Κλίνοντας σε όλα τα πρόσωπα το ρήμα «αξιοποιώ»

ktirio-merarxias

Εμβρόντητη η κοινωνία των Χανίων, εν μέσω θερινής ραστώνης, παρακολουθεί να εξελίσσεται ενώπιον της βροχή ανακοινώσεων, συνεντεύξεων Τύπου, συνελεύσεων και άρθρων, εντός και εκτός των τειχών. Εκεί ψηλά, πάνω από όλους μας, στο λόφο του Καστελίου, στέκει το μνημείο -πλέον και με τη βούλα- του κτιρίου της 5ης Μεραρχίας, που αυτές τις μέρες έχει αναχθεί για άλλους η επιτομή της ενδεδειγμένης ανάπτυξης και για άλλους η σημαία της καινούργιας επανάστασης. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι -ευτυχώς αρκετοί- που το υπερασπίζονται για αυτό που είναι, ένα ιστορικό μνημείο και το μπαλκόνι των Χανίων, όπως εύστοχα χαρακτηρίζεται σε κείμενο συλλογής υπογραφών για τη διάσωσή του από την ιδιωτικοποίηση. Όμως έχει πραγματική αξία να πάρει κάποιος όση απόσταση του επιτρέπει η πολλή ένταση και ο λίγος χρόνος που περιβάλλει το θέμα, για να δει πιο καθαρά ένα γεγονός: τα απλά μαθήματα νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης που παραδίδει ένα ΑΕΙ, που περνά με έπαινο τις εξετάσεις του νόμου Διαμαντοπούλου.
Από την τελευταία φορά που γράψαμε σε τούτη εδώ την εφημερίδα για το θέμα (3.6.2017, «Ιστορικό κτίριο προορίζεται για ξενοδοχείο») πολλά και σημαντικά είδαν το φως της δημοσιότητας και άλλα εξίσου σημαντικά συζητήθηκαν συλλογικά και ιδιωτικά. Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν η ανακοίνωση του Κυριάκου Μητσοτάκη του ιδίου, ο οποίος αναφέρει εύγλωττα: «Θα χρειαστεί όμως μάχη ακόμα και για τα αυτονόητα, κόντρα σε αγκυλώσεις και πρακτικές που κρατάνε τη χώρα πίσω. Η Νέα Δημοκρατία και εγώ προσωπικά θα στηρίξουμε το Πολυτεχνείο Κρήτης να αξιοποιήσει την περιουσία του προς όφελος του ιδρύματος». Πόσες αλήθειες αποκαλύπτονται μέσα σε λίγες λέξεις: τι σημαίνει ανάπτυξη για τη νεοφιλελεύθερη παράταξη, πόσο αποτελεί υπέρ πάντων αγώνα, ποιο κρίνεται το όφελος ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος και πόσο ταγμένος σε όλα αυτά είναι ο πρόεδρος της ΝΔ. Παράλληλα, η κοινοβουλευτική ομάδα της δεξιάς παράταξης έχει ήδη απευθύνει δύο ερωτήσεις, μία του κ. Λευτέρη Αυγενάκη και μία του κ. Θεόδωρου Φορτσάκη στα αρμόδια υπουργεία με τίτλους όπως: «Η κυβέρνηση εμποδίζει την ανάπτυξη του Πολυτεχνείου Κρήτης και παρακωλύει την αξιοποίηση της περιουσίας του».

