Κλειστοί κόσμοι του πλούτου, της φτώχειας, της βίας

Αντουάν Σαινάς “Αποστείρωση” (μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, 2017)

Όλα ξεκινούν με ένα τροχαίο. Κάπου στην εθνική οδό, το αυτοκίνητο που οδηγεί ο Πατρίκ Μαρτέν, αφού εμπλέκεται σε μια κόντρα με ένα άλλο αμάξι που το οδηγούν δύο νέοι βορειοαφρικανικής καταγωγής, βγαίνει από τον δρόμο του, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί η «εκπληκτικής ομορφιάς» σύζυγoς του Πατρίκ, Σοφία. Μια στιγμή προτού ντεραπάρει το αυτοκίνητο, όμως, ακούστηκε ένας παράξενος ξερός κρότος. Μπορεί και αυτό το δυστύχημα να έχει σχέση με τον μανιακό που πυροβολεί αυτοκίνητα στην εθνική οδό; Αυτός όμως πυροβολεί μόνο αυτοκίνητα που τα οδηγούν μαύροι και Άραβες, «για τους οποίους όλος ο κόσμος αδιαφορούσε» έτσι κι αλλιώς…

Καθώς αρχίζει η ανάκριση, μαθαίνουμε περισσότερα για τον Πατρίκ: δουλειά του είναι να φτιάχνει τα ερωτηματολόγια με βάση τα οποία επιλέγονται οι υποψήφιοι κάτοικοι των «περιφραγμένων συνοικιών», των κλειστών κοινοτήτων, των gated communities, που ξεφυτρώνουν παντού σε όλη τη χώρα για να στεγάσουν στο αποστειρωμένο παραδεισένιο περιβάλλον τους τούς πλούσιους κατοίκους τους μακριά από τους ενοχλητικούς ξένους ή φτωχούς ή μετανάστες. Τα ερωτηματολόγια ο Πατρίκ τα συντάσσει «ανάλογα με την καταγραφή των ηθικών αξιών κάθε περιφέρειας», προσπαθώντας στην ουσία να παρουσιάζει με νόμιμο τρόπο την εθνική και ταξική κρησάρα για την επιλογή των κατοίκων αυτών των «παραδείσων»: «Ξέρετε ότι οι διακρίσεις θεωρητικά απαγορεύονται στη χώρα μας. Η δουλειά μου έγκειται στο να παρακάμπτω αυτή την απαγόρευση μέσω μιας σειράς ερωτήσεων χωρίς να έρχομαι αντιμέτωπος με ερωτηματολόγια ταμπού».
Λογικό. Άλλωστε, «η παρουσία κατοίκων του νότιου ημισφαιρίου σε έναν οικισμό υψηλών προδιαγραφών ρίχνει αμέσως την τιμή του ακινήτου, τόσο απλή είναι η εξίσωση». Ακόμα και μια οικογένεια Μαγκρεμπίνων που κερδίζει το λαχείο και παρεισφρέει σε έναν τέτοιο οικισμό, αναγκάζεται σύντομα να τον εγκαταλείψει. Άλλωστε, ήδη οι αρχές έχουν φροντίσει «να εξορίσουν τις προβληματικές οικογένειες των μεταναστών προς την ενδοχώρα, όπου, και ήσυχοι να μην ήταν, θα παρέμεναν ωστόσο αθέατοι».
Έτσι κι αλλιώς, ο σχεδιασμός των κρατικών αρχών κατά κανόνα έχει σαφείς στόχους, ταξικούς, φυλετικούς, οικονομικούς: «ορισμένες γειτονιές θα ευνοούνταν περισσότερο, άλλες καθόλου, οι οδικές αρτηρίες θα ανακαινίζονταν, άλλες διαβάσεις θα καταργούνταν, σαν αποτέλεσμα ενός καλοσχεδιασμένου διαχωρισμού των διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού».

