Λογοτεχνικά μυστήρια

Πάμπλο δε Σάντις
“Η μετάφραση” (μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. angelus novus, 2017)

Γκαστόν Φιόρδα “Η συνωμοσία Μπόρχες”
(μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. opera, 2017)

Δεν είναι λίγες οι φορές που η λογοτεχνία έχει προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό της ως πεδίο και πλαίσιο για την ανάπτυξη μυθοπλαστικών μυστηρίων – εγκλήματα μεταξύ λογοτεχνών ή αναγνωστών για λογοτεχνικές αιτίες, μυθιστορήματα – φαντάσματα και φασματικοί συγγραφείς, αστυνομικά μυστήρια και κρυφές αναζητήσεις σε λογοτεχνικούς κόσμους που ζουν στον χώρο της μυθοπλασίας. Σε αυτό το μεγάλο ρεύμα εντάσσονται, το καθένα με τον τρόπο του, τα δύο σημερινά μυθιστορήματα, γραμμένα και τα δύο από Αργεντίνους, γεννημένους στο Μπουένος Άιρες, συγγραφείς.

Στη Μετάφραση, ο πολυμεταφρασμένος και πολυβραβευμένος Πάμπλο δε Σάντις στήνει το σκηνικό του μυθιστορήματός του σε μια επαρχιακή λουτρόπολη σχεδόν νεκρή, έρημη, μια πόλη που μοιάζει να καταρρέει (και με «ρεκόρ σε αυτοκτονίες και ψυχώσεις»), όπου διοργανώνεται ένα απίθανο συνέδριο μεταφραστών στο οποίο είναι προσκεκλημένος ο πρωταγωνιστής του. Η πόλη λέγεται Πουέρτο Σφίγγα και όσο πιο καλά τη ζουν οι επισκέπτες τόσο πιο βαθιά βουλιάζουν στην παγίδα της μυστηριακής της ατμόσφαιρας: στην παραλία ξεβράζονται νεκροί θαλάσσιοι λέοντες, ο φάρος είναι σβηστός, στον δρόμο δεν ανάβουν φώτα, αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν. Το εξωπραγματικό μισοχτισμένο ξενοδοχείο όπου μένουν και όπου γίνεται το συνέδριο μοιάζει να είναι το μοναδικό πραγματικά ζωντανό μέρος.
Αυτό το παγωμένο και βαλτωμένο σκηνικό και η ράθυμη ατμόσφαιρα του ιδιόρρυθμου μεταφραστικού συνεδρίου ταράζονται όταν ξαφνικά αρχίζουν να εμφανίζονται πτώματα που συνδέονται με το συνέδριο. Ο μεταφραστής – πρωταγωνιστής του βιβλίου εμπλέκεται στην έρευνα και, καθώς εξελίσσεται μια αστυνομική πλοκή που στήνεται πάνω σε λεπτομέρειες (έτσι κι αλλιώς, όπως λέει ο συγγραφέας, «η διαφορά ανάμεσα στο δεν συμβαίνει τίποτα και στο συμβαίνουν πολλά είναι ζήτημα παρατήρησης»), τα στοιχεία σιγά σιγά οδηγούν στη μυστηριώδη «γλώσσα του Αχέροντα» που μπορεί να αποτελεί το κλειδί για τη διαλεύκανση των δολοφονιών. Πάντως, το τελικό, κρυπτικό ακόμα και για κάποιους από όσους έζησαν τα γεγονότα, συμπέρασμα του πρωταγωνιστή είναι ότι «όλα όσα συνέβησαν έχουν σχέση με τη μετάφραση».

Η σαρωτική δύναμη της γλώσσας

Προφανώς στις σελίδες του βιβλίου περνούν πολλά σχόλια που δεν μπορούν παρά να μιλούν στην καρδιά ενός μεταφραστή – η μοναξιά του μεταφραστή, προσωπική και επαγγελματική («πριν από τέσσερα χρόνια δύο μεταφραστές που δούλευαν μαζί σε μια εγκυκλοπαίδεια είχαν προσπαθήσει να μας συσπειρώσουν όλους σ’ ένα είδος επιμελητηρίου ή επαγγελματικής οργάνωσης, όμως δεν είχαν καταφέρει να μαζέψουν παρά μόνο μια χούφτα ανθρώπους»), το τι νόημα μπορεί να έχει η φράση «μεταφράζω σημαίνει ξεχνάω», τα «μεταφραστικά λάθη που θεωρήθηκαν μεγαλοφυείς ιδέες του συγγραφέα», η δουλειά του μεταφραστή (που πάντα «γίνεται με ταλαντεύσεις»), η «ηχώ», αυτή η φωνή που εμποδίζει να σκέφτεται κανείς σε μία μόνο γλώσσα («όλοι οι μεταφραστές ξέραμε τι ήταν αυτή η ηχώ. Όλοι φοβόμασταν μήπως η εμμονή μας την ξυπνήσει και μετά δεν μπορούμε να την κάνουμε να σωπάσει ποτέ»), η «γλώσσα της μετάφρασης που πάντοτε παρασύρει μαζί της κατάλοιπα της γλώσσας που υπάρχει από κάτω» και γι’ αυτόν τον λόγο «είναι αδύνατο να τη μιμηθείς», οι μεταφραστές που καταφέρνουν να πείσουν τον εκδότη να τους βγάλει κάποιο βιβλιαράκι τους «ως βραβείο για την ταχύτητά μας στη δουλειά και την αυτοσυγκράτησή μας ώστε να μη ζητάμε αύξηση», οι «κρυφές» δυσκολίες καθώς «το αληθινό πρόβλημα ενός μεταφραστή δεν είναι η αργκό ούτε η απροσδιοριστία της μουσικής. Το αληθινό πρόβλημα είναι η σιωπή μιας γλώσσας».
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής, όμως, του βιβλίου είναι η γλώσσα, η ακαταμάχητη και σαρωτική δύναμή της, η αμφισημία και η πολλαπλότητά της, η γοητεία και οι κίνδυνοί της, «η αέναη αναζήτηση της σημασίας μιας λέξης», η κατασκευή και η χρήση της (άνθρωποι που πασχίζουν «να μιλούν με πλούσιο λεξιλόγιο, όπως μιλούν τα πρόσωπα των κακών συγγραφέων»…), τα ερωτήματα που πάντα τη συνοδεύουν. Είναι άραγε τέλεια γλώσσα «αυτή που σε βοηθάει να σκοτώνεις το χρόνο»;

