Κινηματογράφος

«ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ»
Ο κατηγορούμενος κατηγορεί

 

Του Στράτου Κερσανίδη

Εγινε κάποτε ένα κακό, ένα πολύ μεγάλο κακό και ένας άνθρωπος βυθίστηκε στις τύψεις επειδή θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο. Έγινε κατήγορος του εαυτού του. Κατηγορούμενος από τον ίδιο του τον εαυτό του.
Ο Κένεθ Λόνεργκαν σκηνοθετεί την ταινία «Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα». Πρόκειται για μια ιστορία ανείπωτης οδύνης η οποία κρύβεται πίσω από ένα άδειο βλέμμα. Το βλέμμα του Λι Τσάντλερ, του ανθρώπου ο οποίος εργάζεται ως επιστάτης σε ένα συγκρότημα σπιτιών στη Βοστόνη. Εκεί τον συναντάμε, να καθαρίζει το χιόνι από το δρόμο, να διορθώνει τα υδραυλικά μιας ενοίκου ή τα ηλεκτρολογικά ενός άλλου. Είναι ένας άνδρας λιγομίλητος, που εργάζεται πολύ και θυμώνει εύκολα. Ένα τηλεγράφημα έρχεται από τη μικρή πόλη Μάντσεστερ, μια παραθαλάσσια πόλη βόρεια της Βοστόνης το οποίο πληροφορεί τον Λι, πως πέθανε ο Τζο, ο αδελφός του. Ο Λι πρέπει να επιστρέψει στη γενέθλια πόλη για να παρευρεθεί στην κηδεία του αδελφού του και να αναλάβει τα διαδικαστικά. Εκεί θα μάθει πως ο αδελφός του τον όρισε κηδεμόνα του 16χρονου ανιψιού του, Πάτρικ. Αυτό σημαίνει πως ο Λι πρέπει να επιστρέψει στο Μάντσεστερ κάτι που δεν τον ευχαριστεί καθόλου. Σύντομα θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται το κουβάρι και να αποκαλύπτονται γεγονότα από το παρελθόν. Αυτό το παρελθόν ήταν εκείνο από το οποίο ήθελε να ξεφύγει ο Λι και αυτό είναι που το ξαναβλέπει να ζωντανεύει μπροστά του.
Σε ένα χιονισμένο τοπίο, σε μια πόλη ήσυχη, ένα σκηνικό ηρεμίας αρχίζει ο σκηνοθέτης να χτίζει πετραδάκι-πετραδάκι, καρέ-καρέ το παρελθόν. Με φλας μπακ τα οποία εναλλάσσονται με το παρόν, ο Λόνεργκαν αρχίζει να αποκαλύπτει το δράμα. Ακολουθώντας αργούς ρυθμούς, συχνά υπνωτικούς, ο σκηνοθέτης δεν καταφεύγει στη μέθοδο της κορύφωσης η οποία πλησιάζει κλιμακωτά και αναμένεται, αλλά η μεγάλη στιγμή που αποκαλύπτει το αβάσταχτα οδυνηρό γεγονός που συνέβη μερικά χρόνια πριν, έρχεται σε μια στιγμή που δεν το περιμένεις όπως έρχεται συνήθως το κακό. Από το σημείο εκείνο και μετά, ο θεατής συγκλονισμένος παρακολουθεί την αποδόμηση της ζωής του Λι Τσάντλερ, αλλά και την αποδόμηση του ίδιου. Ο Λι αγαπά τον ανιψιό του αλλά αδυνατεί να αναλάβει την κηδεμονία του. Κάτι τον κρατά, τον φοβίζει κάτι που δεν μπορεί να ξεπεράσει και για το οποίο κατηγορεί τον εαυτό του.
Η ταινία του Λόνεργκαν δεν είναι καθόλου εύκολη. Δεν αναφέρομαι στη δυσκολία κατανόησής της, που δεν υφίσταται, αλλά στο συναισθηματικό της φορτίο. Τα πάντα κινούνται στη σκιά του κακού που έχει συμβεί πλάι στο οποίο έρχεται να προστεθεί και ο θάνατος του Τζο. Ένα γεγονός καθοριστικό για το νεαρό Πάτρικ, ο οποίος αντιμετωπίζει εκτός από το θάνατο του πατέρα του και τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης με τη μητέρα του, που τους είχε εγκαταλείψει. Με αφορμή το θάνατο, η Ράντι, πρώην γυναίκα του Λι, έχει ξαναφτιάξει τη ζωή της αλλά νιώθει με τη σειρά της ενοχές που τον εγκατέλειψε στα δύσκολα. Μια μεγάλη τραγωδία, ένας θάνατος, λαβωμένες σχέσεις, αναζήτηση κι αβεβαιότητα για το μέλλον, όλα αυτά μαζί συνθέτουν τον καμβά μιας σπαρακτικής ιστορίας την οποία αφηγείται με αξιοθαύμαστη λεπτότητα ο σκηνοθέτης.
Η κάμερα κοιτάζει κατάματα τους ανθρώπους και καταγράφει τις σιωπηλές τους κραυγές οι οποίες βγαίνουν από τα βλέμματα. Συγκλονιστική είναι η στιγμή που ο Λι συναντά τη Ράντι κι εκείνη ζητά να του μιλήσει. Ένα υπόκωφο δράμα στο οποίο ο θεατής αναζητά ανάσες καθώς η ταινία δεν αφήνει πολλά περιθώρια διαφυγής. Ταινία έντονων συναισθημάτων, σκληρή όσο μπορεί να είναι καμιά φορά και η ίδια η πραγματικότητα. Τόσο που οποιαδήποτε απόπειρα για χάπι εντ θα έμοιαζε με κακόγουστο αστείο. Κι ο σκηνοθέτης επειδή δεν θέλει να παίξει αλλά να αναδείξει τον πόνο των ανθρώπων και το αναπάντεχο της ζωής, τελειώνει απλά την ταινία με την αναχώρηση του Λι. Είναι εκείνο το αναπάντεχο το οποίο δεν φέρνει πάντα το κακό. Και αυτό είναι που μας κάνει τελικά να αναπνεύσουμε.
Για την εξαιρετική ερμηνεία του, ο Κέισι Άφλεκ τιμήθηκε με το βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA).