Για μια θέση στο «φωτεινό» κόσμο του πλούτου

Σε μια τέτοια «περιφραγμένη συνοικία» ζει και ο έτερος πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο νεαρός Ζυλιέν με την οικογένειά του, που, χωρίς να μετράει το κόστος και τις αληθινές –ολέθριες– συνέπειες, έχει κάνει τη συνειδητή επιλογή να ζει σε αυτόν τον μικρό, κλειστό παράδεισο, σε αυτή την κοινωνία της επιτήρησης όπου «το αίσθημα ελέγχου πάνω στους άλλους ήταν απόλυτο». Άλλωστε, «όλες αυτές οι πληροφορίες μπορούν να ανησυχούν μόνο αυτούς που έχουν κάτι να κρύψουν, όχι;»
Στην ανάκριση του Πατρίκ συμμετέχει και η αστυνομικός Αλίς Καμιλιέρι. Έχοντας στενή σχέση με την ακροδεξιά οργάνωση «Δόξα και Ισχύς» («μόλις έπεφτε η νύχτα, οι οπαδοί του “Δόξα και Ισχύς”, με τη σιωπηλή συγκατάθεση της δημοτικής αστυνομίας, επέβαλλαν το νόμο, τον δικό τους νόμο»), έχει μετατραπεί ταυτόχρονα σε παιδί για τα θελήματα της διεφθαρμένης εξουσίας του δημάρχου, με την ελπίδα –που θα αποδειχθεί τραγικά μάταιη– ότι θα ξεφύγει από τον μίζερο κόσμο της και θα μπει κι αυτή, έστω κι απ’ το παράθυρο, στον φωτεινό κόσμο του πλούτου. Έναν κόσμο διαπλοκής και διαφθοράς, έναν κόσμο όπου εκλεγμένοι πολιτικοί μαζί με ακροδεξιές συμμορίες μαζί με δημοσιογράφους και εφημερίδες μαζί με πλούσιους επιχειρηματίες δίνουν τον μεγάλο και αγνό αγώνα για το κέρδος, όπου οι διεφθαρμένες δημοτικές (επί παραδείγματι) αρχές «θα έμεναν πολύ ικανοποιημένες αν αυτές οι αρμοδιότητες περνούσαν σε ιδιώτες», όπου «οι δημοσιογράφοι υπάκουαν στους προϊσταμένους που οι ίδιοι ήταν υφιστάμενοι των αρχισυντακτών, οι οποίοι, με τη σειρά τους, ήταν υπό την εξουσία του διευθυντή εκδόσεων. Ο τελευταίος αυτός ακολουθούσε τις οδηγίες του προέδρου που είχε παραχωρήσει την εφημερίδα στους διαφημιζόμενους. Και ο πρώτος διαφημιζόμενος της εφημερίδας, με προϋπολογισμό ενός εκατομμυρίου ετησίως, ήταν το δημαρχείο. Η νομαρχία υποστήριζε τα μέσα ενημέρωσης τα οποία την υποστήριζαν με τη σειρά τους».

Δύο κόσμοι σε σύγκρουση, χωρίς κανόνες

Μια Γαλλία άγρια, άρρωστη, νοσηρή, ρατσιστική, μια Γαλλία όπου «το δόγμα ασφάλειας είναι το πιο ισχυρό» και όπου «ο φόβος είναι ισχυρό κίνητρο», μια Γαλλία σκοτεινή και αδιέξοδη – αυτός είναι ο κόσμος, οι κόσμοι, που καταγράφει στις σελίδες του ο Αντουάν Σαινάς. Από τη μια, οι περιφραγμένες συνοικίες με το αγκαθωτό ηλεκτροφόρο σύρμα, τα φυλάκια, τις κάμερες, τους ανιχνευτές κίνησης, τα σύρματα ασφάλειας, τις συνεχείς περιπόλους και από την άλλη οι πολυκατοικίες στις υποβαθμισμένες συνοικίες, με τις «προσόψεις από μπετόν σε χρώμα ώχρας», με τις πανομοιότυπες εισόδους με «ραγισμένα ή καθόλου τζάμια, λακκούβες από ούρα, θυροτηλέφωνα που από τα μισά έλειπαν τα κουδούνια», όπου οι τοίχοι είναι γεμάτοι με ρατσιστικά συνθήματα: «Τζαμί; Ποτέ!». Δύο κόσμοι, διαφορετικοί. Δύο κόσμοι σε σύγκρουση, μια σύγκρουση χωρίς κανόνες και όριο, μια σύγκρουση πέρα από την ηθική, στα όρια του μηδενισμού ενίοτε, που την αποτυπώνουν οι σχεδόν ιδεοτυπικοί χαρακτήρες που πλάθει ο συγγραφέας, μεταξύ των οποίων όμως αυτός που απουσιάζει είναι ο κλασικός «καλός». Μια σύγκρουση όπου η όποια υποψία χάπι-εντ στο τέλος της είναι κι αυτή γεμάτη σκοτεινές πλευρές.
Το βιβλίο τιμήθηκε το 2014 με το Μεγάλο Βραβείο Γαλλικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας.

Κώστας Αθανασίου