Κινηματογράφος

«ΝΑ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕΙΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ»
Η ομορφιά της αγάπης

 

Του Στράτου Κερσανίδη

Η ερωτική επιθυμία μπορεί να υπάρξει ανεξαρτήτως φύλου. Μπορεί να είναι εντελώς αναπάντεχη ακόμη και για τους ίδιους τους ανθρώπους που την νιώθουν. Να είναι μια ανακάλυψη του ίδιου μας του εαυτού, μια αποκάλυψη που φέρνει ταραχή, αμφιταλάντευση κι αβεβαιότητα γι’ αυτό που συμβαίνει. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μην την αφήσουμε να φύγει γιατί θα μας στοιχειώσει.
Ο Λούκα Γκουαντανίνο με την ταινία του «Να με φωνάζεις με το όνομά σου» (You call me by your name), σκηνοθετεί το μυθιστόρημα του Αντρέ Ασιμάν, κλείνοντας έτσι μια τριλογία στην οποία περιλαμβάνονται και οι προηγούμενες ταινίες του «Είμαι ο έρωτας» (2009) και «Κάτω από τον ήλιο» (2015). Δεκαετία του 1980 σε μια επαρχιακή πόλη στη Λομβαρδία, στη Βόρεια Ιταλία ο δεκαεφτάχρονος Έλιο Πέρλμαν, περνά το καλοκαίρι του στην οικογενειακή βίλα, μαζί με τους γονείς του. Ο Έλιο νιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, φλερτάρει με τη συνομήλική του, Μάρτσια και απολαμβάνει τη θερινή ραστώνη. Η ζωή του όμως θα αναστατωθεί όταν θα τους επισκεφθεί ένας αμερικανός καθηγητής, οικογενειακός φίλος και συνεργάτης του πατέρα του, ο Όλιβερ. Ο Έλιο αρχίζει να αισθάνεται μια έντονη έλξη για τον Όλιβερ που θα οδηγήσει και τους δύο σε δρόμους άγνωστους. Όπως λέει ο σκηνοθέτης, «ο Έλιο, ο Όλιβερ και η Μάρτσια έχουν μπλέξει σε ένα ερωτικό γαϊτανάκι, όμοιο με αυτό που περιέγραψε κάποτε ο Τρούμαν Καπότε ως τον έρωτα, που δεν έχει γεωγραφία, δεν ξέρει από σύνορα».
Υπέροχη ταινία την οποία ο σκηνοθέτης οικοδομεί λίγο-λίγο χωρίς να εκβιάζει την εξέλιξη. Με τρόπο διακριτικό και διεισδυτικό, αφήνει την υπόθεση να εξελιχθεί έτσι ώστε όλα όσα συμβαίνουν να φαντάζουν εντελώς φυσιολογικά. Δίνει χρόνο στο θεατή να νιώσει τα συναισθήματα των ηρώων και σχεδόν να ξεχάσει πως πρόκειται για δύο άτομα του ιδίου φύλου και να επικεντρωθεί περισσότερο στους χαρακτήρες αυτούς καθαυτούς παρά στο φύλο τους. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τις ψηφίδες της αφήγησης χωρίς να αφήνει ρωγμές και προχωρά σε βάθος. Εξερευνά και αποκαλύπτει τις κρυφές πτυχές της ερωτικής επιθυμίας, το φόβο και την ανασφάλεια που προκαλείται μπροστά σε μια ενδεχόμενη απόρριψη. Και βέβαια την ορμή η οποία ακολουθεί μετά την αποδοχή. Στο όμορφο τοπίο της ιταλικής υπαίθρου αναδεικνύει τα σώματα και τα βλέμματα, μέσα σε μια αισθησιακή ατμόσφαιρα και όλα όσα γίνονται έρχονται με τρόπο φυσικό, απλά, ως αναπόφευκτη κατάληξη.
Ο Γκουαντανίνο κατάφερε να κάνει μια ταινία στην οποία αυτό που κυριαρχεί, αυτό που μένει δεν είναι η ομοφυλοφιλική σχέση των δύο ανδρών αλλά ο έρωτας δύο ανθρώπων, η αγάπη και η ομορφιά της, με μια ποιητική προσέγγιση. Τολμηρή ταινία, ως θέμα, αλλά καθόλου προκλητική, βαθιά ανθρώπινη και διακριτική, τρυφερή και αισθησιακή.
Ένα από τα κορυφαία σημεία στην ταινία είναι όταν, προς το τέλος, ο Έλιο συζητά με τον πατέρα του και ο δεύτερος του αποκαλύπτει πως γνωρίζει και στέκεται στο πλευρό του. Χαρακτηριστικά του λέει: «Αν είσαι αρκετά τυχερός να νιώσεις κάτι βαθύ, ακόμα κι αν πονάει, μην το διώξεις μακριά. Είναι απώλεια να νιώσεις κάτι όμορφο και μετά να προσπαθήσεις να προσποιηθείς ότι δεν συνέβη». Οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών συμπληρώνουν αυτήν την υπέροχη ταινία, ένα λαμπερό κινηματογραφικό διαμάντι από την Ιταλία.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com