Κυπριακό: Λιγοστεύουν οι δυνατότητες της ελληνικής πλευράς

“Εύχομαι το καλύτερο για όλους τους Κυπρίους. Βορρά και νότο” (Αντόνιο Γκουτέρες)

kypriako

Του Τάκη Χατζηδημητρίου*

Οι συζητήσεις που γίνονται αυτές τις μέρες είναι ωσάν τώρα να ξεκίνησε το Κυπριακό και αναζητούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη «δημιουργία ενός πραγματικά ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, απαλλαγμένου από τις όποιες εξαρτήσεις τρίτων χωρών, ενός σύγχρονου, απόλυτα εναρμονισμένου με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, κράτους που θα δίνει προοπτική ειρηνικής συνύπαρξης και προοπτική για το μέλλον για όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους του». Μια θέση που, συμπληρωμένη με τη διατύπωση «μηδέν στρατοί και μηδέν εγγυήσεις» συνιστούν την προσέγγισή μας στις συνομιλίες για τη λύση του Κυπριακού. Όπως λέγουν οι ηγέτες μας που πήγαν στο Κραν Μοντανά, η πολιτική αυτή είναι απόλυτα κατανοητή απ’ όλους και βρίσκει υποστήριξη από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ.
Όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Το Κυπριακό έχει ιστορία. Οι τωρινές συνομιλίες είναι το αποκορύφωμα διαδικασιών που άρχισαν από το 1974. Δηλαδή, αμέσως μετά την καταστροφή. Τη μεγαλύτερη καταστροφή που είχε ποτέ η Κύπρος στη μακρόχρονη ιστορία της. Μια καταστροφή που επιτρέψαμε κι εμείς να συμβεί με τη χούντα και το ελληνικό στρατιωτικό πραξικόπημα. Μια ενέργεια με ελληνική ευθύνη, που μόνο αυτή ενεργοποίησε τη Συμφωνία Εγγυήσεων, όταν ήταν παραμερισμένη, παράνομη, και που κάτω από συνθήκες ομαλότητας θα μπορούσε να είναι και νεκρή.
Η εισβολή ακολούθησε το πραξικόπημα και είχε την ανοχή, αν όχι και την υποστήριξη, πολλών στη διεθνή κοινότητα, γιατί την είδαν ως ενέργεια εναντίον της χούντας. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει καμιά απόφαση του ΟΗΕ εναντίον της Τουρκίας. Σε όλα τα ψηφίσματά του υπάρχει ασάφεια γύρω από το ζήτημα αυτό, αλλά σαφήνεια σε ό,τι αφορά τον τρόπο επίλυσης. Ο ΟΗΕ καλεί τα μέρη σε συνομιλίες για την επίλυση του προβλήματος.

Επιλογή η διεθνής υποστήριξη

Το παν για την Κύπρο ήταν να μη γίνει πραξικόπημα και να μην επακολουθήσει η τουρκική εισβολή και κατοχή. Από τη στιγμή που καταλήφθηκε μέρος του κυπριακού εδάφους από την Τουρκία, δημιουργήθηκε νέα κατάσταση, που ανατροπή της θα μπορούσε να γίνει μόνο με νέο νικηφόρο πόλεμο και στρατιωτική εκδίωξη της Τουρκίας από την Κύπρο. Και επειδή τούτο κρίθηκε αδύνατο, απορρίψαμε την επιλογή αυτή, τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος. Ως διέξοδο αναζητήσαμε τη διεθνή υποστήριξη και αλληλεγγύη. Είχαμε τη διεθνή υποστήριξη με συνέχιση της αναγνώρισης της Κυπριακής Δημοκρατίας και πάντα με την επιφύλαξη της αναγκαιότητας επίλυσης του Κυπριακού. Ένα κράτος, δηλαδή, με αστερίσκο. Σε ό,τι αφορά την κατοχή, η διεθνής αλληλεγγύη εκδηλώθηκε μέσα από τα συγκρουόμενα συμφέροντα των μεγάλων, με την αποστολή της Ειρηνευτικής Δύναμης, που ως καθήκον της έχει την επίβλεψη της γραμμής του διαχωρισμού για την αποφυγή επεισοδίων και συγκρούσεων. Προσέγγιση, που όχι μόνο δεν καταργούσε την κατοχή και τη διαίρεση αλλά αντίθετα την εδραίωνε και μάλιστα με διεθνή αναγνώριση.
Οι άλλες επιλογές που απέμεναν για την αντιμετώπιση της κατοχής ήταν: Πρώτο, η αποδοχή των στρατιωτικών τετελεσμένων και η διχοτόμηση της Κύπρου, που θα σήμαινε παραδοχή ήττας και διαγραφή των κατεχομένων. Δεύτερη επιλογή παρέμενε αυτό που πρότεινε η διεθνής κοινότητα: συνομιλίες για την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής, δηλαδή συμβιβαστικής, μέσα από τις κρατούσες συνθήκες, λύσης. Στόχος μας πια, δηλαδή, δεν ήταν η απελευθέρωση και η επιστροφή στην προ του 1974 κατάσταση, αλλά η διάσωση όσων μπορούσε να διασωθούν σε επίπεδο κράτους και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κι αυτό γιατί πρέπει να ξέρουμε ότι και οι αρχές συζητούνται. Τίποτα το απόλυτο δεν ισχύει πουθενά και για τίποτε.
Στόχος, δηλαδή, των συνομιλίων ήταν η προσαρμογή της ΚΔ στις νέες καταστάσεις, η διασφάλιση, στο βαθμό που είναι δυνατό, της ανεξαρτησίας, και η δυνατότητα των ανθρώπων να είναι κύπριοι ολόκληρης της Κύπρου και όχι της μισής. Να υπάρχει ακόμη η δυνατότητα της επιστροφής προσφύγων, και να παραμένει ανοιχτή η προοπτική της ανάμιξης και πάλι του πληθυσμού, για να μη γίνουν τα κατεχόμενα σήμερα εδάφη άλλη Αττάλεια ή άλλη Σμύρνη. Για όλα αυτά υπάρχουν συμφωνίες ή οι αποστάσεις που τα χωρίζουν είναι μόνο θέμα πολιτικής απόφασης. Για να προχωρήσει, όμως, η ηγεσία σε αυτή χρειαζόταν όραμα για το αύριο και συναίσθηση του χώρου όπου η Κύπρος βρίσκεται, πλάι σε πεδία συγκρούσεων, μόνο εβδομήντα μίλια μακριά από το Χαλέπι. Αντί γι’ αυτό επικράτησαν πολιτικές υπολογισμών και τακτικισμοί.

