Κύριε Σπύρο Ασδραχά, αντίο…

arvanitakis-adrahas

Του Δημήτρη Αρβανιτάκη

“Το δέντρο με τα τσόκαρα” είναι ένα φιλμ του Ερμάννο Όλμι. Γυρισμένο το 1978, με ηθοποιούς πραγματικούς αγρότες, αφηγείται τη ζωή των χωρικών που δουλεύουν την περιουσία ενός μεγαλοκτηματία στην πεδιάδα του Μπέργκαμο, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Η ζωή είναι φτώχεια, το σκοτάδι της νύχτας καταπίνει το φως της μέρας, οι εποχές σκεπάζουν η μία την άλλη, ο χρόνος μετριέται με το πάντα φτενό μερδικό που μένει στα χέρια των καλλιεργητών, το χτες καταπίνει το αύριο· οι γενιές μεγαλώνουν και σβήνουνε μέσα στο χρόνο που έχει το όνομα του στεγνού πεπρωμένου. Η ιστορία μοιάζει ανάλλαχτη. Οι προλετάριοι της γης γεννιούνται και πεθαίνουν κολλημένοι στη γη που τους γέννησε, στη γη που δεν τους ανήκει. Ώσπου μια μέρα, μια ανορθογραφία: το παιδί μιας οικογένειας χωρικών μοιάζει να μπορεί να ξεφύγει από τον αιώνιο κύκλο, μοιάζει προικισμένο για γράμματα. Ο παπάς ενθαρρύνει την οικογένεια και κείνη υπακούει: αμήχανα και δειλά, αλλά υπακούει. Καλά τα γράμματα που λέει ο παπάς, αλλά τα χέρια του παιδιού θα λείψουν από τη δουλειά … και τι θα πουν οι γείτονες … πού ακούστηκε το παιδί του φτωχού να πάει για γράμματα; Και όμως. Αρχίζει ο αγώνας του παιδιού, ο αγώνας της οικογένειας. Χιλιόμετρα κάθε μέρα να φτάσει το παιδί στο σκολειό, με τα πόδια. Γύρω του συνεχίζεται η τραγωδία των φτωχών, έτσι όπως την είδαν οι αιώνες. Κάθε μέρα περπάτημα, κούραση. Πείσμα. Ώσπου μια μέρα, στις πέτρες, σπάζει το σανδάλι του, το «τσόκαρο». Πού θα βρεθεί άλλο; Ο πατέρας κόβει κρυφά ένα κλαρί από ένα δέντρο για να του φτιάξει ένα καινούργιο. Αλλά, όπως δεν του ανήκει η γη, δεν του ανήκει και το δέντρο: οι φτωχοί δεν ορίζουν ούτε τον τόπο που πατούν. Ο αφέντης βρίσκει το κομμένο κλαρί, ο ένοχος ανακαλύπτεται, η οικογένεια διώχνεται νύχτα από το χτήμα. Μέσα στη σιωπή, μέσα στην αγωνία. Για πού; Για το πουθενά; Αυτός ο τρομακτικά μεγάλος κόσμος, άραγε έχει μία σπιθαμή για τους διωγμένους από τη γη του αφέντη; Τέλος.
