Ματιές στη λογοτεχνία της Ισλανδίας

athanasiou_1

Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ “Illska – Το κακό”
(μτφ. Ρούλα Γεωργακοπούλου, εκδ. Πόλις, 2017)

 

athanasiou_2

Γιον Κάλμαν Στέφανσον “Παράδεισος και κόλαση”
(μτφ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Καστανιώτη, 2017)

Η λογοτεχνία της Ισλανδίας δεν είναι άγνωστη στην Ελλάδα, μιας και δεν είναι λίγοι, αναλογικά, οι συγγραφείς από τη μικρή χώρα που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, μεταξύ των οποίων ο νομπελίστας (το 1955) Χάλντορ Λάξνες. Από τους νεότερους, ξεχωρίζει ο συγγραφέας κάποιων εξαιρετικών αστυνομικών μυθιστορημάτων, Άρναλδουρ Ίνδριδασον, με πιο πρόσφατο βιβλίο του στα ελληνικά την Παγωμένη νύχτα (μτφ. Νίκη Προδρομίδου, εκδ. Μεταίχμιο, 2016), στο οποίο ο επιθεωρητής Έτλεντουρ καλείται να διαλευκάνει ένα έγκλημα για το οποίο υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι είναι ρατσιστικό, πριν αρχίσουν να βγαίνουν στην επιφάνεια πολλές σκοτεινές πτυχές μιας χώρας όπου από τη μια πλευρά κάποιοι είναι βέβαιοι πως στα σχολεία «μιλάμε για φυλετικά θέματα όπως οπουδήποτε αλλού, ιδίως από την οπτική γωνία των μεταναστών. Εδώ υπάρχει απόλυτη ισότητα» ενώ ταυτόχρονα κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι «οι ξένοι πρέπει να μένουν πίσω από φράχτες» και ότι «η Ισλανδία θα έπρεπε να είναι μόνο για εμάς. Για τους Ισλανδούς. Όχι για όλους αυτούς τους ξένους».
Πρόσφατα, πριν το καλοκαίρι, δύο βιβλία από δύο βραβευμένους Ισλανδούς συγγραφείς ήρθαν να συμπληρώσουν αυτή την εικόνα για τη λογοτεχνία της μακρινής χώρας.

 

Μια τολμηρή ανατομή στην ανάπτυξη του ναζισμού και του νεοναζισμού στις Βαλτικές Χώρες, και ειδικά στη Λιθουανία, αλλά και στην «αθώα» Ισλανδία (μια χώρα που έχει χτιστεί πάνω «στην απομόνωση και την εθελοτυφλία») κάνει με το μυθιστόρημά του ο Έιρικουρ Ερτν Νόρδνταλ.
Πρωταγωνίστρια είναι η Άγκνες, η νεαρή –Ισλανδή λιθουανοεβραϊκής καταγωγής– ιστορικός, που γράφει την πτυχιακή της εργασία με θέμα την άνθηση των ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, κουβαλώντας παράλληλα και τη βαριά προσωπική και οικογενειακή κληρονομιά από ένα ιστορικό γεγονός: τη σχεδόν πλήρη εξόντωση των Εβραίων στο χωριό Γιούρμπαρκας από τους ναζί. Η Άγκνες έχει σχέση με τον Όμαρ, ωστόσο, στη διάρκεια της έρευνάς της, γνωρίζει και αρχίζει μια ερωτική σχέση με τον Άρνορ, έναν νεοναζί που όμως απέχει πολύ από το γνωστό μοντέλο των ακροδεξιών: είναι διανοούμενος, θεωρητικός, μακριά από τη συνήθη εικόνα του κτηνώδους τραμπούκου – στην επιφάνεια, τουλάχιστον (μάλιστα, σε κάποιο σημείο η Άγκνες νιώθει υποχρεωμένη να αποπειραθεί να διατυπώσει μια εξήγηση για την παράταιρη αυτή σχέση: «βρισκόταν στο ίδιο μέτωπο με μένα, έστω κι αν ανήκε στους αντιπάλους»).

