Καταγραφή και πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων

 

Του Ανδρέα Αβραμίδη*

Τα εργατικά ατυχήματα και ιδίως τα θανατηφόρα κανένας δεν τα θέλει, ούτε οι εργοδότες, ούτε το κράτος, όμως συμβαίνουν παρόλο που σήμερα υπάρχει η τεχνογνωσία και τα μέσα για τον περιορισμό τους. Συμβαίνουν για συγκεκριμένους λόγους, γιατί οι εργοδότες θέτουν σε προτεραιότητα τα κέρδη τους, συμβαίνουν γιατί στο συνδικαλιστικό κίνημα κυριαρχεί ο εργοδοτικός και συντεχνιακός συνδικαλισμός, μα κυρίως συμβαίνουν γιατί η πολιτεία με όλες τις εκφράσεις της (νομοθέτηση, έλεγχος & απονομή δικαιοσύνης) δεν έθεσε στις προτεραιότητές της την πρόληψη των ατυχημάτων και πολύ περισσότερο των επαγγελματικών ασθενειών.
Στην τελευταία έκθεση πεπραγμένων του ΣΕΠΕ περιλαμβάνεται ο διπλανός πίνακας (στον οποίο πρόσθεσα για λόγους πληρότητας μερικά στοιχεία που έχει το ΙΚΑ στις δικές του καταστάσεις).
Ο πίνακας αυτός είναι αποκαλυπτικός των προβληματικών στατιστικών τοιχείων. Ενώ για το ΣΕΠΕ τα ατυχήματα παραμένουν στα ίδια επίπεδα και τα τελευταία χρόνια αυξάνονται με 6.126 ατυχήματα το 2013, για το ΙΚΑ τα ατυχήματα για 50 χρόνια μειώνονται συνεχώς από τα 64 χιλιάδες ατυχήματα του 1964 στα 4.114 του 2013!
Είναι φανερό πως ουδέποτε αντιμετώπισε το κράτος με σοβαρότητα την αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων του και άρα την αποτελεσματική πρόληψη των εργατικών ατυχημάτων. Όχι κατά λάθος, βέβαια, αλλά μάλλον συνειδητά στο βωμό της ανεμπόδιστης ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας θυσιάζει δεκάδες και εκατοντάδες εργαζόμενους κάθε χρόνο στα δήθεν εργατικά ατυχήματα, ενώ πρόκειται τις περισσότερες φορές για προμελετημένα εγκλήματα. Όταν πχ σε κάποιο εργασιακό χώρο δεν εφαρμόζονται, έστω και στοιχειωδώς, οι υποχρεώσεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και συμβεί το ατύχημα, τότε δικαίως μπορούμε να μιλάμε για έγκλημα.

Προμελετημένα εγκλήματα

Παράδειγμα ενός τέτοιου εγκλήματος ήταν το θανατηφόρο εργατικό ατύχημα στο σταθμό ηλεκτροπαραγωγής της ΔΕΗ στην Κύθνο το 1999. Ο σταθμός δεν είχε ούτε γιατρό εργασίας, ούτε τεχνικό ασφάλειας, ούτε γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου, δεν είχε τίποτα από όσα προβλέπονταν ως υποχρεωτικά από τη νομοθεσία για την πρόληψη των ατυχημάταν και όπως ήταν επόμενο σε ένα τέτοιο περιβάλλον αυξημένου κινδύνου, συνέβη ατύχημα στο οποίο δυστυχώς έχασε την ζωή του ένας νέος εργαζόμενος από ηλεκτροπληξία.
Όμως ας γυρίσουμε στο θέμα της αξιόπιστης καταγραφής των ατυχημάτων. Παρόλο που το σύνολο των ατυχημάτων είναι πολύ μικρότερο αυτών που πραγματικά συμβαίνουν στους εργασιακούς χώρους, υπάρχουν κατηγορίες που η μη αναγγελία βγάζει μάτια. Από τη σχέση του συνόλου των ατυχημάτων προς τα θανατηφόρα μιας κατηγορίας εργαζομένων, μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε το μέγεθος της ελλιπούς καταγραφής, αφού τα θανατηφόρα δεν μπορούν να μην αναγγελθούν. Από την ίδια έκθεση λοιπόν του ΣΕΠΕ για το σύνολο της χώρας προκύπτει ότι: το 2012 το σύνολο των ατυχημάτων στη χώρα ήταν 4.858, εκ των οποίων τα 64 θανατηφόρα (σχέση ατυχημάτων προς θανατηφόρα, δηλαδή, 1 προς 75), το 2013 αυξήθηκαν σε 5.126, εκ των οποίων 67 θανατηφόρα (1 προς 76) και το 2014 έφτασαν τα 5.497, με 63 θανατηφόρα (1 προς 87).
Αν δούμε τώρα την καταγραφή των ατυχημάτων και δυστυχημάτων στους εργαζόμενους των εργολάβων της ΔΕΗ (από πίνακα της ίδιας της ΔΕΗ) θα δούμε έκπληκτοι πως το 2015 το σύνολο των ατυχημάτων ήταν 21 εκ των οποίων τα 5 θανατηφόρα! Αν είναι δυνατόν να συνέβησαν μόνο 21, είναι ηλίου φαεινότερο πως δεν καταγράφονται καθόλου τα εργατικά ατυχήματα στον χώρο αυτό.
Τουτέστιν, ένας αξιόπιστος σχεδιασμός πρόληψης των ατυχημάτων προυποθέτει την πλήρη καταγραφή όλων των ατυχημάτων που συμβαίνουν στους εργασιακούς χώρους. Η αναγγελία του εργατικού ατυχήματος και του πιο απλού, θα μας δώσει τη δυνατότητα να παρθούν μέτρα για τη μη επανάληψή του, επανάληψη που μπορεί να έχει σοβαρότερες συνέπειες, ακόμα και το θάνατο του θύματος.

* Μέλος του ΔΣ ΕΤΕ ΔΕΗ