Σ’ αυτή τη σπουδαία ταινία επανερχότανε συχνά ο Σπύρος Ασδραχάς. Και μιλούσε για τη μεγαλειώδη τοιχογραφία των φτωχών αγροτών που έπλασε ο Όλμι, για τους αιώνες του προφορικού πολιτισμού και τους μηχανισμούς του, για τους κώδικες του λόγου και την τελετουργία της γιορτής, για το οικονομικό που μοιάζει να παίρνει τη δύναμη ιστορικού νόμου, για το απρόβλεπτο μέσα στην ιστορία, για τους ανθρώπους που γεννιούνται νικημένοι, για το ανεπαίσθητο ράγισμα στις δομές μιας σχεδόν φυσικοποιημένης οικονομικής δομής, για το βουβό μεγαλείο της ήττας που μπορεί να γεννήσει το ρήγμα.
Υπήρξε συνεπής υπηρέτης της οικονομικής ιστορίας, θεμελιωτής της στην Ελλάδα, ο Σπύρος Ασδραχάς. Αλλά, όπως έλεγε ο αγαπημένος φίλος και δάσκαλός του, ο Ρουτζέρο Ρομάνο, «ένα κατάστιχο με τιμές αγαθών στη Σικελία του δέκατου έκτου αιώνα είναι άχρηστο αν δεν μπορεί να μας πει κάτι για τη ζωή των ανθρώπων». Έτσι και ο Σπύρος Ασδραχάς: η οικονομική ιστορία είναι μία δίοδος προς την ιστορία, το οικονομικό είναι ένας δρόμος προς τη ζωή των ανθρώπων. Μάρτυρας πολύτιμος, αλλά σε καμία περίπτωση αυτοσκοπός.
Γιατί η ιστορία είναι ένας αγώνας, μία μάχη, όπως το είπαν και οι αγαπημένοι γάλλοι δάσκαλοί του. Και αν η ιστορία είναι μία επιστήμη, με τους κανόνες και τους κώδικές της, πίσω της κρύβει μια δίψα: εκείνη της κατανόησης της ανθρώπινης ζωής. Και τα απομεινάρια ετούτης της ζωής ο ιστορικός θα τα βρει παντού. Δίχως αποκλεισμούς, δίχως στεγανά. Τα τεκμήρια της ιστορίας έχουν διπλή και πολλαπλή ζωή, έχουν μία και δύο και πολλές γλώσσες. Κι αυτά ο ιστορικός πρέπει να τα ξεχερσώσει. Κι ούτε ο χαρακτήρας των τεκμηρίων είναι μονολιθικός. Μαζί με τα σκληρά τεκμήρια των αριθμών, τα φορολογικά κατάστιχα και τις σειρές των τιμών, μαζί με τους οικονομικούς δείκτες, τις καταστιχώσεις και τις «επενδύσεις των φεουδαρχών», μαζί με τα εμπορικά δίκτυα και τις μετακινήσεις των πληθυσμών είναι και τα έργα της φιλολογίας, ο κινηματογράφος, η ζωγραφική… Με σαφή επίγνωση ότι άλλα τα όρια της τέχνης και άλλα εκείνα της ιστορίας, δίχως η ανάγκη της ιστορικής ανάγνωσης ή η ιστορική χρήση της τέχνης να καταργεί ή να υποκαθιστά την ποιότητα του έργου τέχνης.