Άλλα μου λεν τα μάτια σου

Επιπλέον, την εμβέλεια του θέματος υπογραμμίζει ο τρόπος και η συχνότητα με την οποία ασχολήθηκε η εφημερίδα «Καθημερινή». Με πληθώρα κειμένων και αρθρογράφων, ακόμα και από το κύριο άρθρο, δεν παραλείπει να χαρακτηρίζει το υπουργείο Πολιτισμού ως κατειλημμένο από συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή «ανακάλυψε» ότι το προς εκμίσθωση κτίριο πρόκειται για… μνημείο, καθώς και να διακηρύσσει ότι το εν λόγω υπουργείο ανακήρυξε μια κατάληψη σε μνημείο. Καταλήγει δε, σε κείμενο του Τάκη Θεοδωρόπουλου έμπλεο ειρωνείας, με τη -μάλλον ειλικρινή- διαπίστωση: «Η ιστορία αυτή πάντως μας διδάσκει ότι υπάρχουν δύο Ελλάδες. Το ρήγμα δεν είναι πολιτικό. Είναι πολιτισμικό».
Για να θυμηθούμε το καλό κείμενο του Άλκη Ρήγου που φιλοξενήθηκε σε αυτή τη θέση την προηγούμενη εβδομάδα: «Βιώνουμε όλοι τα τελευταία χρόνια μια καλπάζουσα και χωρίς όρια πτώση της ποιότητας του πολιτικού λόγου, που εκπέμπουν τα κυρίαρχα αστικά έντυπα και ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης. […] Το φαινόμενο εξαπλώνεται και σε φύλλα ιστορικών εφημερίδων που, ανεξάρτητα της ιδεολογικό-πολιτικής τους ταυτότητας, θεωρούνταν και ήταν σοβαρά».

Οι καταληψίες και ο κατειλημμένος

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο πρύτανης του ΠΚ κ. Β. Διγαλάκης. Σε κείμενό του, το οποίο έρχεται σαν απόκριση σε κείμενο δύο κοσμητόρων μελών της συγκλήτου του ΠΚ, των κκ. Ε. Μανούτσογλου και Ν. Τσουρβελούδη, επιμένει να σφυρίζει ανήξερος για την ουσία της «αξιοποίησης» που ευαγγελίζεται. Ενώ οι κοσμήτορες βάζουν το θέμα στη διάσταση που του αρμόζει: «Η διοίκηση του ΠΚ οφείλει πρωτίστως να αξιοποιήσει τους πραγματικούς πόρους Ιδρύματος που είναι τα ερευνητικά προϊόντα/αποτελέσματα. […] Η πολυετής ενασχόληση της διοίκησης του ΠΚ με εκμίσθωση κτιρίων, που δεν σχετίζονται με τους ανωτέρω λόγους, απέχει απ’ τον αειφόρο αναπτυξιακό σχεδιασμό και αποπροσανατολίζει σε σχέση με τους κεντρικούς αναπτυξιακούς στόχους του Ιδρύματος». Εκείνος δεν αναφέρεται καν στο προκείμενο.
Επιπλέον, για να συγκρατήσουν το θέμα στην ουσιαστική του διάσταση οι κοσμήτορες επισημαίνουν: «Η αμφισβήτηση της διαδικασίας που ακολουθείται για την 25ετή εκμίσθωση των ακινήτων του Καστελίου και η αντίθεσή μας με τις πολύχρονες μεθοδεύσεις που προηγήθηκαν, δεν σημαίνει κατά κανένα τρόπο ότι υποστηρίζεται -άμεσα ή έμμεσα- η παραμονή οποιασδήποτε “συλλογικότητας” στα ακίνητα αυτά». Ο πρύτανης όμως επιμένει να στρέφεται και κατά των κοσμητόρων κατά την προσφιλή του πρακτική, δηλαδή να κατηγορεί όποιον υπερασπίζεται το δημόσιο χαρακτήρα του μνημείου ως υπερασπιστή των καταληψιών: «Εύλογα αναρωτιέται κανείς για τη σκοπιμότητα αυτή της απέλπιδας “μάχης οπισθοφυλακής”, την οποία διεξάγουν εδώ και μερικές εβδομάδες οι παράνομοι καταληψίες για τη δημιουργία εντυπώσεων και σκιών».
Μένει κάποιος να αναρωτιέται ρητορικά γιατί στην ανώτατη εκπαίδευση που επιχειρεί να χτίσει πέτρα – πέτρα ο γνωστός και ως νόμος Διαμαντοπούλου δεν βρέθηκε ακόμα ένας ή μία από τα μέλη της συγκλήτου να υπογράψει το κείμενο των δύο ή έστω ένα άλλο κατά της νεοφιλελεύθερης «αξιοποίησης»;

Ζωή Γεωργούλα