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

 

«Η ΖΩΗ ΜΙΑΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ»
Κινηματογραφημένος Μοπασάν

 

Η ταινία «Η ζωή μιας γυναίκας» (Une vie) του Στεφάν Μπριζέ είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα («Μια ζωή», όπως είναι ο γαλλικός τίτλος) του Γκι ντε Μοπασάν και μας μεταφέρει στη Νορμανδία το 1819.  Μια κοπέλα, η Ζαν, έχει περάσει τα παιδικά της χρόνια σε μοναστήρι. Αθώα, γεμάτη όνειρα για τη ζωή που ανοίγεται μπροστά της, επιστρέφει στο σπίτι της. Μετά από λίγο καιρό παντρεύεται ένα ευγενή αλλά σύντομα διαπιστώνει πως η ζωή δεν είναι όπως την ονειρευόταν καθώς ο άντρας της αφενός είναι τσιγκούνης, αφετέρου την απατά. Η Ζαν με οδυνηρό τρόπο ανακαλύπτει την αληθινή όψη της ζωής, απογυμνωμένης από το ρομαντισμό.
Ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του λέει: «Ανακάλυψα το μυθιστόρημα το 1993, μετά το τέλος των σπουδών μου. Δεδομένου ότι ήταν η πρώτη ανάγνωση, η ιστορία έχει κολλήσει στο κεφάλι μου με την ιδέα ότι θα ήθελα μια ημέρα να την κάνω ταινία. Ακόμα δεν έχω επίγνωση τι με συνδέει ακριβώς με αυτό το μυθιστόρημα και με αυτό το χαρακτήρα, εγώ απλά ένιωσα ότι ο Μοπασάν προσωπικά μου μίλησε, μου έλεγε κάτι που αντήχησε μέσα μου. Η σύνδεση ήταν βιολογική. Τα χρόνια πέρασαν, ξαναδιάβαζα το μυθιστόρημα τακτικά, με την επιθυμία μου να γίνει ταινία να παραμένει. (…) Τον Ιανουάριο του 2012, με τη Φλοράνς Βινιόν, αρχίσαμε να γράφουμε το σενάριο. Η ταινία κυκλοφόρησε σχεδόν πέντε χρόνια μετά την έναρξη των εργασιών. (…)
Το μυθιστόρημα είναι ένα «βουνό»: όχι σε όγκο, αλλά ως λογοτεχνία. Θα πρέπει, λοιπόν, να απορρίψεις τη λογοτεχνική του διάσταση για να το μεταφέρεις στον κινηματογράφο. Αυτή είναι μια δύσκολη πραγματικότητα, διότι το μυθιστόρημα του Μοπασάν έχει μια τέτοια δομή αλλά και ένα ύφος που δύσκολα μπορείς να τα ξεφορτωθείς. Διατηρώντας παράλληλα την αφήγηση, πρέπει να καταρριφθεί η λογοτεχνική του δύναμη και να εφευρεθεί μια νέα αφηγηματική για την ταινία. Η προσαρμογή είναι μια πίστωση. Ο εξαναγκασμός είναι ότι με αυτό το είδος της εργασίας, πολλοί άνθρωποι θυμούνται περισσότερο ή λιγότερο τα σημεία του πρωτότυπου έργου. Ως εκ τούτου, δημιουργούν πολύ ελεύθερα μια διαδρομή για την ταινία, ώστε να συνδέσουν τις καλύτερες στιγμές της ιστορίας με την αδιαμφισβήτητη αξία του μυθιστορήματος».
Ο Μπριζέ μεταφέρει στο σινεμά την ταινία με τρόπο που θα τον ζήλευε ο κάθε συνάδελφός του. Είναι τρυφερός και διεισδυτικός, κρατά τη δομή του βιβλίου και δεν κάνει «κινηματογραφημένη ανάγνωση» αλλά κινηματογράφο. Γι’ αυτό και τα πηγαίνει περίφημα, κάτι στο οποίο συμφωνούν οι περισσότερες κριτικές.

