Κινηματογράφος

«ΤΟ ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΠΩ­ΛΕΙΟ ΤΗΣ ΚΥ­ΡΙΑΣ ΓΚΡΙΝ»
Μια γυ­ναί­κα με ό­ρα­μα

Του Στρά­του Κερ­σα­νί­δη

Σύμ­φω­να με τους κα­νό­νες της Ιστο­ρίας, ο κό­σμος αλ­λά­ζει α­πό ση­μα­ντι­κούς, ε­πώ­νυ­μους αν­θρώ­πους και με­γά­λα ι­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα. Εί­ναι ό­λα ε­κεί­να τα ο­ποία δι­δα­σκό­μα­στε στο μά­θη­μα της Ιστο­ρίας. Όμως στη­ν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και ε­πί της ου­σίας, ο κό­σμος αλ­λά­ζει κα­θη­με­ρι­νά χά­ρη στο­ν α­γώ­να που κά­νουν κά­ποιοι άν­θρω­ποι που τα ο­νό­μα­τά τους δεν πρό­κει­ται να γρα­φτού­ν στα βι­βλία ού­τε οι πρά­ξεις τους να θεω­ρη­θούν ως κομ­βι­κά γε­γο­νό­τα τα ο­ποία φέρ­νουν θε­τι­κές α­να­τρο­πές. Άνθρω­ποι οι ο­ποίοι έ­χουν ο­ρά­μα­τα και θέ­λουν να δη­μιουρ­γή­σουν, να αλ­λά­ξουν πα­γιω­μέ­νες κα­τα­στά­σεις και να κι­νη­το­ποιή­σουν έ­να στά­σι­μο πε­ρι­βάλ­λον. Δυ­στυ­χώς ό­μως τα ο­ρά­μα­τα έ­χουν εχ­θρούς και εί­ναι αυ­τοί οι ο­ποίοι βο­λεύο­νται στην ι­στο­ρι­κή α­κι­νη­σία, δεν ε­πι­θυ­μούν αλ­λα­γές, ε­πει­δή μέ­σω των αυ­τών των αλ­λα­γών αμ­φι­σβη­τεί­ται η κοι­νω­νι­κή ιε­ραρ­χία, που σε α­πλά ελ­λη­νι­κά ση­μαί­νει πως κιν­δυ­νεύει η ε­ξου­σία και ά­ρα τα συμ­φέ­ρο­ντά τους. Ένας τέ­τοιος άν­θρω­πος με ό­ρα­μα εί­ναι η η­ρωί­δα της ται­νίας «Το βι­βλιο­πω­λείο της κυ­ρίας Γκριν» (The bookshop) της κα­τα­λα­νής σκη­νο­θέ­τι­δας, Ιζα­μπέ­λ Κοϊξέ.
Τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του 1950, στο Χάρ­ντμπο­ροου, μια μι­κρή πα­ρα­θα­λάσ­σια ε­παρ­χια­κή πό­λη της Αγγλίας, η Φλό­ρε­νς Γκριν, μια νέ­α γυ­ναί­κα η ο­ποία έ­χα­σε τον άν­δρα της στο­ν πό­λε­μο, α­πο­φα­σί­ζει να νοι­κιά­σει έ­να ε­γκα­τα­λε­λειμ­μέ­νο κτί­ριο και να κά­νει πρά­ξη το ό­νει­ρό της που εί­ναι να α­νοί­ξει έ­να μι­κρό βι­βλιο­πω­λείο. Όμως