ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ: Από τον Ερρίκο τον VIII, στις αντιφάσεις του Brexit

prentouli

Της Μαρίνας Πρεντουλή*

Οπως ήταν αναμενόμενο, οι ψηφοθηρικές διακηρύξεις της Τερέζα Μέι και των λοιπών συντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας έχουν κολλήσει στις διαπραγματεύσεις του Brexit. Επτά μήνες αφότου το βρετανικό κοινοβούλιο ψήφισε το άρθρο 50, που σηματοδοτούσε την έναρξη των διαδικασιών για την αποχώρηση, το κυβερνητικό σχέδιο παραμένει ασαφές και οι ενδείξεις για την πιθανή του κατάληξη προκαλούν μεγάλη ανησυχία (ακόμα και κατακραυγή) τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στους κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μάχη για την αντιπολίτευση των Εργατικών τώρα είναι το «Νομοσχέδιο για την Αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση», ή αλλιώς, πιο γνωστό για το ευρύ κοινό, το «Μεγάλο Νομοσχέδιο Κατάργησης» (Great Reform Bill), το οποίο καταργεί τη νομοθετική πράξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του 1972 (European Communities Act), που καθιστούσε το ευρωπαϊκό δίκαιο δεσμευτικό για το Ηνωμένο Βασίλειο. Από τη μια, ο νόμος καταργεί το ευρωπαϊκό δίκαιο, και από την άλλη μεταφέρει το ευρωπαϊκό δίκαιο και χιλιάδες ευρωπαϊκές νομοθετικές πράξεις και οδηγίες στο βρετανικό δίκαιο. Ίσως η διαδικασία να ακούγεται λογική και ανώδυνη, αποτρέπει μια τεράστια νομοθετική τρύπα, όμως εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους.

Κίνδυνοι για τη δημοκρατία

Το παρατσούκλι του νόμου, «Μεγάλο Νομοσχέδιο Κατάργησης», παραπέμπει στη βασιλεία του Ερρίκου του VIII και στην εξαγγελία άρθρου του 1539, με το οποίο ο προαναφερόμενος βασιλιάς είχε το δικαίωμα να νομοθετεί κατόπιν διακήρυξης, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται τη συγκατάθεση του κοινοβουλίου. Αυτός είναι και ο μεγάλος κίνδυνος σήμερα: η συντηρητική κυβέρνηση και η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι θα μπορούν να νομοθετούν χωρίς την πλήρη έγκριση του κοινοβουλίου, ενός κοινοβουλίου που μετά βίας έχουν τον έλεγχο.
Η αντίδραση των Εργατικών, που θα καταψηφίσουν το νομοσχέδιο, καταδεικνύει και μια στροφή της ηγεσίας του κόμματος ως προς την αντιπολιτευτική γραμμή για το Brexit. Ενώ πριν επτά μήνες οι Εργατικοί είχαν ψηφίσει μαζί με τους Συντηρητικούς υπέρ της έναρξης της διαδικασίας αποχωρήσεως (άρθρο 50) -κίνηση που έφερε σε αμηχανία τόσο Εργατικούς βουλευτές (ειδικά από εκλογικές περιφέρειες που είχαν ψηφίσει υπέρ της παραμονής στην ΕΕ) όσο και ψηφοφόρους των Εργατικών- σήμερα η γραμμή του κόμματος διαφοροποιείται καθαρά από αυτή των Τοριδών. Το γενικό πλαίσιο έχει μετατοπιστεί, αν και ο Κόρμπιν εξακολουθεί να υποστηρίζει το σεβασμό προς το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Παράλληλα, όμως, σε αυτή την κοινοβουλευτική ψηφοφορία έχει επιβάλει τη μεγίστη κομματική πειθαρχεία: έχει δώσει εντολή (three-line-whip) στους βουλευτές του να ψηφίσουν κατά του νομοσχεδίου. Εντολή που αν δεν τηρηθεί, θέτει υπό αμφισβήτηση τη θέση του αντιρρησία βουλευτή μέσα στο κόμμα. Με αυτή την κίνηση το Εργατικό κόμμα διαφοροποιείται από τη γραμμή των Συντηρητικών, αποκτά συνοχή, βάζει τις βάσεις για κοινοβουλευτικές συμμαχίες και αποβλέπει στον περαιτέρω διχασμό των Τοριδών.
Ακόμα και αν κάποιοι Εργατικοί βουλευτές αψηφήσουν την εντολή και ψηφίσουν υπέρ, αναμένεται ότι θα είναι περισσότεροι οι Συντηρητικοί βουλευτές που θα ενταχτούν με τους Εργατικούς σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, όπως θα γίνει και με το Εθνικό Κόμμα Σκωτίας (SNP) και τους Φιλελευθέρους-Δημοκράτες (Lib-Dem).
Φυσικά, η όλη διαδικασία είναι μακρόπνοη. Το νομοσχέδιο μάλλον θα περάσει από τα πρώτα σταδία με την υποστήριξη του Δημοκρατικού Ενωτικού κόμματος της Ιρλανδίας και κατά τον Οκτώβρη θα γίνει λεπτομερής έλεγχος από τη Βουλή των Λόρδων.