Τα ζωντανά σημάδια του ναζισμού

Με παράλληλες αφηγήσεις, σε μεγάλο μέρος του βιβλίου μέσα από εναλλασσόμενες παραγράφους, ο συγγραφέας καταγράφει την ιστορία των τριών πρωταγωνιστών, σκιαγραφώντας ταυτόχρονα, μέσα από ιστορικά, ανεκδοτολογικά ή άλλα στοιχεία και σχόλια, τόσο την τραγωδία της εξόντωσης των Εβραίων από τους ναζί στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου όσο και τη σύγχρονη άνοδο των νεοναζί στην Ευρώπη.
Ο συγγραφέας θέτει άβολα ερωτήματα και σκαλίζει διαρκώς πληγές που μπορεί και να μην κλείνουν ποτέ. Υπενθυμίζει, για παράδειγμα, ότι στη Λιθουανία («όπου οι φασίστες ήταν στην εξουσία από το 1926» και όπου εξοντώθηκε σχεδόν το σύνολο των Εβραίων της χώρας, περίπου 200.000 άτομα) πολλά από τα εγκλήματα έγιναν από ντόπιους, Λιθουανούς ναζί, που δούλευαν στο πλευρό των Γερμανών, ή αναρωτιέται για τη σχετική σιωπή σχετικά με τον αριθμό των Ρομά, που επίσης εξοντώθηκαν σε τεράστια ποσοστά από τους ναζί.
Η ιστορική μνήμη και η λήθη, η αγάπη και η προδοσία, η υποταγή και η αντίσταση, η ανισότητα και οι ταξικές διαφορές όχι μόνο στη ζωή αλλά και στον θάνατο είναι κάποια από τα θέματα που αγγίζει ο συγγραφέας, ενώ δεν αποφεύγει να σχολιάσει, με τον τρόπο του, πολιτικά ζητήματα που επανέρχονται («το σφυροδρέπανο αντιπροσωπεύει μια ωραία ιδέα, απάντησε η Άγκνες. Ο αγκυλωτός σταυρός αντιπροσωπεύει τον αποκλεισμό, ενώ το σφυροδρέπανο συμβολίζει την αλληλεγγύη. Όποιος βάζει τον αγκυλωτό σταυρό στο ίδιο επίπεδο με το σφυροδρέπανο υπολογίζει μόνο τις καταστροφικές συνέπειες κάποιων ιδεολογιών και όχι τις ίδιες τις ιδεολογίες. Δεν κινείται στον κόσμο των ιδέων. Αντιλαμβάνεται μόνο τις πράξεις – όμως, εκείνος που δεν βλέπει παρά μόνο μέσω των πράξεων δεν είναι άνθρωπος, αλλά ζώο»), ακόμα κι αν κάποιες στιγμές χρησιμοποιεί πολιτικά αμήχανες ή αμφιλεγόμενες διατυπώσεις («οι ναζί ήταν ένα κόμμα δεξιό και αριστερό μαζί»).

Η αριθμητική του τρόμου

Ταυτόχρονα, παρακολουθεί και το φούντωμα της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του νεοναζισμού σήμερα: Πώς καλλιεργείται, σχεδόν εκ του μηδενός, η εικόνα της «λιθουανικής μαφίας» στην Ισλανδία. Πώς πολιτικές δυνάμεις υποτάσσονται στον ξενοφοβικό λόγο [«Δεν θα γινόμασταν ρατσιστές αν δεν ήσασταν ξένοι, λένε οι ρατσιστές. Αν δεν υπήρχε τόσο μεγάλος κίνδυνος να σας δούμε να ψηφίζετε ρατσιστές, δεν θα δρούσαμε ως ρατσιστές, λένε οι πιο αξιοσέβαστοι πολιτικοί (σαν καλοί οπορτουνιστές)»]. Παίζει με την αριθμητική του τρόμου για να αναδείξει το πού στρέφονται οι προβολείς όταν χάνονται ζωές και ποιους θανάτους «αξίζει» να μετρήσει ή να θρηνήσει κανείς («τα τελευταία χρόνια, στα σύνορα μεταξύ Μεξικού και ΗΠΑ υπήρξαν περισσότερα θύματα απ’ όσα στους δίδυμους πύργους … κάθε χρόνο, περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους, ενώ προσπαθούν να μπουν σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης»).
Ο, γεννημένος το 1978, συγγραφέας έχει βραβευθεί με το Ισλανδικό Βραβείο Μετάφρασης αλλά και με το Ισλανδικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 2012, για το συγκεκριμένο βιβλίο.