σύ­ντο­μα θα δια­πι­στώ­σει πως βρί­σκε­ται σε εχ­θρι­κό πε­ρι­βάλ­λον κα­θώς θα βρε­θεί α­ντι­μέ­τω­πη με τη στε­νο­μυα­λιά και το συ­ντη­ρη­τι­σμό της μι­κρής κοι­νω­νίας. Τα νή­μα­τα της α­ντί­δρα­σης κι­νεί η ι­σχυ­ρή γυ­ναί­κα του Χάρ­ντμπο­ροου, η κυ­ρία Βάιο­λετ Γκά­μα­ρ, η ο­ποία με την πρό­φα­ση πως θέ­λει να δη­μιουρ­γή­σει έ­να πο­λι­τι­στι­κό κέ­ντρο στο χώ­ρο που η κυ­ρία Γκριν έ­φτια­ξε το βι­βλιο­πω­λείο, κά­νει τα πά­ντα για να τη­ν διώ­ξει. Όταν μά­λι­στα θα φέ­ρει στο βι­βλιο­πω­λείο της το α­ρι­στούρ­γη­μα του Να­μπό­κο­φ, «Λο­λί­τα», θα ξυ­πνή­σουν τα συ­ντη­ρη­τι­κά α­ντα­να­κλα­στι­κά των κα­τοί­κων, τα ο­ποία θα υ­πο­δαυ­λί­σει η κυ­ρία Γκά­μα­ρ για να πε­τύ­χει το σκο­πό της. Ολό­κλη­ρη σχε­δόν η κοι­νω­νία της πό­λης, άλ­λοι φα­νε­ρά κι άλ­λοι κρυ­φά, τάσ­σο­νται στο πλευ­ρό της ι­σχυ­ρής και πλού­σιας κυ­ρίας Γκά­μαρ. Η ο­ποία έ­χει πο­λύ υ­ψη­λές δια­συν­δέ­σεις στο Λον­δί­νο τις ο­ποίες και θα ε­νερ­γο­ποιή­σει. Μο­να­δι­κοί σύμ­μα­χοι της Φλό­ρε­νς Γκριν, εί­ναι η Κρι­στίν, μια μα­θή­τρια η ο­ποία την βο­η­θά στο βι­βλιο­πω­λείο και ο μο­να­χι­κός κύ­ριος Έντμου­ντ Μπρά­ντις, ο ο­ποίος ζει α­πο­μο­νω­μέ­νος στην έ­παυ­λή του, με μο­να­δι­κή συ­ντρο­φιά τα βι­βλία του. Κι αυ­τός εί­ναι ο μό­νος άν­θρω­πος με τον ο­ποίο μπο­ρεί να συ­ζη­τή­σει και να α­νταλ­λά­ξει α­πό­ψεις για τα βι­βλία. Οι συ­σχε­τι­σμοί λοι­πόν, δεν εί­ναι κα­θό­λου ευ­νοϊκοί για το βι­βλιο­πω­λείο της κυ­ρίας Γκριν.
Η ται­νία της Ιζα­μπέλ Κοι­ξέ, η ο­ποία εί­ναι βα­σι­σμέ­νη στο μυ­θι­στό­ρη­μα της Πε­νέ­λο­πε Φιτ­ζέ­ραλ­ντ, «Το βι­βλιο­πω­λείο», προ­βλή­θη­κε στο 68ο Φε­στι­βάλ Κι­νη­μα­το­γρά­φου Βε­ρο­λί­νου ό­που και α­πέ­σπα­σε πο­λύ κα­λές κρι­τι­κές. Τρυ­φε­ρή και συ­γκι­νη­τι­κή μα­τιά για το­ν α­γώ­να μιας γυ­ναί­κας η ο­ποία προ­σπα­θεί να πραγ­μα­το­ποιή­σει το ό­νει­ρό της σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον που μι­σεί τα ό­νει­ρα. Και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση εί­ναι ο α­γώ­νας της προό­δου ε­να­ντίον της συ­ντή­ρη­σης και ο α­γώ­νας των α­πλών αν­θρώ­πων ε­να­ντίον της ε­ξου­σίας. Κι αν θέ­λου­με να κοι­τά­ξου­με α­κό­μη πιο βα­θιά εί­ναι και ο ρό­λος της κοι­νω­νίας, η ο­ποία χω­ρίς να βρί­σκε­ται σε πρώ­το πλά­νο, συμ­μα­χεί με τους ι­σχυ­ρούς ή σιω­πά και έ­τσι εν­δυ­να­μώ­νει και νο­μι­μο­ποιεί την α­δι­κία α­ντι­στρέ­φο­ντας α­κό­μη και την έν­νοια της η­θι­κής.
Αλή­θεια τι φο­βά­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο η κα­θε­στη­κυία τά­ξη αν ό­χι την α­φύ­πνι­ση των αν­θρώ­πω­ν η ο­ποία ε­πι­τυγ­χά­νε­ται μό­νον με τη μόρ­φω­ση; Αυ­τήν λοι­πόν πρέ­πει να στα­μα­τή­σει, πρέ­πει να τους κρα­τή­σει μα­κριά α­πό τα βι­βλία, τα ο­ποία λει­τουρ­γούν ως βρα­δυ­φλε­γείς βόμ­βες ε­να­ντίον ε­νός συ­στή­μα­τος πλα­στών α­ξιών και κρυ­φών ή φα­νε­ρών συμ­φε­ρό­ντων. Κά­ποιοι έ­και­γα­ν τα βι­βλία. Στο Χάρ­ντμπο­ροου κλεί­νου­ν το βι­βλιο­πω­λείο. Και δεν εί­ναι τυ­χαίο πως πρό­κει­ται για έ­να μι­κρό βι­βλιο­πω­λείο, μια προ­σω­πι­κή ε­πι­χεί­ρη­ση ό­πως αυ­τά που α­ντι­με­τω­πί­ζουν κα­θη­με­ρι­νά τον κίν­δυ­νο του α­φα­νι­σμού μπρο­στά στον α­ντα­γω­νι­σμό α­πό τις με­γά­λες κι α­πρό­σω­πες ε­πι­χει­ρή­σεις του χώ­ρου.
Η σκη­νο­θέ­τι­δα λέει για την η­ρωί­δα της: «Η Φλό­ρε­νς εί­ναι μια χα­μη­λή φω­νή με μια υ­ψη­λή ι­δέα. Η ή­συ­χη αυ­τή γυ­ναί­κα στο ή­συ­χο χω­ριό της πο­λύ ή­συ­χης με­τα­πο­λε­μι­κής Αγγλίας, εί­ναι έ­να κα­μπα­νά­κι για ό­λους, ώ­στε να α­να­λαμ­βά­νουν την ευ­θύ­νη να κά­νουν τον κό­σμο κα­λύ­τε­ρο. Εί­ναι μια αλ­λη­γο­ρία για τον α­δύ­να­μο που δεν έ­χει την υ­πο­στή­ρι­ξη κα­νε­νός και δεν πι­στεύει στον ε­αυ­τό του, ό­μως μπο­ρεί να κά­νει τα πά­ντα».