Το ήπιο Brexit

Πολιτικά, όμως, η κατάσταση αλλάζει για τους Εργατικούς. Ο κοινοβουλευτικός τους εκπρόσωπος δήλωσε όχι μόνο ότι θα καταψηφιστεί το νομοσχέδιο για την κατάργηση του ευρωπαϊκού δικαίου, αλλά και ότι οι Εργατικοί υποστηρίζουν μια αποχώρηση που θα έχει ως πρωταρχικό μέλημα τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας. Αποβλέπουν, δηλαδή, σε ένα «Brexit με πλήρη πρόσβαση, χωρίς δασμούς στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά».
Ήδη πριν μερικές εβδομάδες, στο τέλος του Αυγούστου, η αλλαγή της γραμμής των Εργατικών καταγράφθηκε ως «δραματική», όταν ο σκιώδης γραμματέας για το Brexit, Keir Starmer, έθεσε έμμεσα αλλά αποφασιστικά, για πρώτη φορά, το Εργατικό κόμμα υπέρ του ήπιου (soft) Brexit. Ανακοίνωσε ότι το κόμμα θα υποστηρίξει την πλήρη συμμετοχή στην ενιαία αγορά και την τελωνειακή ένωση κατά τη διάρκεια μιας μακράς «μεταβατικής περιόδου», που πιστεύει ότι θα μπορούσε να διαρκέσει από δύο έως τέσσερα χρόνια. Μια ενωτική για τους Εργατικούς γραμμή που δίνει περιθώρια για εσωκομματικές διαβουλεύσεις, τόσο σε όσους έχουν τεθεί υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, όσο και αυτών που ναι μεν θέλουν την αποχώρηση, αλλά με λιγότερο καταστροφικές ( και ανεξέλεγκτες) συνέπειες από αυτές που προδιαγράφονται από τη ρητορική της Μέι. Ακόμα και όσοι υποστηρίζουν μια σκληρή «αριστερή» αποχώρηση, και δεν είναι μικρή η επιρροή τους στην ηγεσία, διαβλέπουν πως αυτή η στροφή μπορεί να φέρει σύντομα τους Εργατικούς στην εξουσία και να χαράξει μια ξεκάθαρη αντιπολίτευση. Από εκεί και πέρα όλα παίζονται…
Σε αυτή τη στροφή των Εργατικών καθοριστικό παράγοντα έπαιξαν και οι ενδοκομματικές πιέσεις για αποδοχή της ελεύθερης διακίνησης πολιτών, που ένωσαν φορείς των Εργατικών, όπως συνδικάτα και μέλη γύρω από την καμπανιά «Labour for Freedom of Movement» (Εργατικοί για την Ελευθερία Μετακίνησης). Η ηγεσία δεν έχει πάρει ακόμα ξεκάθαρη θέση, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι μια τέτοια δέσμευση θα έχει συνέπιες για τη γραμμή της στις διαπραγματεύσεις του Brexit, όπως ίσως και πολιτικό κόστος. Και η επιλογή της κατάλληλης στιγμής για μια τέτοια συζήτηση είναι το παν στην πολιτική.