Πιο κοντά από ποτέ

Είναι γενικά αποδεκτό ότι ουδέποτε στο παρελθόν ήταν τόσο κοντά οι πλευρές για την εξεύρεση λύσης, όπως στην παρούσα στιγμή. Σε ό,τι αφορά τον κατοχικό στρατό, η αντίληψη που υπήρχε ήταν να φύγει μέσα σε συμφωνημένο χρονοδιάγραμμα και φυσικά να τερματιστεί η δυνατότητα μονομερούς επέμβασης. Οποιαδήποτε άλλη διεθνής συμφωνία να επανεξεταστεί σε κάποιο μελλοντικό χρονικό διάστημα. Παρέμενε η κληρονομιά της Συμφωνίας Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, με την ΤΟΥΡΔΥΚ και την ΕΛΔΥΚ, τους 650 Τούρκους και 950 Έλληνες στρατιώτες. Προτάσεις, δηλαδή, και ιδέες που επιδέχονταν συζήτηση και που σήμαιναν βελτίωση της σημερινής κατάστασης.
Οι επιλογές που έχουμε στη διαπραγμάτευση δεν είναι το τέλειο κράτος, αλλά ο εφικτός συμβιβασμός που θα μπορεί να ανοίγει προοπτική για το μέλλον και μάλιστα εμπλουτισμένο με το όραμα μιας πολυεθνικής Κύπρου, ειρηνικής, σε συνεργασία με όλες της χώρες της περιοχής, της Τουρκίας συμπεριλαμβανομένης. Οι Ελληνοκύπριοι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το δίλημμα είτε να μάθουμε να ζούμε με τους άλλους, οπότε έχουμε προοπτική και μέλλον, είτε ν’ αποτελέσουμε μια αποφυάδα στη νότια Κύπρο, κάτω από την πίεση της Τουρκίας και τον κυκεώνα της μεσανατολικής κρίσης.
Η τυχόν συμφωνία θα σήμαινε την ανάληψη μεγάλης ευθύνης που ίσως να είχε και πολιτικό κόστος. Δύσκολο για την ηγεσία, αλλά χρήσιμο για τον τόπο. Η ειρήνη είναι δύσκολη υπόθεση. Διαπραγματεύεσαι με τον εχθρό για να δημιουργήσεις νέες σχέσεις συνεργασίας και εμπιστοσύνης. Εύκολη είναι η αποφυγή ευθύνης, οι πατριωτικοί λόγοι και η επίρριψη ευθυνών στον άλλο. Η άκαρπη, όμως, πάροδος του χρόνου λειτουργεί αρνητικά για τους Ελληνοκύπριους και συμβάλλει στη νομιμοποίηση των τετελεσμένων της κατοχής. Στην πολιτική δεν υπάρχει διασφαλισμένη εκ των προτέρων πορεία, γι’ αυτό και είναι μεγάλη η σημασία ύπαρξης ηγετών σε θέση να αναλάβουν ευθύνες και να διακινδυνεύσουν. Και στην περίπτωση της Κύπρου υπήρχε το υπόστρωμα στήριξης της λύσης από τους ανθρώπους, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, τους επιχειρηματίες, τα συνδικάτα, τους διανοούμενους, όπως και τους απλούς ανθρώπους στις καθημερινές τους επαφές. Μια συμφωνία θα είχε δυναμική και εξελικτική επίδραση στη διαμόρφωση του αύριο.
