Μια διπλωματική κίνηση, που θέτει σε κίνδυνο το θεσμό του ασύλου

tourkoi

Από τις 15 Ιουλίου 2016, οι οχτώ τούρκοι αξιωματικοί –που κατηγορούνται από τις τουρκικές διωκτικές αρχές για συμμετοχή στο πραξικόπημα εναντίον της κυβέρνησης Ερντογάν- βρίσκονται στην Ελλάδα, σε καθεστώς κράτησης. Στις 26 Ιανουαρίου 2017, ο Άρειος Πάγος αποφάσισε να απορρίψει τελεσίδικα το αίτημα έκδοσής τους στην Τουρκία, με την Άγκυρα να εκδίδει νέο ένταλμα σύλληψης σε βάρους τους και νέο αίτημα έκδοσης προς τις ελληνικές αρχές. Το σκεπτικό της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου ήταν πως υπάρχει «πιθανότητα ακυρώσεως ή περιστολής του πλαισίου δικαιωμάτων όλων των εκζητουμένων». Έκτοτε, οι οχτώ τούρκοι αξιωματικοί τελούν σε καθεστώς διοικητικής κράτησης στο αστυνομικό τμήμα του Ολυμπιακού Χωριού. Στις 30 Δεκεμβρίου, η 3η Ανεξάρτητη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Ασύλου εγκρίνει το αίτημα ενός από τους στρατιωτικούς για τη χορήγηση πολιτικού ασύλου, ο οποίος και αφήνεται ελεύθερος. Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της απόφασης η κατάσταση στην Τουρκία είναι απαράδεκτη στο επίπεδο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, ενώ τονίζεται ότι δεν προσκομίσθηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύεται η συμμετοχή του αιτούντα στο πραξικόπημα. Οι υπόλοιποι επτά αναμένουν να κριθούν οι δικές τους αιτήσεις.

Πολιτικά κριτήρια «είδε» η Τουρκία

Άμεση ήταν η αντίδραση της τουρκικής κυβέρνησης, με το υπουργείο Εξωτερικών να χαρακτηρίζει την Ελλάδα «μια χώρα που προστατεύει και υποθάλπει πραξικοπηματίες», προσθέτοντας πως «δεν επέδειξε τη συμπαράσταση και συνεργασία που περιμένουμε από σύμμαχο χώρα στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και του εγκλήματος». «Η απόφαση αυτή που πιστεύουμε ότι έχει ληφθεί με πολιτικά κριτήρια, αναμφίβολα θα έχει επιπτώσεις στις διμερείς σχέσεις και τη συνεργασία σε περιφερειακά θέματα», καταλήγει η ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας. Την επόμενη μέρα, η κυβέρνηση υπέβαλε αίτηση ακύρωσης της απόφασης «ακολουθώντας την πάγια θέση της σε σχέση με του 8 τούρκους στρατιωτικούς», όπως ανακοινώθηκε από το γραφείο του έλληνα πρωθυπουργού.
Η απόφαση αυτή έρχεται λίγες εβδομάδες μετά την επίσκεψη του τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν στην Ελλάδα, ο οποίος τότε δήλωσε πως «οι πραξικοπηματίες είναι δυνατόν να επιστραφούν στην Τουρκία που είναι μια χώρα που έχει καταργήσει τη θανατική ποινή, δεν γίνονται βασανιστήρια και ελπίζω η ελληνική δικαιοσύνη να μας εισακούσει στο θέμα αυτό». Τότε ο Αλέξης Τσίπρας απάντησε σχετικά πως «Η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη από την εκτελεστική και οι αποφάσεις της επί συγκεκριμένων περιπτώσεων είναι, ασφαλώς, απολύτως σεβαστές. Από αυτή την αφετηρία, η θέση μου ήταν πάντοτε απολύτως σαφής ότι οι πραξικοπηματίες δεν είναι επιθυμητοί στην Ελλάδα». Η κίνηση, λοιπόν, της ελληνικής κυβέρνησης να ασκήσει -για πρώτη φορά από τη θεσμοθέτηση των επιτροπών ασύλου το 2011- το δικαίωμα της αίτησης ακύρωσης χορήγησης ασύλου, έχει σαφώς διπλωματικό χαρακτήρα. Όμως, ενδέχεται να ανοίξει ρωγμές στα θεσμοθετημένα δικαιώματα των αιτούντων άσυλο και να πλήξει ειδικά όσους δεν έχουν ένα ακριβές νομικό καθεστώς διαβίωσης και προστασίας. Όπως δήλωσε ο Δημήτρης Χριστόπουλος, πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην «Εποχή», «η κίνηση της κυβέρνησης, σε σχέση με όσα έγιναν τον Ιούλιο του 2016, είναι θεσμικά λιγότερο αθέμιτη. Στην προσπάθειά της, ωστόσο,  να κατευνάσει την Τουρκία, ενδεχομένως της ανοίγει την όρεξη». Να σημειώσουμε πως ο Δημήτρης Βίτσας είχε δηλώσει την επόμενη μέρα της σύλληψης των οχτώ πως «το επιχείρημα της Τουρκίας, υπέρ της έκδοσης των 8 τούρκων στρατιωτικών που πέρασαν χθες στο ελληνικό έδαφος με στρατιωτικό ελικόπτερο, είναι πολύ ισχυρό καθώς παραβιάστηκε η συνταγματική νομιμότητα και υπήρξε απόπειρα κατάλυσης της δημοκρατίας». Αυτή τη φορά, η κυβέρνηση δεν υπέπεσε στο ατόπημα να προκαταλάβει τη δικαιοσύνη, ωστόσο κρίνει τις αποφάσεις αυτής, ενόσω μάλιστα δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία για όλους τους αιτούντες.