Στο στόχαστρο οι οικονομικοί μετανάστες

Το μεταναστευτικό, ένα από τα βασικά επιχειρήματα της καμπάνιας και του αποτελέσματος υπέρ του Brexit, αποτελεί μεγάλο πονοκέφαλο τόσο για τους Συντηρητικούς, όσο και για τους Εργατικούς. Για τους πρώτους, μια σειρά κυβερνητικών δηλώσεων και δεσμεύσεων για τη μείωση της μετανάστευσης από την Ευρώπη στοχεύει ειδικά κατά της μετανάστευσης εργατικού δυναμικού χαμηλής ειδίκευσης από την Ανατολική Ευρώπη. Το νομοθετικό προσχέδιο, που διέρρευσε πριν από μερικές μέρες, είναι όμως πολύ πιο σκληρό απ’ όσο αναμενόταν. Καταργεί ουσιαστικά τα δικαιώματα διαμονής των Ευρωπαίων στη Βρετάνια, θέτει αυστηρούς νέους περιορισμούς σε κεκτημένα δικαιώματά, όπως παραδείγματος χάριν το δικαίωμα μετεγκατάστασης μελών της οικογένειας ευρωπαίων κατοίκων της Βρετανίας στη χώρα, οδηγώντας σε κατάτμηση χιλιάδων οικογενειών, προσβλέπει στη χορήγηση διετούς άδειας εργασίας για τους ανειδίκευτους και άδειες τριών με πέντε χρόνων για τα επαγγέλματα υψηλής ειδίκευσης, και εν ολίγοις, δημιουργεί μια τάξη εργαζομένων χωρίς δικαιώματα, εξαρτώμενων από τις διαθέσεις (και εκβιασμών) του εκάστοτε εργοδότη. Μια τέτοια πολιτική, πέρα από τη σύνθλιψη των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, έχει τεράστιο αντίκτυπο και σε τομείς της βρετανικής οικονομίας (όπως στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, τον κλάδο τεχνολογίας, και πολλούς άλλους) που εξαρτώνται από την υψηλή επιστημονική και τεχνική ειδίκευση ευρωπαίων μεταναστών.
Από την πλευρά των Εργατικών, προηγούμενες δηλώσεις για τη μείωση της μετανάστευσης έχουν δημιουργήσει σοβαρές αντιδράσεις, τόσο για τους οικονομικούς λόγους που προαναφέρθηκαν, όσο και για ιδεολογικούς. Από τη μια μεριά, καθώς η περίοδος αβεβαιότητας και η μελλοντική αποχώρηση από την ΕΕ κάνουν κάθε μέρα πιο αισθητή την οικονομική ύφεση στη Βρετανία, είναι αμφίβολο κατά πόσο μια μελλοντική Εργατική κυβέρνηση θα μπορέσει να υλοποιήσει τις οικονομικές προγραμματικές της δηλώσεις, ανεξάρτητα των προθέσεων της. Από την άλλη, η βρετανική κοινωνία έχει πάρει μια ακραία συντηρητική στροφή, που ευνοεί την ξενοφοβία, το ρατσισμό και τον απομονωτισμό. Σε αυτό συμβάλλει όχι μόνο το Brexit, αλλά και οι πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις. Η ερώτηση, λοιπόν, για την αριστερά (με την ευρεία έννοια) είναι αν μια τέτοια κοινωνία εκφράζει το σοσιαλιστικό όραμα. Η απάντηση, μια απάντηση που πιστεύω ότι εκφράζει την πλειοψηφία της βάσης του κόμματος και ειδικά τους νέους, δόθηκε σε πρόσφατη συνεδρίαση της ηγεσίας του κόμματος, από στέλεχος με μεγάλη κομματική επιρροή και υποστηρικτή της καμπάνιας για την ελεύθερη διακίνηση πολιτών: «Αν αυτός είναι ο σοσιαλισμός που πρεσβεύουμε, εγώ δεν θέλω να λέγομαι σοσιαλιστής!».

* Επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής και Πολιτικών Επικοινωνιών στο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλίας, μέλος του Εργατικού Κόμματος.