Τώρα, μετά την αποτυχία και το αδιέξοδο στο Κραν Μοντανά μετρούμε πια απώλειες. Η εμμονή σε μηδέν στρατό και μηδέν εγγυήσεις επιτρέπει τη διαιώνιση της διαίρεσης, την παρουσία 40.000 Τούρκων στρατιωτών και τη διατήρηση ανέπαφης της συμφωνίας που επιτρέπει τη μονομερή επέμβαση. Αντί συνεργασία με τους ΤΚ έχουμε νέες εντάσεις, αντί συνεννόηση με την Τουρκία έχουμε παρενοχλήσεις σε διάφορα επίπεδα, και πόλεμο δηλώσεων και καταγγελιών.
Ο ΓΓ του ΟΗΕ ευχαριστεί τον Ερντογάν για την εποικοδομητική του στάση. Η Μογκερίνι γράφει στον προσωπικό της λογαριασμό ότι χάσαμε ιστορική συγκυρία. Ο Γιούνκερ μίλησε για τελευταία ευκαιρία. Οι εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ και της ΕΕ φεύγουν από την Κύπρο. Σταδιακά διαλύεται το επιτελείο των «καλών υπηρεσιών». Ο Άιντε φεύγει οριστικά, αλλά μας παραμένουν οι αθλιότητες των ύβρεων εναντίον του.
Ιδιαίτερη, όμως, σημασία έχει η έκθεση του ΓΓ στο Συμβούλιο Ασφάλειας, που υπογραμμίζει ότι η «ΟΥΝΦΙΚΥΠ εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο» Στην συνέχεια καλεί «τις δύο κοινότητες να καταβάλουν προσπάθειες για τη δημιουργία ενός κλίματος που να ευνοεί την επίτευξη μεγαλύτερης οικονομικής και κοινωνικής ισότητας μεταξύ των δυο πλευρών και να διευρύνει και εμβαθύνει τους οικονομικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή παρόμοιους δεσμούς και επαφές, μαζί με την προοπτική για ενθάρρυνση του εμπορίου. Τέτοιες επαφές, καταλήγει, προάγουν την εμπιστοσύνη μεταξύ των κοινοτήτων και βοηθούν στην αντιμετώπιση των ανησυχιών των Τουρκοκυπρίων σχετικά με την απομόνωση». Όποιος δεν βλέπει στη διατύπωση αυτή υπόβαθρο αναβάθμισης του βορρά είναι εκτός πραγματικότητας.

Απρόβλεπτη συνέχεια, υπαρκτό κενό

Άρχισε να γίνεται λόγος για τη συνέχιση της διαδικασίας, όμως πώς, με ποιους, και με ποιο τρόπο. Έχουν πια όλα εξαντληθεί, όλα τα περιθώρια και οι μέθοδοι. Οι ηγεσίες ΕΚ και ΤΚ βρίσκονται σε βαθιά κρίση και κλονισμό της εμπιστοσύνης, κάτι που έχει μεταφερθεί και σε λαϊκό επίπεδο. Ο Ακιντζί, που βγήκε με υπόσχεση να λύσει το Κυπριακό, τώρα βρίσκεται σε πολιτικό κενό. Ο Αναστασιάδης πορεύεται προς τις εκλογές και δεν θέλει να διακινδυνέψει την εκλογή του με συμβιβασμούς που είναι δυνατό να επιφέρουν κριτική. Με τη σταδιακή εξουδετέρωση του ρόλου του ΟΗΕ φτάσαμε στις συνομιλίες κυπριακής ιδιοκτησίας. Αυτό ήταν το τελευταίο καταφύγιο για την πορεία των συζητήσεων για τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία. Η συνέχεια είναι απρόβλεπτη, το πολιτικό κενό είναι υπαρκτό. Κάποτε θα ξεκινήσει νέα διαδικασία, στο υπόβαθρο της σημερινής, με περισσότερα διαχωριστικά στοιχεία και με λιγότερες δυνατότητες της ελληνικής πλευράς.

* Πρόεδρος ΙΚΜΕ (Ίδρυμα Κοινωνικο-πολιτικων Μελετών).