ο Ζαμπλονκά, η οποία επεδίωκε «τη σκλήρυνση της ποινικής πολιτικής» και «τη συσσώρευση νέων νόμων» και αμφισβητούσε κάθε φιλελεύθερη ή προοδευτική αλλαγή στο σωφρονιστικό σύστημα (όπως την αποφυλάκιση με όρους).
Η πολιτικοποίηση αυτής της τραγικής ιστορίας τροφοδότησε μια σειρά από «συζητήσεις περί δημόσιας ασφάλειας», οι οποίες βέβαια απέκρυπταν συστηματικά ότι «η συζήτηση περί υποτροπής είναι τόσο παλιά όσο και η ποινή φυλάκισης» (επιλέγοντας έτσι μια τακτική που «ευνοεί την οπτική της φυλάκισης» και οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα: «χρειάζονται περισσότερες φυλακές»), όπως ακριβώς απέκρυπταν και ότι η ίδια εκτελεστική εξουσία που κατηγορούσε τη Δικαιοσύνη για ελαστικότητα απέναντι σε φυλακισμένους είναι εκείνη που δεν της παρείχε «τα απαιτούμενα μέσα για να λειτουργήσει» (προσωπικό, πόρους κ.λπ.). Έτσι, ο Σαρκοζί, αφού αρχικά αναδεικνύει τις δύο μορφές του βιαστή και του πατέρα, «κατασκευάζει τώρα κι έναν τρίτο ρόλο: τον δικαστή συνένοχο». Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη η αντίδραση («απεργία», με μια έννοια) των δικαστών, πέρα από τις πολλαπλές ερμηνείες που μπορεί αυτή να είχε.

Επικεντρώνοντας στο θύμα

Το βιβλίο του Ζαμπλονκά επικεντρώνεται στο θύμα («Δεν γνωρίζω καμία αφήγηση εγκλήματος που να μην επικεντρώνεται περισσότερο στον δολοφόνο παρά στο θύμα», λέει ο συγγραφέας, για να προσθέσει ότι «εγώ θα ήθελα, αντιθέτως, να λυτρώσω τις γυναίκες και τους άντρες από τον θάνατό τους […] όχι να τους τιμήσω ως “θύματα”, διότι έτσι θα ήταν και πάλι σαν να τους ταυτίζω με το τέλος τους· απλώς να αποκαταστήσω την ύπαρξή τους») και αναπλάθει έτσι ολόκληρη τη ζωή της Λετισιά, ενώ ταυτόχρονα ανασυστήνει έναν κόσμο (η Λετισιά είναι γεννημένη στον «τέταρτο κόσμο της Ναντ») που συνήθως στρεβλώνεται από τον παραμορφωτικό φακό των τηλεοπτικών καναλιών.
Ο συγγραφέας άρχισε την έρευνά του το 2014 και στη διάρκειά της συνομίλησε με δικηγόρους, συγγενείς και φίλους, αναζήτησε αρχεία, επισκέφθηκε τα μέρη όπου συνέβησαν τα γεγονότα. Έτσι, δεν χάνει την ευκαιρία να θίξει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, όπως για παράδειγμα οι ειδήσεις του αστυνομικού δελτίου (που μπορούν να αναλυθούν «ως ιστορικό γεγονός»), θέτοντας το κρίσιμο ερώτημα «πώς μετατρέπεται μια είδηση που διαβάζουμε αφηρημένα στη βραδινή εφημερίδα σε εθνική τραγωδία που απασχολεί τα ΜΜΕ για βδομάδες ολόκληρες;» ή η βία κατά των γυναικών και η «γυναικοκτονία» (η «υπεραπλουστευτική ανάλυση» του Σαρκοζί «αποσκοπεί στο να χωριστεί η κοινωνία σε καλούς και κακούς», ωστόσο «με αυτή την επιλογή ο πρόεδρος της Δημοκρατίας παρασύρει τους Γάλλους σε λάθος συλλογισμούς, αφού τα περισσότερα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης σημειώνονται στο οικογενειακό περιβάλλον»· είναι χαρακτηριστικό ότι ο ανάδοχος πατέρας, τον οποίο ο Σαρκοζί έχει αναδείξει σε ήρωα, τελικά διώκεται για σεξουαλική κακοποίηση και βιασμό – «Θλίψη, αποτροπιασμός. Ένας τόσο έντιμος άνθρωπος…»).
Έχοντας πάντα μια συγκεκριμένη αντίληψη για τον ρόλο του ιστορικού και της Ιστορίας, ο Ζαμπλονκά έχει γράψει και στο παρελθόν βιβλία που γονιμοποιούν τον διάλογο, ανεξαρτήτως πόσο συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με αυτά (η βιογραφία του για τον Ζαν Ζενέ είναι ένα τέτοιο παράδειγμα). Μια τέτοια δημόσια παρέμβαση κάνει τελικά και με τη Λετισιά του, αγγίζοντας τολμηρά ορισμένα θέματα από τα οποία πολλοί προτιμούν να αποστρέφουν το βλέμμα.

Κώστας Αθανασίου