Το θολό όριο μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας

Το προηγούμενο βιβλίο, Η μετάφραση, αρχίζει με ένα μότο του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Ο ίδιος ο Μπόρχες γίνεται ο (κρυφός αλλά πανταχού παρών) πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα του Γκαστόν Φιόρδα Η συνωμοσία Μπόρχες. Εδώ, ένας επίδοξος συγγραφέας έρχεται αντιμέτωπος με μια πληροφορία, απίστευτη μεν που όμως μπορεί να είναι αξιόπιστη: ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες δεν υπήρξε ποτέ. Ή, μάλλον, υπήρξε ως φυσικό πρόσωπο και ως επίδοξος, κι αυτός, συγγραφέας, ελαχίστων δυνατοτήτων όμως, που μετατράπηκε σε μια μικρή, ασήμαντη ψηφίδα ενός λογοτεχνικού παιχνιδιού, όταν η περίφημη λογοτεχνική παρέα της Ομάδας Sur αποφασίζει να τον μετατρέψει σε αχυράνθρωπο του λογοτεχνικού της πειράματος: «ήταν ένα αστείο που θέλησαν να κάνουν […] θα βοηθούσαν τον Μπόρχες να καθιερωθεί ως συγγραφέας οικουμενικών διαστάσεων, με αντάλλαγμα τη δυνατότητα να τον εξαφανίσουν όποτε ήθελαν».
Όταν όμως η ύπαρξη ενός τέτοιου συγγραφέα μετατρέπεται σε αστυνομική πλοκή, τότε χρειάζονται και αποδείξεις. Και η αναζήτησή του θα αρχίσει να βάζει τον πρωταγωνιστή του βιβλίου σε δρόμους που δεν είχε καν φανταστεί – δεν θα μπορούσε ποτέ, άλλωστε, καθώς οι πρώτες ενδείξεις τον οδηγούν στην απίστευτη «θολή εικασία ότι ο Μπόρχες ζούσε ακόμα», ενώ, όταν τα πράγματα αγριεύουν, αρχίζει να αμφισβητείται ακόμα και η δική του ύπαρξη. Πολλαπλώς.
Στήνεται έτσι ένα παράξενο παιχνίδι με τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας (και μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος) που γίνεται όλο και πιο περίπλοκο όσο αυτά τα όρια θολώνουν, καταργώντας σιγά σιγά την άβυσσο που νομίζουμε ότι διαχωρίζει αυτούς τους δύο κόσμους. Ένα παιχνίδι όπου τελικά ο Μπόρχες, «αυτή η παράξενη προπέτεια της λογοτεχνίας», δεν είναι παρά ένα φασματικό πρόσχημα, που τελικά θα πει πως «μία είναι η λογοτεχνία, και μέσα σ’ έναν συγγραφέα είναι όλοι οι συγγραφείς».
Στην καρδιά όλου αυτού του μυστηρίου, βέβαια, βρίσκεται η λογοτεχνία και τα λογοτεχνικά έργα, τα κείμενα και οι αναγνώστες. Και ενώ κάποιοι θεοποιούν τα «κλασικά» κείμενα και θέλουν να τα προστατεύσουν, καθώς «ο κίνδυνος είναι οι αναγνώστες και οι ανεύθυνες κρίσεις τους», το αιώνιο σκοτεινό σημείο είναι πάντα το κρυφό σημείο ισορροπίας ανάμεσα στον αναγνώστη ή την αναγνώστρια και το έργο. Γιατί «χωρίς έργο δεν υπάρχει αναγνώστης» μεν, αλλά ταυτόχρονα «αν η ιστορία υπάρχει, είναι γιατί υπάρχει ένας αναγνώστης, αυτή τη στιγμή ακριβώς, με το βιβλίο στα χέρια, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές».

Κώστας Αθανασίου