Κινηματογράφος

«ΣΠΟΡΟΣ»
Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος!

Του Στράτου Κερσανίδη

Οταν το 1979 είχα δει το αριστούργημα του Αντρέι Ταρκόφσκι, «Στάλκερ», είχα βγει από την αίθουσα με την αίσθηση πως είχα δει κάτι συγκλονιστικό, αλλά ένιωθα αμήχανος και αδύναμος να πω κάτι περισσότερο. Βρισκόμουν σε μια διαδικασία αποκωδικοποίησης εικόνων, νοημάτων και αισθήσεων ακριβώς, όπως αισθάνεται ένας άνθρωπος μπροστά στη μυστηριακή γοητεία του αγνώστου.
Δεν το περίμενα πως τα ίδια συναισθήματα θα με κυρίευαν μετά από 38 χρόνια, κάτι που συνέβη τον περασμένο Νοέμβριο όταν στο 58ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είδα την τελευταία ταινία του τούρκου σκηνοθέτη Σεμίχ Καπλάνογλου, «Σπόρος» (Bugday).
Ξέραμε πως ο Καπλάνογλου είναι ένας πολύ σημαντικός σκηνοθέτης, ο οποίος ξεπερνά τα σύνορα της πατρίδας του. Ο ίδιος είχε φροντίσει γι’ αυτό με τις προηγούμενες ταινίες του, «Έκπτωτος άγγελος» και με την τριλογία «Μέλι», «Γάλα», «Αυγό», οι οποίες ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο αποσπώντας βραβεία και εγκωμιαστικές κριτικές. Με το «Σπόρο» προχωρά ακόμη ένα βήμα μπροστά φέρνοντας τους θεατές αντιμέτωπους με ένα σύνθετο μωσαϊκό, ένα γοητευτικό λαβύρινθο, στην έξοδο του οποίου συναντούν τη λυτρωτική ολοκλήρωση που προσφέρει ένα μεγαλειώδες έργο τέχνης.
Βρισκόμαστε στο, όχι και τόσο, μακρινό μέλλον. Ο πλανήτης είναι αντιμέτωπος με την οικολογική καταστροφή, ενώ οι γενετικά μεταλλαγμένοι σπόροι έχουν κυριαρχήσει και οι παλιοί έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Ο καθηγητής γενετικής σπόρων, Έρολ Έριν, προσπαθώντας να βοηθήσει την ανθρωπότητα να αντιμετωπίσει την πείνα, αναζητά έναν συνάδελφό του, τον Τζεμίλ Ακμάν, ο οποίος έχει εξαφανιστεί μυστηριωδώς. Οδηγείται σε μια περιοχή η οποία ονομάζεται Νεκρή Γη και εκεί, αφού βρει τον Ακμάν, θα περιπλανηθεί μαζί του αναζητώντας τη λύση.
Ο Καπλάνογλου με την πρώτη του αγγλόφωνη ταινία μιλά για το μέλλον και για την επερχόμενη καταστροφή. Αυτό όμως είναι μόνον η αφορμή για να ξεδιπλώσει ένα αλληγορικό οδοιπορικό στο οποίο τίθενται πολλά φιλοσοφικά ερωτήματα. Δύο άνδρες σε ένα αφιλόξενο, κατεστραμμένο και επικίνδυνο περιβάλλον βαδίζουν, αναζητούν και ανακαλύπτουν. Δεν γνωρίζουν ακριβώς τι, αλλά προχωρούν και πλησιάζουν όλο και περισσότερο στην ουσία της δημιουργίας.
Σίγουρα δεν ξεμπερδεύει κανείς με λίγες λέξεις με το βαθυστόχαστο και πολλαπλών αναγνώσεων αριστούργημα του τούρκου σκηνοθέτη. Οι ταρκοφσκικές επιρροές -ιδιαίτερα από το «Στάλκερ»- είναι εμφανείς. Οι δύο άνδρες περπατούν, αγωνίζονται να επιβιώσουν σε ένα ταξίδι συνειδητοποίησης και αυτογνωσίας, όχι μόνο των ιδίων αλλά όλης της ανθρωπότητας. Η ταινία βρίθει συμβολισμών και υπόγειων αναγνώσεων, είναι ένα αληθινό χρυσορυχείο σκέψης που διαβάζεται ξανά και ξανά. Δεν είναι τόσο η κατανόηση ενός, ούτως ή άλλως, δύσπεπτου σεναρίου, αλλά η αίσθηση που αφήνει. Γιατί η υπόθεση είναι δευτερεύουσας σημασίας και η αναζήτηση της κατανόησης μέσω των συνηθισμένων εργαλείων είναι άνευ σημασίας. Εδώ ο θεατής αναμετριέται με ένα φιλοσοφικών διαστάσεων φιλμ το οποίο ανοίγει ορίζοντες και δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις.
«Οι άνθρωποι συνεχίζουμε να χτίζουμε νέα και απαραβίαστα σύνορα. Τα κατασκευάζουμε στο όνομα της ασφάλειας, παρότι, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούμε, αυτό που κάνουμε είναι να χτίζουμε φυλακές για εμάς του ίδιους», σημειώνει ο Σεμίχ Καπλάνογλου.
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, αργός υποβλητικός ρυθμός και δυνατές, εσωτερικές ερμηνείες από το γνωστό μας από το «Απέραντο γαλάζιο», Ζαν-Μαρκ Μπαρτ και τον σημαντικό τούρκο ηθοποιό, Ερμίν Μπράβο. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από ένα κεφάλαιο του Κορανίου.