Ο κόσμος των ανθρώπων

arvanitakis

Στην ταινία «Το δέντρο με τα τσόκαρα» επανερχότανε συχνά ο Σπύρος Ασδραχάς. Και μιλούσε για τη μεγαλειώδη τοιχογραφία των φτωχών αγροτών που έπλασε ο Όλμι, για τους αιώνες του προφορικού πολιτισμού και τους μηχανισμούς του, για τους κώδικες του λόγου και την τελετουργία της γιορτής, για το οικονομικό που μοιάζει να παίρνει τη δύναμη ιστορικού νόμου, για το απρόβλεπτο μέσα στην ιστορία.

Παντού και πάντα ο κόσμος των ανθρώπων. Γιατί, αυτός είναι ο σκοπός του ιστορικού: να καταλάβει τον κόσμο των ανθρώπων. Η “Μαντάμ Μποβαρύ”, η “Φονταμάρα” του Σιλόνε, ο “Γατόπαρδος” του Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, το “Χάος”, το “Αλοζανφάν” και το “Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκορα” των αδελφών Ταβιάνι, ο “Φωτεινός” του Βαλαωρίτη, το “Η γη τρέμει” του Βισκόντι, η “Γυναίκα της Ζάκυθος”, ο Ανδρέας Κάλβος, ο “Δον Κιχώτης” του Γκριγκόρι Κόζιντσεφ, η “Όπερα της πεντάρας”… «Δεν πρέπει να ξεχνάμε», έλεγε πολλά χρόνια πριν, «ότι η ιστορία δεν κυριαρχείται αποκλειστικά και μόνο από τους ιστορικούς. Η ιστορία έχει πολλαπλή έκφραση: κινηματογραφικά έργα όπως “Η έβδομη σφραγίδα” του Μπέργκμαν, ο “Αντρέι Ρουμπλιώφ” του Ταρκόφσκι, ο “Άνθρωπος από μάρμαρο” του Βάιντα και –μέγιστο μάθημα– το “Δέντρο με τα τσόκαρα” του Όλμι, δείχνουν στον ιστορικό τον ιδανικό του στόχο, όπως τον χάραξε η αναζήτηση ενός Λυσιέν Φεμπρ».
Και δίπλα στα «μεγάλα» είναι και τα «μικρά». Γιατί αν οι μεγάλες κορυφές ανοίγουν διάπλατους ορίζοντες, τα βήματα, τα σκοντάμματα, το μόχθο της ανάσας τον αποτυπώνουν οι «μικροί» μάρτυρες, εκείνοι που το όνομά τους δεν γράφτηκε καν ή που στριμώχτηκε στη σκόνη της λησμονιάς, στα παράφυλλα των χειρόγραφων κωδίκων ή σε χρονογραφικά σημειώματα. Κι ακόμα: μια λέξη που πρωτοφανερώνεται, μία λέξη που λέγεται με άλλο νόημα, μια λέξη που παύει να ζει, είναι δείκτες της ιστορίας που αλλάζει, ενός κόσμου που γεννιέται, που πεθαίνει, που αρχίζει να παίρνει «άλλο νόημα». Οι μεγάλες τομές συχνά γεννιούνται με σιωπηρό τρόπο προτού ξεσπάσουν πάνω στη φλούδα της ιστορίας. Και τούτη η διαπίστωση δίνει άλλο νόημα στο μεγάλο ζήτημα των τομών και των συνεχειών στην ιστορία.
Οι μικροί και οι μεγάλοι μάρτυρες, το μερικό και το συνολικό, το τοπικό και το γενικό. Αυτός είναι ο τρόπος για να αποδεσμευτεί κανείς από τη δυναστεία των θεωριών, πάντως να δοκιμάσει την αληθινή, την ιστορική αντοχή τους: σκύβοντας πάνω στα τεκμήρια, παρακολουθώντας τη ροή του ποταμού προτού αρθρώσει λόγο επί της πραγματικότητας, προτού παραδοθεί στη μεγάλη παγίδα, στα σχήματα. Ο Ασδραχάς έδειξε, για παράδειγμα, τη σημασία της μελέτης της τοπικής ιστορίας, τον ρόλο της τοπικής λογιοσύνης, της μικροϊστορίας, έδειξε πώς και πότε οι μερικεύσεις μπορούν να αναχθούν σε γενικά σχήματα. Έδειξε πώς ο καθρέφτης της μικρής κλίμακας, είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικό επίπεδο, μπορεί να μας υποδείξει τον δρόμο για τους μεγάλους άξονες, πώς οι μικρές αλλαγές έρχονται εκεί που δεν τις πιάνει το ραντάρ των θεωριών και των σχημάτων: η πρωτόγονη επανάσταση, η συγκρότηση της οικογενειακής και της τοπικής μνήμης, οι στρατηγικές των βαπτιστικών ονομάτων, οι τεχνικές παραγωγής της μικρής κλίμακας, οι δρόμοι του δημοτικού τραγουδιού και ο καθρεφτισμός ή η διάθλαση της ιστορίας, οι μηχανισμοί της οργάνωσης της μνήμης μέσα στα απομνημονευματικά κείμενα…

Ένας άνθρωπος «παλαιάς κοπής»
arvanitakis2

Ο Σπύρος Ασδραχάς θα μπορούσε να συμφωνήσει, λέω, με κείνο το αρχαίο ρωμαϊκό ρητό: «Άνθρωπος είμαι και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Γιατί με αυτή τη λογική και με μία ισχυρή δόση αυτοσαρκασμού και μαζί ειλικρινούς εξομολόγησης, θέλησε να εικονογραφήσει το εξώφυλλο ενός από τα βιβλία του, τα “Ιστορικά απεικάσματα”. Όχι κομπασμοί, όχι υποκρισία, όχι από καθέδρας διδαχή, αλλά στο εξώφυλλο να μας κοιτάζει βουβός ο πίνακας του Μπρύγκελ.

