Κλασικά βιβλία, κλασικοί συγγραφείς

Χανς Φάλαντα “Και τώρα, ανθρωπάκο;”
(μτφ. Ιωάννα Αβραμίδου, εκδ. Gutenberg, 2017)

Στο Βερολίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, τοποθετεί ο Χανς Φάλαντα (Ο πότης, Μόνος στο Βερολίνο) τη δράση αυτού του κορυφαίου, ίσως, μυθιστορήματός του, ενός από τα πιο σημαντικά βιβλία σχετικά με το μεσοπολεμικό Βερολίνο. Εκεί, σε μια κοινωνία που έχει ήδη μπει στον εφιάλτη, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνει πάντα ή αρνείται να το συνειδητοποιήσει, ο Γιοχάνες «Μικρός» Πίνεμπεργκ και η γυναίκα του, Έμα «το Μανάρι» Πίνεμπεργκ, προσπαθούν να στήσουν μια ζωή, που όμως κυλάει από το κακό στο χειρότερο. Παρίες που βλέπουν όλες τους τις απόπειρες να βελτιώσουν κάπως τη ζωή τους να αποτυγχάνουν, πασχίζουν να πιαστούν από όπου μπορούν, χωρίς ωστόσο τίποτε να μπορεί να σταματήσει την ακατανόητη, γι’ αυτούς, αποσύνθεση τόσο των ίδιων όσο και του κόσμου γύρω τους. Στο φόντο όλων αυτών, οι πολιτικές συγκρούσεις που συνταράζουν το Βερολίνο και που πρόκειται εντός ολίγου να γίνουν ψηφίδες ενός μεγάλου δράματος: κομμουνιστές και «προσκυνημένοι των Σοβιέτ», σοσιαλιστές και «σοσιαλφασίστες», ναζί, συνδικαλιστές, άνθρωποι με ελπίδες και άνθρωποι απελπισμένοι…
Σιγά σιγά ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη ένα Βερολίνο όπου, πάντα, ο τρόπος «να κάνουμε οικονομίες στην επιχείρηση» είναι, προφανώς, η «απόλυση όλων των υπαλλήλων που βγάζουν περισσότερα από τετρακόσια μάρκα το μήνα» και όπου βέβαια ο καθένας είναι αναγκασμένος να συνηθίσει αν θέλει να αποφύγει τα χειρότερα («κι εμείς τελικά δεν είμαστε και τόσο άσχημα. Σκέψου οι άνεργοι»). Ένα Βερολίνο και μια Γερμανία φόβου, ανασφάλειας, ζόφου.
Και εκεί που ο κατήφορος μοιάζει να αγγίζει τον πάτο και που φαίνεται πως «έχουν τελειώσει όλα, όλα», ο σύντομος επίλογος έρχεται να αλλάξει την οπτική γωνία: μια ρωγμή στη ματαιότητα δείχνει πως «τίποτε δεν τελείωσε: η ζωή συνεχίζεται, όλα συνεχίζονται», μιας και, τελικά, «δεν αποχαιρετάς έτσι εύκολα τα όνειρά σου».
Ο σκληρός ρεαλισμός του Φάλαντα είναι το κατάλληλο εργαλείο για να αποτυπώσει τον αγχωτικό και ψυχοφθόρο αγώνα που δίνουν κάθε στιγμή οι απλοί άνθρωποι και τα κοινωνικά στρώματα που ζουν στα όρια ή και πέρα από αυτά, σε εκείνο το ταραγμένο Βερολίνο εκείνης της ταραγμένης εποχής, καθώς ο συγγραφέας πλάθει χαρακτήρες που μοιάζουν ανήμποροι να αντιμετωπίσουν δυνάμεις που τους υπερβαίνουν, ανάμεσα στους οποίους, βέβαια, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ο ίδιος με την εξίσου ταραγμένη βιογραφία του.