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

 

«LADY BIRD»
Μεγαλώνοντας στο Σακραμέντο

Ασφυκτιά, νιώθει εγκλωβισμένη, θέλει να δραπετεύσει, να πετάξει γι’ αλλού. Είναι νέα, όλη η ζωή ξανοίγεται μπροστά της και δεν θέλει να την χαραμίσει στο χειρότερο μέρος του κόσμου. Το Σακραμέντο είναι πολύ μικρό για να χωρέσει τις επιθυμίες και τα όνειρά της.
Με πολλά βραβεία και εγκωμιαστικές κριτικές, η «Πασχαλίτσα» (Lady Bird), της Γκρέτα Γκέργουικ, η οποία πρωτοπροβλήθηκε στο Φεστιβάλ της Τελουρίντ (στο Κολοράντο των ΗΠΑ), θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.
Η ηρωίδα της, η Κριστίν ΜακΦέρσον, νιώθει τόσο μεγάλη απέχθεια για όλα όσα την περιβάλλουν, ώστε ούτε το όνομά της δεν αντέχει και έτσι αυτοσυστήνεται, όχι ως Κριστίν αλλά ως Λέιντι Μπέρντ. Το Σακραμέντο την πνίγει και σχεδιάζει, μόλις τελειώσει το σχολείο, να γραφτεί στο πανεπιστήμιο και να φύγει. Στο μεταξύ ο πατέρας της, έχει μείνει άνεργος, η μητέρα της εργάζεται σκληρά ως νοσοκόμα, ο αδελφός απόφοιτος του Μπέρκλεϊ εργάζεται σε σούπερ μάρκετ. Η ίδια, ενώ προετοιμάζει τη φυγή της, νιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Το Σακραμέντο μέσα από την ταινία της Γκέργουικ γίνεται παγκόσμιο αφού η ιστορία θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε. Τουλάχιστο σε οποιαδήποτε χώρα του δυτικού κόσμου. Ένα νέο κορίτσι το οποίο αναζητά διεξόδους στα όνειρά της. Αυτή είναι το κεντρικό πρόσωπο και μέσα από αυτήν παρακολουθούμε όλες τις σχέσεις που αναπτύσσει. Με τον πατέρα της, στον οποίο βρίσκει ένα σύμμαχο. Με τη μητέρα της, με την οποία δεν μπορεί να συνεννοηθεί και συγκρούεται. Με τον αδελφό της, με τον οποίο βρίσκεται σε μια διαρκή κοκορομαχία. Με την καλύτερή της φίλη, την Τζούλι, με τον Ντάνι τον πρώτο της έρωτα. Ένα πλέγμα σχέσεων μέσα από το οποίο αναδεικνύεται ο χαρακτήρας της, με την εξαιρετική ερμηνεία της Σαουόρς Ρόναν.
Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη πλοκή. Δεν υπάρχει δράση, απρόοπτα, σασπένς και ό,τι άλλο μπορεί να κάνει μια ταινία «τραβηχτική». Όμως είναι μια ταινία αληθινή, η οποία παρακολουθεί την καθημερινότητα μιας έφηβης στην οικογένειά της, στο σχολείο, στην πόλη. Όλα όσα συμβαίνουν είναι απολύτως ρεαλιστικά και αποδίδονται με τρόπο απλό που αναδεικνύεται ως συναρπαστικός. Η σκηνοθεσία μιας τέτοιας ταινίας δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε εντυπωσιασμούς, δεν θα της ταίριαζε. Γι’ αυτό είναι αμακιγιάριστη, όπως ακριβώς συμβαίνει, όταν μιλάμε με τους δικούς μας ανθρώπους στο καθιστικό ή όταν διασκεδάζουμε με τους φίλους μας. Η κάμερα ως συνομιλητής, ως μέρος της παρέας, καταγράφει όλη την πραγματικότητα. Αν δεν γνωρίζαμε πως η ταινία είναι προϊόν μυθοπλασίας, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα θαυμάσιο ντοκιμαντέρ, που καταγράφει την καθημερινότητα της Κριστίν «Λέιντι Μπερντ» ΜακΦέρσον.