arvanitakis3
Αυτή η κατεύθυνση υπήρξε μία από τις αγαπημένες του «ερευνητικές πίστες» για να δοκιμάσει την αλήθεια των θεωριών, αυτός ο εχθρός (ή, πάντως, όχι φίλος) των αφηρημένων και γενικευτικών σχημάτων. «Επιμένω να λέγω ότι ο ιστορικός είναι κατ’ εξοχήν ένας εμπειριστής, δουλεύει με ρεάλια […], αποβλέπει, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, να επιτυγχάνει το μέγιστο δυνατό των διασταυρώσεων διαφορετικών οπτικών, θα έλεγα ακόμα διαφορετικών ευαισθησιών, ενόψει μιας κατανόησης των πραγμάτων και μιας αυτοκατανόησης». «Ενόψει»: ιδού μία αγαπημένη έκφραση του Σπύρου Ασδραχά.
Αυτός ο γλυκός άνθρωπος που υπήρξε ο Σπύρος Ασδραχάς (υπήρξε, γιατί δεν υπάρχει πια), αυτός ο μελαγχολικός στοχαστής της ιστορίας μπορούσε εύκολα όσο και άθελά του να σε φέρει σε αμηχανία. Γιατί στο στόμα του βρισκόταν πάντα, πάντα η απροσδόκητη ερώτηση, εκείνα που ο ίδιος έλεγε «μυριολεκτούμενα», «αυτονόητα», «κοινόλεκτα». Και ήταν αυτά, τις πιο πολλές φορές, μια μετακίνηση του ερωτήματος, μια άλλη οπτική που μπορούσε να δυσκολέψει ή να φωτίσει μιαν απάντηση, να ανοίξει έναν άλλον δρόμο ή να ανατρέψει μια βεβαιότητα.
Ήτανε άνθρωπος «παλαιάς κοπής» ο Σπύρος Ασδραχάς, ένα παιδί μιας λογιοσύνης που αναγνώριζε την παιδεία ως περιουσία, ένας «επτανήσιος λόγιος», όπως συχνά θυμόταν να πειράζουν τον Κ. Πορφύρη στα νιάτα της “Επιθεώρησης Τέχνης”. Ευγενής. Άνθρωπος που κουβαλούσε το βάρος των αιώνων της ευρωπαϊκής εμπειρίας και μαζί το βάρος της δικής του γενιάς και της δικής του ιστορίας: άνθρωπος της ανάγκης του διαφωτισμού, της πίστης στη δυνατότητα του ανθρώπου. Όχι με την έννοια της απλοϊκής και εξαργυρώσιμης «βουλγκάτας» της προόδου, αλλά με την έννοια, ακριβώς, της δυνατότητας. Και πάνω σε αυτό θυμόταν πάντα τον δύσκολο λόγο του «μπάρμπα-Αντώνη», του Γκράμσι, για την αισιοδοξία της βούλησης και την απαισιοδοξία της γνώσης. Γιατί αυτό ήταν στα χέρια και στα μάτια του η ιστορία: το πιο γερό μονοπάτι που με χίλιους δρόμους φέρνει, μπορεί να φέρει, προς την ανθρωποποίηση.

Η ανατρεπτική ιστορία

Και για τούτο δεν έκανε ποτέ την ιστορία υπηρέτη καμίας πολιτικής ή άλλης σκοπιμότητας. «Οι συμπάθειές μου στρέφονται προς τους καταφρονεμένους ή τα άφωνα πρόσωπα της ιστορίας», έλεγε. Θα μπορούσε εδώ να μας μιλήσει και να μας θυμίσει τον άλλο «κοινό τόπο» της ιστορικής επιστήμης, την έννοια της «συμπάθειας». Αλλά, απλούστερα, έσπευδε να προλάβει την εύκολη παρεξήγηση και τον άδικο ψόγο: «Εκείνο που με ενδιαφέρει, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, είναι η έννοια των μηχανισμών. Δηλαδή των τρόπων παραγωγής και των σχέσεων παραγωγής». Θα συνυπέγραφε, μου φαίνεται, εκείνη τη γνωστή και χιλιοειπωμένη φράση ότι «ο δρόμος της κριτικής είναι ο μόνος ανοιχτός μπροστά μας». Ή, όπως αγαπούσε να λέει, «η ιστορία είναι από τη φύση της ανατρεπτική». Γιατί είναι η ιστορική σκέψη που μας δίνει τον τρόπο να ιστορικοποιήσουμε τις έννοιες και τις θεωρίες, τα ονόματα των πραγμάτων, να αντιληφθούμε το βάρος και την εμβέλεια των εργαλείων μας, να υπερβούμε την ίδια μας τη γνώση, τον ίδιο μας τον λόγο για την πραγματικότητα, γεννώντας νέα, αρμόζοντα εργαλεία. Η ιστορία είναι η γνώση των μηχανισμών, η ιστορία είναι ανατρεπτική: είναι δηλαδή παιδευτική.
Δεν είναι ο ιστορικός το αλάνθαστο μάτι του Θεού, δεν είναι ο ιστορικός ο αδέκαστος κριτής και ο εκλεκτός με τα λευκά μανικέτια, που κάθεται τάχα στον θρόνο της αντικειμενικότητας, έτσι δεν είναι, κύριε Ασδραχά; Ο ιστορικός είναι κι αυτός ένα παιδί της εποχής του, αλλά ένα παιδί που δεν αγαπάει να γίνεται μεγάφωνο κανενός, που δεν αγαπάει τον συνθηματολογικό λόγο. Και αν ο λόγος του Σπύρου Ασδραχά δεν αγάπησε καμία δογματικότητα, αν κρατήθηκε στο σύνορο του έντιμου επιστημονικού μόχθου, αυτό οφείλεται στη διαρκή αναμέτρηση με τις απολυτότητες, όποια μορφή κι αν είχαν αυτές.

