Κυριακάτικο ξύπνημα

ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΗΤΣΟΥ

...؁׍ύԁӠӔ`ӊϕЉĉhEUROKINISSI/ÉّÏӠʏ͔QɍǓ)

Είπα ν’ αλλάξω τρόπους. Κάθισα αυτή τη φορά στην πίσω ισόγεια βεράντα, εκείνη που βλέπει τη λεωφόρο Ιωνίας, έβαλα πάνω στο στρογγυλό μαρμάρινο τραπέζι το δίσκο με το πρωινό μου –καφές ελληνικός σκέτος, ένα πιάτο γάλα με κορνφλέικς και μια μπουκάλα δροσερό νερό– εφτά η ώρα, ήταν ανοιχτό το μίνι μάρκετ απέναντι και είχα ήδη αγοράσει τις κυριακάτικες εφημερίδες, όταν μια βροντερή φωνή, κάποιο άγριο τραγούδι, έκανε θρύψαλα τη γαλήνη μου.
Έμοιαζε ρώσικο, επαναστατικό, έτσι βαθύ κι υπόκωφο, και ότι ερχότανε από πολύ μακριά, από άλλους τόπους.
Όμως, ένας μεγαλόσωμος, κοντά στα δυο μέτρα, νέος άντρας με κόκκινη γενιάδα και αχτένιστα μακριά μαλλιά, περνούσε στο δρόμο. Στον ώμο του στεκόνταν μια γάτα, σαν παπαγάλος μυθικού πειρατή. Έσκυβε χωρίς να σταματά να τραγουδά, πάνω από τους μεγάλους κάδους απορριμμάτων, σχεδόν εξαφανιζόταν μέσα ολόκληρος, οπότε κι η φωνή του δυνάμωνε υπερβολικά, διασπώταν σε πολύ περισσότερες φωνές και τα αλαμπουρνέζικα τα λόγια του ακούγονταν ακόμα πιο απειλητικά, λες και επαναλαμβάνονταν από κόσμο αμέτρητο.
Ύστερα έβγαινε μ’ άδεια χέρια και κατευθύνονταν περπατώντας άκρη-άκρη στο δρόμο προς τον επόμενο κάδο, τραγουδώντας πάντα το ίδιο δυνατά, με τη γάτα καρφωμένη ακίνητη στον ώμο του.
Έξω από τη μάντρα, στο πεζοδρόμιο, υπήρχε άλλος ένας κάδος σκουπιδιών. «Ωχ, θα βουτήξει πάλι και μόλις βγει θα μου την πέσει , πρωί πρωί, θα ανοίξει την αυλόπορτα και θα μπουκάρει στο σπίτι μου, σκέφτηκα, και άπλωσα την εφημερίδα, ανοιγμένη στα δύο, έτσι ώστε να με καλύπτει, για να μη με δει.
Χώθηκε στον κάδο κι έμενε εκεί τρυπωμένος, συνεχίζοντας να τραγουδά με μια φωνή, σπηλαιώδη πια, μια φωνή που εμένα μου έφερε τώρα στο νου, τη βουή πάνω από τον κόλπο του Αμβρακικού, λίγο πριν φτάσει ο σεισμός. Και μου ’κοψε τα πόδια.
Όταν δεν μπορούσα άλλο να τον ακούω και να τον περιμένω να βγει, και μόλις άρχισα να πιστεύω πως τον κατάπιαν τα σκουπίδια και τον χώνεψαν, αυτός αναδύθηκε τεράστιος, με άδεια πάλι χέρια και πλησίασε τραγουδώντας στο μαντρότοιχο της αυλής μου. Έβαλε και τις δύο παλάμες του ανοικτές, πάνω στα μυτερά κάγκελα –εγώ μισοκρύφτηκα πίσω από την εφημερίδα– και απότομα σταμάτησε το τραγούδι του.
«Πεινάει ο κόσμος», μου ανακοίνωσε. Ήταν Έλληνας. «Άδειοι όλοι οι κάδοι. Δεν βρίσκεις τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτε μέσα. Γι’ αυτό λείπουν οι γάτοι, κατάλαβες; Έχεις δει τελευταία κανένα γάτο ψηλά στους κάδους;», με ρώτησε απαιτητικά.
«Βέβαια, είναι έτσι, όπως το λες», συμφώνησα φοβισμένος μαζί του. «Δεν έχω δει κανένα γάτο».
«Βλέπεις;», μου λέει. «Έχω δίκιο. Και πέτα αυτή την εφημερίδα από μπροστά σου. Είναι σαν νεκροσέντονο».
«Πεινάει ο κόσμος, αδερφέ», επανέλαβε και περπατούσε μακριά μου με μεγάλες δρασκελιές, τραγουδώντας, πάλι δυνατά, τα άγρια τραγούδια του, με τα ακαταλαβίστικα, τα αλαμπουρνέζικα λόγια.
Απομακρύνθηκε από κοντά μου χωρίς να μου κάνει κακό, χωρίς να με βλάψει, ψάχνοντας και τους υπόλοιπους κάδους σκουπιδιών στη λεωφόρο Ιωνίας.
Σηκώθηκα τότε ορθός, μου είχε φύγει ο φόβος, κι έτρεξα πίσω του, προσπάθησα να τραγουδήσω κι εγώ, να τον μιμηθώ, να πορευτώ μαζί του.
Αλλά δεν είχα μπορέσει να συγκρατήσω ούτε λέξη από το τραγούδι του, κι ήχος δεν έβγαινε από το λαρύγγι μου. Σαν να ήμουνα μουγγός.
Γύρισε και με κοίταξε παραξενεμένος, καθώς ανοιγόκλεινα το στόμα, όπως ο νεοσσός που περιμένει από τη χελιδόνα τη μάνα του, να του βάλει μέσα την τροφή, και συνέχισε το δρόμο του, χωρίς να ασχοληθεί άλλο με την παρουσία μου.
Επέστρεψα στο σπίτι με σκυμμένο το κεφάλι, αποήπια ανόρεχτα το γάλα, σήκωσα μετά το φλιτζάνι με τον καφέ για μία τελευταία τζούρα, αλλά δεν είχε απομείνει παρά το κατακάθι στον πάτο. Ένα κατακάθι πηχτό, και μαύρο.

Ανδρέας Μήτσου