Στρά. Κερ.

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Προβάλλονται επίσης οι εξής ταινίες:

«Κόκκινο σπουργίτι» (Red sparrow) του Φράνσις Λόρενς: Αν και η Ντομινίκα Εγκόροβα, ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας, είναι προϊόν μυθοπλασίας, οι υπόλοιποι χαρακτήρες είναι αληθινοί. Αυτό μας λέει ο συγγραφέας του βιβλίου, Τζέισον Μάθιου, στο οποίο βασίστηκε η ταινία του Φράνσις Λόρενς. Η Εγκόροβα, πρίμα μπαλαρίνα, θέλει με κάθε τρόπο να προστατεύσει τη μητέρα της. Όταν, εξαιτίας ενός τραυματισμού, η καριέρα της στο χορό τερματίζεται, κατατάσσεται σε μια σχολή που ονομάζεται Σπουργίτι στην οποία εκπαιδεύεται ως συνοδός, με απώτερο σκοπό την αποπλάνηση και το εκβιασμό. Αποστολή της είναι τώρα να κερδίσει την εμπιστοσύνη ενός πράκτορα της Σι Άι Έι. Όπως λέει ο Μάθιου, η σχολή Σπουργίτι υπήρξε στην πραγματικότητα στη Σοβιετική Ένωση και σε αυτήν εκπαιδεύονταν πολλές νέες κοπέλες. Ένας ακόμη σημαντικός ρόλος για τη διαρκώς ανερχόμενη Τζένιφερ Λόρενς, αυτή τη φορά σε ένα κατασκοπευτικό θρίλερ.

«Το σπίτι δίπλα στη θάλασσα» (La villa) του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν: Τρία αδέλφια συναντιούνται μετά από χρόνια με αφορμή τη σοβαρή αρρώστια και τον επικείμενο θάνατο του πατέρα τους. Η συνάντηση γίνεται στο σπίτι του πατέρα, το οποίο βρίσκεται σε μια απομονωμένη παραλία κοντά στη Μασσαλία. Τα παιδιά του είναι η Αντζέλ, ηθοποιός που ζει στο Παρίσι, ο Ζοζέφ, που είναι ερωτευμένος με μια πολύ μικρότερή του γυναίκα, και ο Αρμάν, ο οποίος παρέμεινε στη Μασσαλία λειτουργώντας το εστιατόριο της οικογένειας. Τα τρία αδέλφια θα βρεθούν αντιμέτωπα με το παρελθόν, θα ανασύρουν μνήμες και μυστικά μέχρις ότου ένα απρόσμενο γεγονός να ανατρέψει τα πάντα. Θυμίζουμε πως το 2011, ο Ρομπέρ Γκεντιγιάν μάς είχε εντυπωσιάσει με την ταινία, «Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο». Το 2014 σκηνοθέτησε την ταινία «Ο μίτος της Άριαν», ενώ πέρυσι ήταν παραγωγός της ταινίας «Όταν ο Μαρξ συνάντησε τον Ένγκελς».

Σινεφίλ