strakersan@gmail.com
kersanidis.wordpress.com

 

 

 

 

«ΜΥ­ΣΤΙ­ΚΟ ΣΥ­ΣΤΑ­ΤΙ­ΚΟ»

Το θαυ­μα­τουρ­γό κέι­κ

Ο Βέ­λε, ο ο­ποίος ερ­γά­ζε­ται ως μη­χα­νι­κός στο α­μα­ξο­στά­σιο των τρέ­νων, φρο­ντί­ζει τον πα­τέ­ρα του, Σάζ­ντο, που εί­ναι άρ­ρω­στος με καρ­κί­νο. Όμως ο Σάζ­ντο έ­χει σχε­δό­ν πα­ραι­τη­θεί α­πό τη ζωή ε­δώ και και­ρό, με­τά α­πό έ­να αυ­το­κι­νη­τι­κό δυ­στύ­χη­μα στο ο­ποίο σκο­τώ­θη­κε η γυ­ναί­κα κα και ο με­γα­λύ­τε­ρος γιος του. Τα χρή­μα­τα που κερ­δί­ζει ο Βέ­λε δεν εί­ναι αρ­κε­τά για τα φάρ­μα­κα που χρειά­ζε­ται ο πα­τέ­ρας του και μέ­σα στην α­πελ­πι­σία του κλέ­βει έ­να πα­κέ­το μα­ρι­χουά­να α­πό μια συμ­μο­ρία με σκο­πό να το που­λή­σει. Απο­γο­η­τευ­μέ­νος ε­πει­δή δεν κα­τά­φε­ρε να βρει α­γο­ρα­στές για το ε­μπό­ρευ­μα, φτιά­χνει έ­να κέι­κ μα­ρι­χουά­νας ελ­πί­ζο­ντας πως τρώ­γο­ντάς το ο πα­τέ­ρας του θα α­να­κου­φι­στεί α­πό τους πό­νους. Να ό­μως που μέ­ρα με τη μέ­ρα, ο Σάζ­ντο αρ­χί­ζει να νιώ­θει ό­λο και πιο κα­λά! Η βελ­τίω­ση της υ­γείας του δεν περ­νά α­πα­ρα­τή­ρη­τη α­πό τους γεί­το­νες, οι ο­ποίοι αρ­χί­ζουν να ζη­τούν α­πό τον Βέ­λε να τους δώ­σει α­πό το θαυ­μα­τουρ­γό κέικ για να α­ντι­με­τω­πί­σουν τα δι­κά τους προ­βλή­μα­τα υ­γείας. Ο έ­νας θέ­λει να ε­πα­να­κτή­σει τη­ν α­πο­λε­σθεί­σα α­κοή του, ο άλ­λος να περ­πα­τή­σει η α­νά­πη­ρη α­νι­ψιά του, ο τρί­τος να θε­ρα­πεύ­σει τον εγ­γο­νό του α­πό τη­ν ο­μο­φυ­λο­φι­λία! Όμως ο Βέ­λε έ­χει να α­ντι­με­τω­πί­σει α­κό­μη έ­να πο­λύ σο­βα­ρό πρό­βλη­μα. Εί­ναι οι έ­μπο­ροι ναρ­κω­τι­κώ­ν α­πό τους ο­ποίους έ­κλε­ψε τη μα­ρι­χουά­να οι ο­ποίοι θέ­λουν πί­σω το ε­μπό­ρευ­μά τους. Έτσι παίρ­νει τον πα­τέ­ρα του και πη­γαί­νου­ν στην κα­τα­σκή­νω­ση ό­που έ­κα­ναν δια­κο­πές οι­κο­γε­νεια­κώς πριν α­πό το δυ­στύ­χη­μα. Όμως η συμ­μο­ρία δεν αρ­γεί να α­να­κα­λύ­ψει τα ί­χνη του Βέ­λε…
Η ται­νία του Γκιόρ­τσε Στα­βρέ­σκι, «Μυ­στι­κό συ­στα­τι­κό» (Incelitel), προ­βλή­θη­κε στο τμή­μα Μα­τιές στα Βαλ­κά­νια του Φε­στι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης και κέρ­δι­σε το Βρα­βείο Κοι­νού στο συ­γκε­κρι­μέ­νο τμή­μα. Ο σκη­νο­θέ­της α­πό τη ΠΓΔΜ (προ­σε­χώς Βό­ρεια Μα­κε­δο­νία), έ­χει τι­μη­θεί με πολ­λά βρα­βεία στο πα­ρελ­θόν. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη ται­νία έ­χει προ­βλη­θεί και έ­χει βρα­βευ­τεί σε πολ­λά διε­θνή φε­στι­βάλ.
Το «Μυ­στι­κό συ­στα­τι­κό» εί­ναι μια μαύ­ρη κω­μω­δία στην ο­ποία το γέ­λιο συ­νυ­πάρ­χει με τον πι­κρό κοι­νω­νι­κό ρε­α­λι­σμό. Ο Στα­βρέ­σκι ση­μειώ­νει σχε­τι­κά με τη­ν ται­νία του: «Σε αυ­τές τις δύ­σκο­λες στιγ­μές α­νάλ­γη­του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, έ­χω γί­νει μάρ­τυ­ρας του α­γώ­να του α­πλού λα­ού της χώ­ρας μου για α­ξιο­πρε­πή ζωή. (…) Οι α­σθε­νείς πέ­θαι­ναν, τα φάρ­μα­κα ή­ταν πε­ριο­ρι­σμέ­να, ε­νώ τα ι­διω­τι­κά νο­σο­κο­μεία έ­κα­ναν τε­ρά­στια κέρ­δη, ξε­ζου­μί­ζο­ντας κά­θε δε­κά­ρα α­πό άρ­ρω­στους και α­πελ­πι­σμέ­νους. Οι άν­θρω­ποι στρά­φη­κα­ν στην α­στρο­λο­γία, τις θεω­ρίες συ­νω­μο­σίας και τα στοι­χή­μα­τα. (…) Κα­τά ει­ρω­νι­κό τρό­πο, το χιού­μορ χρη­σί­μευ­σε ως α­ντί­δο­το στη γκρί­ζα πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μας. Χρη­σι­μο­ποιώ­ντας έ­να εί­δος «πνευ­μα­τι­κού τζού­ντο», οι άν­θρω­ποι έ­μα­θαν να γε­λού­ν με τον πό­νο, ώ­στε να μπο­ρούν να α­ντέ­χου­ν τη ζο­φε­ρή τους ζωή. Και έ­τσι γεν­νή­θη­κε η ι­στο­ρία μου».

