Μια απειλητική ενηλικίωση, ένα άλμα στο σκοτάδι

Ρομπέρτο Μπολάνιο «Λούμπεν μυθιστορηματάκι»
(μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. Άγρα, 2018)

Ενόσω εξελίσσεται η συζήτηση για την αστείρευτη, απ’ ό,τι φαίνεται, μεταθανάτια έκδοση βιβλίων του Ρομπέρτο Μπολάνιο, μια επιλογή οικείων, ατζέντηδων και εκδοτών που ανοίγει ένα θέμα με πράγματι πολλές πλευρές, ευτυχώς συνεχίζεται ταυτόχρονα και η μετάφραση σε άλλες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά, των βιβλίων που ο Χιλιανός συγγραφέας είχε εκδώσει προτού πεθάνει.
Το Λούμπεν μυθιστορηματάκι, που κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά, είναι μια σχετικά σύντομη πρωτοπρόσωπη αφήγηση που ξεκινάει θυμίζοντας με τον καλύτερο τρόπο τη γνωστή συζήτηση για την πρώτη φράση ενός μυθιστορήματος και τη δύναμή της: «Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύς καιρός που ήμουν εγκληματίας».

 

Η αφηγήτρια, η Μπιάνκα, είναι ένα νέο κορίτσι, έφηβη ακόμα, μαθήτρια, που ξαφνικά πληροφορείται τον θάνατο και των δύο γονιών της σε τροχαίο δυστύχημα. Μετά από αυτό, η Μπιάνκα μένει μόνη στη ζωή, μαζί με τον ακόμα μικρότερο αδελφό της – στην κηδεία εμφανίζεται μόνο μια θεία με τις «ανυπόφορες» κόρες της («βγαίνοντας από το νεκροταφείο, φιλήσαμε τη θεία μας και τις ξαδέλφες μας και δεν τις ξαναείδαμε ποτέ»).
Από εκεί και μετά, «άλλαξαν οι μέρες», αλλάζει «ο ρους των ημερών» για τα δύο παιδιά. Σιγά σιγά εγκαταλείπουν το σχολείο, η Μπιάνκα πιάνει δουλειά σε ένα κομμωτήριο, ενώ τα δύο αδέλφια περνούν τα βράδια τους βλέποντας ταινίες πορνό που νοικιάζουν από το βιντεοκλάμπ της γειτονιάς. Καθώς βυθίζονται στην αδράνεια, ο αδελφός εμφανίζεται κάποια στιγμή στο σπίτι φέρνοντας μαζί του δύο άνδρες: «Δεν ήταν φίλοι του, παρότι ο αδελφός μου έτσι ήθελε να πιστεύει. Ο ένας ήταν Μπολονέζος, ο άλλος ήταν Λίβυος ή Μαροκινός». Οι δύο «φίλοι» διεισδύουν, ενσωματώνονται στη ζωή των δύο αδελφών, έχοντας μια συμπεριφορά που είναι ένα μίγμα ευγένειας (π.χ. το πρώτο βράδυ κάνουν όλες τις δουλειές του σπιτιού) και σιωπηρού επεκτατισμού, καθώς λίγο λίγο μονιμοποιείται η παραμονή τους στο σπίτι των αδελφών. Κάποτε έρχεται και η στιγμή που η παράξενη σχέση παίρνει και σεξουαλικά χαρακτηριστικά (πολλές φορές «με το φως σβηστό και τα μάτια κλειστά, γιατί επ’ ουδενί λόγω δεν ήθελα να ξέρω ποιος ήταν», λέει η Μπιάνκα για τους δύο ειρηνικούς εισβολείς στην κάμαρα και στη ζωή της). Σε αυτό το παιχνίδι ο πραγματικός αρχηγός είναι (ή νιώθει πως είναι;) η Μπιάνκα: «ήμουν ο πήχης που μετρούσε την ελευθερία όλων», «η πρύτανις όλων»…