Αλμπέρ Καμύ “Σημειωματάρια”

(μτφ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé, Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin, εκδ. Πατάκη, 2017)

Ο Καμύ κρατούσε σημειώσεις, ένα είδος ημερολόγιου, από το 1935 έως τον θάνατό του, το 1960, τρία χρόνια μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ. Σε αυτόν τον πρώτο τόμο της ελληνικής έκδοσης του ημερολογίου αυτού περιέχονται οι σημειώσεις του από τον Μάιο του 1935 έως τον Φεβρουάριο του 1942.
Σε αυτά τα κείμενα ο Καμύ καταγράφει συλλογισμούς, αφορισμούς, ιδέες, θραύσματα, σκόρπιες σκέψεις, εικόνες, σχόλια για μια μεγάλη γκάμα από θέματα – για παράδειγμα για τον πόλεμο («Να είσαι φτιαγμένος για να δημιουργείς, να αγαπάς και να κερδίζεις παρτίδες, σημαίνει να είσαι φτιαγμένος για να ζεις ειρηνικά. Αλλά ο πόλεμος σου μαθαίνει να χάνεις τα πάντα και να γίνεσαι αυτό που δεν ήσουν. Όλα είναι θέμα στιλ»), τον θάνατο («Πάντα εντυπωσιασμένος από την “πλακατζίδικη” όψη που παίρνει στην Αλγερία οτιδήποτε έχει σχέση με τον θάνατο. Τίποτα δεν μου φαίνεται πιο δίκαιο. Δεν θα επιμείνουμε πολύ πάνω στον γελοίο χαρακτήρα ενός γεγονότος που ξεπετάγεται γενικά ανάμεσα στα γουργουρίσματα και στον ιδρώτα. Ούτε θα αμαυρώσουμε ιδιαίτερα την ιερή επίφαση που του δίνεται. Τίποτα δεν είναι πιο αξιοκαταφρόνητο από τον σεβασμό που βασίζεται στον φόβο. Και, μ’ αυτή τη λογική, ο θάνατος δεν είναι πιο σεβαστός από τον αυτοκράτορα Νέρωνα ή τον αστυνόμο της γειτονιάς μου») ή τη γραφή («Οι κακοί συγγραφείς: αυτοί που γράφουν λαμβάνοντας υπόψη τους ένα εσωτερικό περιβάλλον που ο αναγνώστης δεν μπορεί να γνωρίζει. Πρέπει να είμαστε δύο όταν γράφουμε»).
Με τις σκόρπιες ψηφίδες που περιέχονται σε αυτόν και στους επόμενους τόμους από τα σημειωματάριά του, σιγά σιγά συντίθεται άλλη μια εικόνα της καρδιάς, του πυρήνα της σκέψης του Καμύ αλλά και η –καθόλου ευθύγραμμη– πορεία της διαμόρφωσής της, με όλους τους προβληματισμούς, τα ερωτηματικά και τις αγωνίες του συγγραφέα.
Επιλογή από τα Σημειωματάρια του Καμύ έχει εκδοθεί και παλιότερα στα ελληνικά, το 1987, από τις εκδόσεις Εξάντας, σε μετάφραση Λήδας Παλαντίου.

Έμα Ρέγιες “Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας”
(μτφ. Μαρία Παλαιολόγου, εκδ. Ίκαρος, 2017)

 