Σε γκρίζα ζώνη

Ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο κινδυνεύουν πια οι 8 να εκδοθούν στην Τουρκία, εφόσον γίνει δεκτή η αίτηση ακύρωσης. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Δημήτρη Τζανακόπουλο, «δεν υπάρχει κανένα τέτοιο ζήτημα, δεν υπάρχει καμία τέτοια ούτε νομική δυνατότητα, ούτε προφανώς βούληση να μην δεσμευτεί η κυβέρνηση πάνω στα όσα όρισε η απόφαση του Αρείου Πάγου» [Euronews, 3/1/2018]. Νομικοί, από την άλλη, εφιστούν την προσοχή σε περίπτωση που δεν αναγνωριστεί πολιτικό άσυλο στους 8, πως θα βρεθούν σε μια γκρίζα ζώνη, χωρίς δικαιώματα προστασίας, διαβίωσης και μετακίνησης και επομένως ευάλωτοι. Αυτό το ενδεχόμενο παραδέχτηκε και ο Δ. Τζανακόπουλος λέγοντας «στην άλλη περίπτωση, θα βρισκόμαστε σε μία νομικά ιδιότυπη κατάσταση, όπου, από τη μια μεριά, δεν θα υπάρχει το καθεστώς πολιτικής προστασίας και, από την άλλη μεριά, όμως θα απαγορεύεται η έκδοση ή απέλασή τους στη γειτονική χώρα». Όπως σημειώνει δε ο Βασίλης Παπαστεργίου σε ανάρτησή του «η τυχόν αποδοχή της αίτησης ακύρωσης θα φέρει τους 8 στη θέση ανθρώπων που στερούνται νόμιμης διαμονής στη χώρα. Στην περίπτωση αυτή – και εφόσον δεν τους χορηγηθεί είτε επικουρική προστασία (σενάριο στο οποίο η κυβέρνηση με την αίτηση ακύρωσής της έμπρακτα αντιτίθεται) είτε ανθρωπιστικού καθεστώτος από την ίδια την κυβέρνηση (κάτι που προφανώς αποκλείεται μετά την πρόσφατη τοποθέτησή της), είναι πιθανή η έκδοση απόφασης επιστροφής και το άνοιγμα ενός νέου κύκλου δικαστικού αγώνα με αντικείμενο την ακύρωση και αναστολή των αποφάσεων επιστροφής. Με δεδομένη την απόφαση του Αρείου Πάγου, θεωρώ πράγματι αμφίβολο να μην ευδοκιμήσει κάποιο ένδικο βοήθημα κατά της απόφασης επιστροφής, αλλά τουλάχιστον εγώ δεν μπορώ να είμαι 100% βέβαιος. Αλλά το βασικότερο είναι ότι, αν γίνει δεκτή η κυβερνητική αίτηση ακύρωσης και δεν τους χορηγηθεί επικουρική προστασία ή ανθρωπιστικό καθεστώς, οι 8 θα παραμείνουν, σε μια κατάσταση έλλειψης καθεστώτος νόμιμης παραμονής (in limbo) και στέρησης δικαιωμάτων στο διηνεκές. Δεν νομίζω ότι είναι μια δίκαιη λύση για κανέναν άνθρωπο αυτή.»

Κακό προηγούμενο

Πέραν των προβλημάτων που δημιουργούνται για τους οχτώ τούρκους αξιωματικούς, η υπόθεση αυτή αναδεικνύει και ένα ακόμα ζήτημα, αυτό της αλλαγής του νόμου για τις δευτεροβάθμιες επιτροπές, η οποία επέβαλε στη σύνθεση τους δικαστές, με το παράλογο σκεπτικό ότι η προηγούμενη σύνθεση θα έκανε ανεξέλεγκτα αποδεκτές τις αιτήσεις ασύλου. Επομένως, μια τέτοια κίνηση «νουθεσίας», μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα πιο αυστηρή αντιμετώπιση των εκατοντάδων αιτούντων ασύλου, ειδικά όταν επίκεινται περαιτέρω αλλαγές στο νόμο, για την επίσπευση της εξέτασης της αίτησης, που μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα περισσότερες απορρίψεις αναγνώρισης προσφύγων, οι οποίοι θα βρίσκονται απροστάτευτοι. Ξεκινά έτσι ένα «κακό προηγούμενο», το οποίο ενδεχομένως δεν θα πλήξει του οχτώ, αφού βρίσκονται και στο επίκεντρο της δημοσιότητας, αλλά μπορεί να πλήξει τους «αθέατους» πρόσφυγες, που δικαιούνται προστασίας.

Ιωάννα Δρόσου