Ταξίδια θανάτου και ζωής στο άγριο τοπίο

Στο μυθιστόρημα του Γιον Κάλμαν Στέφανσον, πρωταγωνιστής είναι το παιδί, ένα παιδί που μένει πάντα ανώνυμο. Το παιδί, μαζί με τον αγαπημένο του φίλο Μπάρδουρ, ξεκινάνε με τους άλλους ψαράδες να ψαρέψουν μπακαλιάρο στα αφιλόξενα νερά του Παγωμένου Ωκεανού. Ο Μπάρδουρ όμως έχει αλλού το μυαλό του. Βυθισμένος καθώς είναι στη μελέτη του βιβλίου (του Απολεσθέντα Παράδεισου, του Μίλτον) που του έχει δανείσει ο Κολμπέιν, ο τυφλός γερο-καπετάνιος, ξεχνάει τη νιτσεράδα του, που όμως είναι εργαλείο επιβίωσης σε εκείνους τους άγριους κόσμους, όπου «οι προύχοντες και οι έμποροι μπορεί να ορίζουν τις εξαθλιωμένες μέρες μας, τις ζωές μας όμως τις διαφεντεύουν τα βουνά και η θάλασσα». Ο Μπάρδουρ, μουσκεμένος μέχρι το κόκαλο μέσα στη βάρκα, παγώνει – όταν οι συνάδελφοί του γύρω του θα το αντιληφθούν είναι πλέον πολύ αργά, καμία προσπάθεια δεν μπορεί πια να τον σώσει: «όποιος βρέχεται έτσι στ’ ανοιχτά, μες στη θύελλα και το πολικό ψύχος, είναι καταδικασμένος να πεθάνει».
Το παιδί, με την καρδιά του άδεια, αποφασίζει να διασχίσει σχεδόν όλο το νησί για να επιστρέψει το βιβλίο του τυφλού Άγγλου ποιητή στον καπετάνιο: το βιβλίο που, όπως ο ίδιος το νιώθει, τού «σκότωσε τον Μπάρδουρ», τον φίλο του («είναι θανατερά επικίνδυνο να διαβάζεις ποιήματα»)… «Τα βιβλία πρέπει να τα επιστρέφεις πάντα», σκέφτεται το παιδί, που έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνει πια τι νόημα έχει η ζωή: «πόσο καιρό θα σε περιμένω; ρωτάει η φωνή του φίλου του μες στο κεφάλι του παιδιού».
Το παιδί θα καταφέρει να επιστρέψει το βιβλίο στον τυφλό καπετάνιο (που πηγαινοέρχεται στο σπίτι ψηλαφητά, μονολογώντας «ίσως η Κόλαση είναι μια βιβλιοθήκη κι εσύ ένας τυφλός εντός της»), ενώ το ταξίδι θα ξανανοίξει στη ζωή τα μάτια του παιδιού που, μέσα στη μοναξιά του, θα συνεχίσει να ζει τραβώντας νέους δρόμους και ξέροντας πια πως «κάποιες λέξεις μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο … κι όμως, οι λέξεις δεν αρκούν».
Μέρος της άτυπης «Τριλογίας του παιδιού», το μυθιστόρημα του Γιον Κάλμαν αποτυπώνει με λυρισμό, με ποιητικότητα, με μια μουσική γραφή, ένα ταξίδι καταβύθισης και ανάδυσης, μια πορεία αυτογνωσίας και ωρίμανσης μέσα από τις πιο άγριες πλευρές της φύσης και, συχνά, των ανθρώπων.
Ο Γιον Κάλμαν Στέφανσον έχει βραβευτεί και αυτός με το Ισλανδικό Βραβείο Λογοτεχνίας, το 2005, ενώ το 2017 ήταν υποψήφιος για το Booker.

Κώστας Αθανασίου