Προχωράει, «στα σκοτεινά», αλλά προχωράει

Δύσκολος δρόμος, δύσκολος δρόμος. Αλλά, αυτός είναι ο κόσμος που μας δόθηκε, μέσα σε τούτον μόνο υπάρχουμε: ένα στοίχημα. Ο Σπύρος Ασδραχάς θα μπορούσε να συμφωνήσει, λέω, με κείνο το αρχαίο ρωμαϊκό ρητό: «Άνθρωπος είμαι και τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο». Γιατί με αυτή τη λογική και με μία ισχυρή δόση αυτοσαρκασμού και μαζί ειλικρινούς εξομολόγησης, θέλησε να εικονογραφήσει το εξώφυλλο ενός από τα βιβλία του, τα “Ιστορικά απεικάσματα”. Όχι κομπασμοί, όχι υποκρισία, όχι από καθέδρας διδαχή, αλλά στο εξώφυλλο να μας κοιτάζει βουβός ο πίνακας του Μπρύγκελ: «Ο τυφλός που οδηγεί τους τυφλούς». Μέσα στην παλιά εκείνη «κοιλάδα των δακρύων», καθένας φτιάχνει λέξεις από μνήμη και λήθη, προσφέρει τον μόχθο των δικών του ματιών, συντροφεύει όπως μπορεί την ανθρώπινη «εταιρεία», την ανθρώπινη «συνοδία» (δεν θυμάστε πια, κύριε Ασδραχά, πόσο χαρήκατε όταν ανακαλύψαμε αυτή τη λέξη μέσα στην αρχαιολογία της έννοιας «κοινωνία») και προχωράει, «στα σκοτεινά», αλλά προχωράει. Έτσι δεν είπε ο Καμύ στον «Γερμανό φίλο» την επαύριον του Πολέμου; «Αν η ιστορία δεν έχει κανένα νόημα, εσείς επιχειρήσατε να της δώσετε ως νόημα τη βία, ενώ εμείς την αλληλεγγύη».
Ένα παλιό, πολύ παλιό ρητό, έλεγε: «Παιδί γίνεσαι καλός μαθητής, άντρας γίνεσαι δίκαιος, όταν γεράσεις καλός συμβουλάτορας κι όταν πεθάνεις παύεις να λυπάσαι». Έτσι μου φαίνεται πως είναι, κύριε Ασδραχά: όταν πεθάνεις, παύεις να λυπάσαι. Εσείς δεν ζείτε πια για να μας το πείτε κι ούτε θυμάστε τίποτα κι ούτε ακούτε τίποτα κι ούτε διαβάζετε τίποτα από όλα τούτα που γράφονται και γίνονται. Κι ούτε θα μάθετε τίποτα από όσα θα ακολουθήσουν. Εκείνος ο «υπόγειος ρυθμός» που έλεγε ο παλιός Αρχίλοχος, αλήθεια είναι πως κυβερνάει τα πάντα. Αλήθεια είναι: πλέον, «εις το Μεγάλο Τίποτα επιστραμμένος απ’ τη ζωή». Κι εγώ, κι ας μην ακούτε, θέλω να κλείσω ετούτο το σημείωμα με τα λόγια που έπλεξε ο αγαπημένος σας σύντροφος, ο Ανδρέας Κάλβος, όταν συνάντησε το αγνώριστο φάσμα της μάνας του και προσπαθούσε να γεμίσει την απόσταση του ακατανόητου χρόνου που χωρίζει τους ζωντανούς από τους πεθαμένους, βάζοντάς την έτσι να του μιλάει: «Εδώ ημείς οι νεκροί / παντοτινήν ειρήνην / απολαύσαμεν, άφοβοι, / άλυποι, δίχως όνειρα / έχομεν ύπνον». Αντίο σας, κύριε Ασδραχά, αντίο σας.