Σ.Κ.

 

 

 

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Μά­μα μία… συ­νέ­χεια

Η τρί­τη νέα ται­νία, η ο­ποία προ­βάλ­λε­ται την τρέ­χου­σα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ε­βδο­μά­δα, εί­ναι η συ­νέ­χεια του ε­πι­τυ­χη­μέ­νου μιού­ζι­καλ του 2008, και έ­χει τίτ­λο «Mamma mia! Here we go again», σε σκη­νο­θε­σία του Ολ Πάρ­κερ. Έτσι ε­πα­νερ­χό­μα­στε στο ελ­λη­νι­κό νη­σί κα­λο­καί­ρι και πα­ρα­κο­λου­θού­με τις νέες πε­ρι­πέ­τειες των η­ρώων, πά­ντα με τη συ­νο­δεία της ξε­ση­κω­τι­κής μου­σι­κής των Άμπα!
Η Σό­φι, η ο­ποία διευ­θύ­νει πια το ξε­νο­δο­χείο, α­πο­χαι­ρε­τά στο λι­μά­νι τις φί­λες της Τά­νια και Ρό­ζι και α­να­κοι­νώ­νει πως εί­ναι έ­γκυος. Ευ­τυ­χι­σμέ­νη με τον Σκάι στο πλευ­ρό της, η Σό­φι ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στις φί­λες της πως θα ή­θε­λε πο­λύ να βρί­σκε­ται κο­ντά της η μη­τέ­ρα της. Τό­τε η Τά­νια και η Ρό­ζι, με τη βοή­θεια των Σα­μ, Μπιλ και Χά­ρι της α­φη­γού­νται την ι­στο­ρία της μη­τέ­ρας της, που ως α­νή­λι­κη έ­γκυος κα­τά­φε­ρε να κά­νει πολ­λά πράγ­μα­τα, ό­πως να διευ­θύ­νει το ξε­νο­δο­χείο ή να η­γεί­ται ε­νός γυ­ναι­κείου συ­γκρο­τή­μα­τος, χω­ρίς να έ­χει την κα­θο­δή­γη­ση της μη­τέ­ρας της.

Σι­νε­φί­λ