Σκοτεινές ατραποί, ανοιχτό τέλος

Αυτή η γκρίζα και περίπλοκη σχέση μπαίνει σε πραγματικά σκοτεινές ατραπούς όταν οι άρρενες της παρέας συλλαμβάνουν την ιδέα να χτυπήσουν το χρηματοκιβώτιο που έχει στο σπίτι του ένας γηραιός ηθοποιός που αναζητά σεξουαλική συντροφιά, με δόλωμα την Μπιάνκα («ένα απ’ αυτά που τα βάζουν για δόλωμα» έχει απαντήσει σε ανύποπτο χρόνο η Μπιάνκα όταν τη ρωτούν, στο γνωστό παιχνίδι, «αν ήσουν ψάρι, τι ψάρι θα ήσουν;»). Ο ηθοποιός είναι πια στην παρακμή του, αλλά στα χρόνια της νιότης του ήταν διάσημος παίζοντας τον ρόλο του Μασίστα, του θρυλικού κινηματογραφικού ήρωα που προσωποποιούσε τη σωματική δύναμη, πρωταγωνιστώντας σε πάνω από 50 βουβές και ομιλούσες ταινίες. Η ερωτική (και συναισθηματική, τελικά) σχέση της Μπιάνκα με τον Μασίστα παίρνει χαρακτηριστικά όλο και πιο σκοτεινά, ανομολόγητα σχεδόν, περνάει από διάφορες φάσεις και εναλλαγές, δημιουργεί διλήμματα και δύσκολες επιλογές. Τα ηνία των εξελίξεων, όμως, τα κρατάει τελικά η ίδια η Μπιάνκα που –αποφασιστική και ριψοκίνδυνη και γενναία την κρίσιμη στιγμή– θα πάρει τις δικές της αποφάσεις και θα καθορίσει με τον δικό της τρόπο τις εξελίξεις, οδηγώντας το μυθιστόρημα στο αμφίσημο, ανοιχτό τέλος του, τότε που η νύχτα ξαναγίνεται «αληθινή νύχτα, σκοτεινή και εύθραυστη και αυλακωμένη από φοβίες».

Ένα μεγάλο «μυθιστορηματάκι»

Το Λούμπεν μυθιστορηματάκι είναι μυθιστορηματάκι μόνο ως προς την έκτασή του, γιατί κατά τα άλλα πρόκειται για ένα σπουδαίο βιβλίο. Ο Μπολάνιο αφηγείται μια ιστορία γεμάτη ένταση, ενώ ταυτόχρονα πλάθει χαρακτήρες πραγματικά ξεχωριστούς – ειδικά εκείνους του Μασίστα και της Μπιάνκα. Στήνει έτσι μια σκληρή και τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης και συνάμα ωρίμανσης, μεταμόρφωσης ίσως, όπου η ανακάλυψη της σεξουαλικότητας, και μάλιστα της πιο σκοτεινής πλευράς της, βαδίζει παράλληλα με την εμπειρία της σκληρότητας και της εγκατάλειψης, σε έναν κόσμο όπου βασιλεύουν η μοναξιά, ο φόβος, η περιθωριοποίηση, η εξαπάτηση, η θλίψη, μέχρι τη (φωτεινή ίσως;) χαραγματιά του τέλους. Σε αυτή την «υπόγεια ζωή» όπου «η εγγύτητα δεν υπάρχει. Υπήρχε μονάχα η ψευδαίσθηση της εγγύτητας», η παρακμή που συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του Μασίστα δεν είναι παρά μια ψηφίδα σε αυτό το γαϊτανάκι ματαιώσεων και απογοητεύσεων. Αυτόν τον κόσμο ο Μπολάνιο τον σκιαγραφεί με μια επίπεδη, ψυχρή αφήγηση, χωρίς κορυφώσεις και εύκολους συναισθηματισμούς, με ένα είδος αδιαφορίας που δείχνει μια αφηγήτρια αν μη τι άλλο οχυρωμένη πίσω από μια τάφρο συναισθηματικής απόστασης από τα γεγονότα, ενώ ταυτόχρονα ο συγγραφέας αξιοποιεί και πολλούς από τους κώδικες ενός αστυνομικού μυθιστορήματος, μόνο όμως για να δημιουργήσει το σκοτεινό και απειλητικό φόντο, χωρίς να βγάζει την «αστυνομική» πλοκή στο προσκήνιο.
Το Λούμπεν μυθιστορηματάκι είναι το τελευταίο έργο του Μπολάνιο που εκδόθηκε όσο αυτός ακόμα ζούσε. Έναυσμα για τη συγγραφή του ήταν η ανάθεση από έναν εκδοτικό οίκο σε επτά ισπανόφωνους συγγραφείς (μεταξύ των οποίων ο Σαντιάγο Γκαμπόα και ο Έκτορ Αμπάδ Φασιολίνσε) να γράψουν από ένα μυθιστόρημα που να διαδραματίζεται σε κάποια πόλη που θα διάλεγαν. Ο Μπολάνιο επέλεξε τη Ρώμη, χρησιμοποιώντας την πόλη με τρόπο που –ακόμα κι αυτός– έχει προκαλέσει διαφωνίες, αφού άλλοι θεωρούν πως το μυθιστόρημα θα μπορούσε κάλλιστα να διαδραματίζεται σε οποιαδήποτε πόλη του κόσμου, ενώ άλλοι έχουν τη γνώμη πως η Ρώμη παίζει καθοριστικό ρόλο στο βιβλίο, πως είναι «σχεδόν ένας χαρακτήρας, σχεδόν ένας πρωταγωνιστής» του βιβλίου.

Κώστας Αθανασίου