Η Έμα Ρεγιες γεννήθηκε στην Κολομβία, στην Μπογκοτά, το 1919. Πριν καταξιωθεί, πολλά χρόνια αργότερα, ως μία από τις σημαντικότερες ζωγράφους της Λατινικής Αμερικής, ως παιδί έζησε σε άγριες συνθήκες, μέσα σε τρομακτική φτώχια και εγκλεισμό. Το 1969 περιέγραψε τις αναμνήσεις της από εκείνη την εποχή, σε είκοσι τρεις επιστολές που έστειλε σε φίλο της και οι οποίες συνθέτουν το βιβλίο αυτό.
Η αφήγηση της Ρέγιες αποτυπώνει τόσο μια τραγική προσωπική ιστορία όσο και μια εντυπωσιακή εικόνα της φτωχής Κολομβίας, τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Ορφανή από πολύ μικρή, αφημένη στα χέρια κάποιας «κυρίας Μαρίας», η Ρέγιες ζει μια παιδική ηλικία με τρομακτική εξαθλίωση και πόνο, την οποία όμως διηγείται χωρίς γκρίνια, χωρίς κλάμα («τα δάκρυα δεν θα έφταναν»), γράφοντας ένα βιβλίο «που είναι κάθε άλλο παρά ένα βιβλίο-μοιρολόι», όπως λέει και στον πρόλογό της η Λέιλα Γκεριέρο. Τελικά την κλείνουν μαζί με την αδελφή της σε μοναστήρι («η πόρτα έκλεισε πίσω τους και μας χώρισε από τον κόσμο για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια»). Εκεί, πίσω από «τρεις κλειδωνιές, δύο μεγάλα λουκέτα, μία αλυσίδα και δύο χοντρές ξύλινες αμπάρες», η Ρέγιες ζει σε έναν κόσμο με «απόλυτη έλλειψη επικοινωνίας» και μαθαίνει «τι ήταν η βαθιά μοναξιά και η απουσία κάθε τρυφερότητας».
Όλα αυτά η Ρέγιες τα περιγράφει με ένα αποδραματοποιημένο, σχεδόν στεγνό ύφος, σαν να διηγείται σκηνές από την πιο κανονική καθημερινότητα. Και με τον ίδιο τρόπο αφηγείται και πώς καταφέρνει να ξεφύγει από το μοναστήρι, γυναίκα γύρω στα είκοσι πλέον, συνειδητοποιώντας, τη στιγμή που περνάει την πόρτα της μονής, τι έχει αφήσει πίσω της οριστικά και αμετάκλητα: «πριν ξεκινήσω για τον κόσμο, κατάλαβα πως είχε περάσει πια πολύς καιρός από τότε που ήμουνα κοριτσάκι».

 

Τζον Μέιναρντ Κέινς “Δύο αναμνήσεις”
(μτφ. Σπύρος Γιανναράς, εκδ. Άγρα, 2017)

Δύο κείμενα του διάσημου οικονομολόγου περιέχονται στην έκδοση αυτή: στο πρώτο, με τίτλο «Δρ Μέλχιορ: ένας ηττημένος εχθρός», ο Τζον Μέιναρντ Κέινς αποτυπώνει τις αναμνήσεις του από τις διαβουλεύσεις που οδήγησαν στην υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών, το 1919. Ο Κέινς ήταν μέλος της αγγλικής αντιπροσωπείας και σύμβουλος του πρωθυπουργού Λόιντ Τζορτζ, και με την ιδιότητά του αυτή παρακολούθησε εκ των έσω τις κρίσιμες διαδικασίες. Στο κείμενο αυτό διακρίνει και πάλι κανείς την εύστοχη (προφητική, με μια έννοια) λογική του Κέινς για το πού θα οδηγούσαν οι όροι που είχαν επιβληθεί στη Γερμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, λογική που αποτυπώνεται και στο κλασικό βιβλίο του Κέινς Οι οικονομικές συνέπειες της ειρήνης.
Στο δεύτερο κείμενο, με τίτλο «Τα νεανικά μου πιστεύω», αφηγείται αναμνήσεις από τα φοιτητικά του χρόνια, στο Κέιμπριτζ, μιλώντας για φίλους και εχθρούς, για σκέψεις και προβληματισμούς εκείνης της εποχής και εκείνου του κύκλου, ο οποίος θα καταλήξει στην περίφημη λέσχη του Μπλούμσμπερι.
Πέρα από το πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο, τα κείμενα του Κέινς, ενός ανθρώπου που θεμελίωσε μια ριζικά νέα αντίληψη στα οικονομικά η οποία ξεπέρασε την εποχή του, ξεχωρίζουν και για τη γραφή τους, το ύφος τους, το διακριτικό αλλά καυστικό χιούμορ, την ειρωνεία με την οποία γίνεται η σκληρή κριτική του σε θεσμούς και πρόσωπα. Οι σχολιασμοί του υπερβαίνουν τα απλά πολιτικά δεδομένα (που ακόμα κι αυτά δεν είναι λιγότερο αποκαλυπτικά, όπως στην περίπτωση που συζητιέται το θέμα της Γερμανίας ως κυματοθραύστη απέναντι στον μπολσεβικισμό) και θίγουν βαθύτερες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα όταν ο Κέινς συνειδητοποιεί το πώς «ασκούσαμε τα δικαιώματά μας ως νικητές σε βάρος των καημένων αυτών ανθρώπων», των ηττημένων Γερμανών δηλαδή, προσεγγίζοντας ακόμα και σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης υπόστασης: «αυτό που κάναμε ήταν πράγματι απάνθρωπο, και γι’ αυτό και τόσο απολαυστικό», λέει ο Κέινς, ο οποίος έχει ήδη ομολογήσει πως αισθάνθηκε «μεγάλη ντροπή με την όλη κατάσταση», όταν το 1919 επισκεπτόταν υποψήφια προς επίταξη σπίτια Γερμανών που, «με πρόσωπα αποκαρδιωμένα, αλλά γεμάτα σεβασμό», ξεναγούν «τους ξένους κατακτητές στον χώρο» του σπιτιού τους.