Σ.Κ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

 

«Όλα αρχίζουν αύριο» (Demain tout commence) του Ουγκό Γκελέν: Ο Σαμουέλ είναι ένας άνδρας ο οποίος ζει ανέμελα απολαμβάνοντας τη ζωή του στη Γαλλική Ριβιέρα. Μι μέρα, όμως, μια γυναίκα εμφανίζεται στην πόρτα του κρατώντας στην αγκαλιά της ένα μωρό που κλαίει. Η γυναίκα αυτή είναι η Κριστίν, μια πρώην ερωμένη του Σαμουέλ, η οποία αφήνει το μωρό και εξαφανίζεται! Προσπαθώντας να την βρει, μαθαίνει πως βρίσκεται στο Λονδίνο, αλλά η Κριστίν έχει γίνει καπνός. Ο Σαμουέλ για να μπορέσει να ζήσει στη βρετανική πρωτεύουσα, πιάνει δουλειά ως κασκαντέρ. Αποδεικνύεται πολύ καλός πατέρας, τα χρόνια περνούν και η κόρη του, η Γκλόρια, είναι ήδη 8 ετών. Τότε εμφανίζεται ξανά η Κριστίν! Ευχάριστη γαλλική κωμωδία.

«Αντίδοτο στην ευεξία» (A cure for wellness) του Γκορ Βερμπίνσκι: Ο Λόκχαρτ στέλνεται από τη χρηματιστηριακή εταιρεία στην οποία εργάζεται, σε ένα θεραπευτικό κέντρο στις Άλπεις. Εκεί πρέπει να βρει τον Πέμπροκ, διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας, και να τον πείσει να επιστρέψει στη Νέα Υόρκη αφού, όπως έχει δηλώσει, δεν έχει τέτοια πρόθεση. Όταν ο Λόκχαρτ φτάνει στο σανατόριο, ανακαλύπτει πως αντί για θαυματουργή θεραπεία αυτό που συμβαίνει είναι πως οι ασθενείς αρρωσταίνουν περισσότερο.

«Τζον Γουίκ 2» (John Wich: Chapter 2) του Τζαν Σταχέλσκι: Ο θρυλικός Τζον Γουίκ έχει αποσυρθεί από τη δράση αλλά αναγκάζεται να επιστρέψει για να προστατεύσει τον αδελφό του. Ένας εχθρός από το παρελθόν δίνει ένα τεράστιο ποσό σε όποιον καταφέρει να τον σκοτώσει. Έτσι ένας «στρατός» πληρωμένων δολοφόνων τον αναζητούν. Μόνο που ο Τζον Γουίκ δεν είναι εύκολο θύμα.

Σινεφίλ