Ζορζ Μπερνανός “Ημερολόγιο ενός επαρχιακού εφημερίου”
(μτφ. Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, εκδ. Πόλις, 2017)

Ο εφημέριος του συγκεκριμένου μυθιστορήματος του Μπερνανός (οι ιερείς είναι αγαπημένο θέμα τού –πάντα πιστού καθολικού– συγγραφέα) είναι ένας σχετικά νέος αλλά σίγουρα άπειρος ιερέας που «θα κάνει τα εύκολα δύσκολα» όταν αναλαμβάνει την ενορία του, μια ενορία που «κατατρώγεται από την πλήξη» (έτσι κι αλλιώς, όμως, «όλες οι ενορίες μοιάζουν μεταξύ τους», σαν ευτυχισμένες οικογένειες ίσως).
Εκεί, «σε αυτόν τον κόσμο της αμαρτίας και των κλειστών ψυχών» όπως γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρό του, ο εφημέριος έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις και με ανθρώπους (με ιδιότυπη σχέση με την εκκλησία) που τον φέρνουν διαρκώς μπροστά σε διλήμματα, τα οποία βέβαια είναι κι αυτός έτοιμος να «υποδεχθεί», μέχρι την κρίσιμη στιγμή της δοκιμασίας, όταν ακούει κάποια λόγια που, πριν καλά καλά ολοκληρωθούν, αυτός έχει γίνει πια «ένας νεκρός ανάμεσα στους ζωντανούς» και έχει πάρει τον δύσκολο και οδυνηρό δρόμο προς το τέλος.
Για όλα αυτά ο εφημέριος έχει αποφασίσει να κρατάει ένα ημερολόγιο, αν και η αμφιθυμία με την οποία το αντιμετωπίζει είναι χαρακτηριστική των διακυμάνσεών του σε όλα τα επίπεδα: «Σήμερα το πρωί αποφάσισα να μη συνεχίσω το πείραμα πέραν των δώδεκα επόμενων μηνών. Στις 25 του προσεχούς Νοεμβρίου, θα κάψω αυτά τα φύλλα, θα προσπαθήσω να τα ξεχάσω».
Ο Μπερνανός ξεκίνησε να γράψει, όπως λέει ο ίδιος, ένα «ωραίο παλιομοδίτικο βιβλίο», καθώς ετοιμάζεται να το πάρει απόφαση πως θα δουλέψει «μόνο για τον επιούσιο», αν και στο τέλος ομολογεί πως «Ναι, αγαπώ αυτό το βιβλίο. Αγαπώ αυτό το βιβλίο σαν να μην είναι δικό μου».
Το βιβλίο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1936, όταν ο Μπερνανός είχε πια απομακρυνθεί πολιτικά από την Άκρα Δεξιά (ο συγγραφέας εκείνη τη χρονιά θα επιτεθεί στον Μουσολίνι, στο Βατικανό και στον Φράνκο), και σε μεγάλο βαθμό συμπυκνώνει φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα, βεβαιότητες και αμφιβολίες, μεταφυσικές αναζητήσεις στις οποίες επανερχόταν πάντα αυτός ο ιδιαίτερος συγγραφέας.

Γιέρζι Κοζίνσκι “Το βαμμένο πουλί”
(μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Οταν, το 1965, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Βαμμένο πουλί, του Πολωνού συγγραφέα Γιέρζι Κοζίνσκι, προκάλεσε πλήθος αντιδράσεων. Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία ενός εξάχρονου αγοριού από την Ανατολική Ευρώπη, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Όταν, εκείνες τις σκληρές μέρες του 1939, οι γονείς προσπαθούν να σώσουν το παιδί τους, έρχονται αντιμέτωποι με μια κατάσταση τραγική: «Στο χάος του πολέμου και της κατοχής, με τις συνεχείς μετακινήσεις πληθυσμών, οι γονείς έχασαν την επαφή με τον άνθρωπο που είχε μεταφέρει το παιδί τους στο χωριό. Βρέθηκαν ξαφνικά αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο να μην ξαναβρούν ποτέ το γιο τους».
Για το μικρό αγόρι που μένει μόνο μέσα σε εκείνη τη χαοτική και άγρια κατάσταση, αρχίζει τότε μια οδύσσεια που θα αρχίσει σιγά σιγά να το βυθίζει σε μια κόλαση την οποία, αρχικά, σχεδόν δεν καταλαβαίνει. Στην αρχή η αναμονή για τους γονείς του γίνεται έμμονη ιδέα του μικρού, όμως λίγο λίγο αρχίζει να δίνει τη δική του μάχη για να επιβιώσει, ενώ οι πάντες γύρω του –είτε Γερμανοί είτε ντόπιοι χωρικοί– είναι κατά κανόνα εχθρικοί, θεωρώντας τον άλλοτε «μούλικο Τσιγγανόπουλο» που φέρνει γρουσουζιά, άλλοτε «Τσιγγανοεβραίο» κ.λπ. Έτσι, το παιδί ενηλικιώνεται με τον δικό του τρόπο: «Κι εγώ ο ίδιος μισούσα πολλούς ανθρώπους. Πόσες φορές δεν είχα ονειρευτεί την ώρα που θα ξαναγύριζα αρκετά δυνατός και θα ’βαζα φωτιά στα σπίτια τους, θα δηλητηρίαζα τα παιδιά και τα ζωντανά τους, θα τους παράσερνα σε θανατερούς βάλτους».
Η επανασύνδεση με τους γονείς του δεν προκαλεί τη συνήθη και αναμενόμενη ευτυχία: «Δεν μου πολυάρεσε η ιδέα ότι θα γινόμουν ξαφνικά ο πραγματικός γιος κάποιου, ότι θα με χαϊδολογούσαν και θα με φρόντιζαν, ότι θα έπρεπε να υπακούω σε κάποιους, όχι επειδή ήταν δυνατότεροι και μπορούσαν να με χτυπήσουν, αλλά επειδή ήταν γονείς μου». Τελικά, όμως, κάποια πράγματα ξαναβρίσκουν τον δρόμο τους, όπως ξαναβρίσκει τον δρόμο της και η φωνή του παιδιού (που κάποια στιγμή έχει χάσει τη λαλιά του), όπως οι φθόγγοι που ανέβαιναν με δυσκολία στον λαιμό του πριν αρχίσουν να μετατρέπονται σε συλλαβές και λέξεις.
Οι αντιδράσεις στην έκδοση του βιβλίου ήταν πολλές και διαφορετικές. Τα εγκώμια συνοδεύτηκαν από αμφισβήτηση και επικρίσεις, για το αν το είχε γράψει ο ίδιος ή κάποιος ghost-writer, για το αν το είχε γράψει στα αγγλικά ή στα πολωνικά, για το πόσο αυτοβιογραφικό είναι ή δεν είναι, για το αν είναι φιλοσοβιετικό ή αντιπολωνικό, για την ωμότητά του που αγγίζει τα όρια της πορνογραφίας της βίας κ.λπ., κ.λπ. Ο ίδιος ο Κοζίνσκι έγραφε ότι «αποφάσισα να γράψω αυτό το βιβλίο με σκοπό να εξετάσω “αυτή τη νέα γλώσσα” της κτηνωδίας και τη συνακόλουθή της αντιγλώσσα της αγωνίας και της απελπισίας», για να συμπληρώσει ότι «δεν είχα προβλέψει ότι το μυθιστόρημα θα αποκτούσε δική του ζωή. Αν είχα προβλέψει τι θα γινόταν, μπορεί να μην έγραφα το Βαμμένο πουλί».