Μια περιπλάνηση στη μεταπολεμική Ρώμη

Λουίτζι Μπαρτολίνι “Ο κλέφτης των ποδηλάτων” (μτφ. Κούλα Καφετζή, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)

Ίσως δεν υπάρχει βιβλίο ή κείμενο για την ιστορία του κινηματογράφου που να μην περιλαμβάνει την ταινία Ο κλέφτης των ποδηλάτων στις κορυφαίες του 20ού αιώνα. Την ταινία έχει σκηνοθετήσει ο Βιτόριο Ντε Σίκα, ο οποίος συν-συνέγραψε το σενάριο μαζί με τον Τσέζαρε Ζαβατίνι – κορυφαίες μορφές του κινηματογράφου και από τους βασικούς αρχιτέκτονες του ιταλικού νεορεαλισμού και οι δύο.
Η περίφημη ταινία έχει βασιστεί στο ομότιτλο μυθιστόρημα του ζωγράφου, χαράκτη, ποιητή, ασυγγραφέα Λουίτζι Μπαρτολίνι. Βέβαια το μυθιστόρημα  του Μπαρτολίνι διαφέρει σε αρκετά σημεία με την ταινία των Ντε Σίκα και Ζαβατίνι. Στην ουσία, στην ταινία χρησιμοποιήθηκε ο τίτλος και ο κεντρικός άξονας της πλοκής του βιβλίου (η κλοπή  του ποδηλάτου και η επακόλουθη περιπλάνηση στη Ρώμη, καθώς και λίγα άλλα στοιχεία της πλοκής).

Στο μυθιστόρημα του Μπαρτολίνι, μια αφήγηση γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο, ένας καλλιτέχνης, τη στιγμή που μπαίνει σε κάποιο μαγαζί, βλέπει να του κλέβουν το ποδήλατό του μπροστά στα μάτια του. Παραδόξως, αποφασίζει να αντιδράσει και να το αναζητήσει («στη Ρώμη, τα θύματα κλοπής ποδηλάτων υποτάσσονται στη μοίρα τους, ενώ εγώ δεν έδειχνα καμία διάθεση να υποταχθώ»). Έχοντας επίγνωση πως το να απευθυνθεί στην αστυνομία είναι ματαιοπονία («θα πρέπει να κάνεις τον σταυρό σου, αν στο τέλος οι αστυνομικοί δεν σε πάρουν στο ψιλό ή δεν σε βγάλουν τρελό»), αρχίζει αμέσως (καθώς ξέρει πως ο χρόνος είναι κρίσιμος) μια περιπλάνηση στη Ρώμη, τη Ρώμη του 1946, μια πόλη σημαδεμένη που προσπαθεί να ξαναβρεί μια ζωή μετά τη θύελλα του πολέμου.
Οι πληγές του φασισμού και του πολέμου είναι ακόμα ολοζώντανες σε αυτή τη Ρώμη. Το ίδιο και τα σημάδια της (όποιας) δικαιοσύνης έχει ή δεν έχει αποδοθεί – είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του ταλαίπωρου δασκαλάκου, «του έσχατου των εσχάτων στην ιεραρχία του φασιστικού κόμματος», που πιάστηκε στο δόκανο και τιμωρήθηκε (ήταν «από τους “εκκαθαρισθέντες”») επειδή έκανε τη βλακεία να έχει γράψει κάποια αρθρίδια, τη στιγμή που άλλοι «ανώτεροι» στη φασιστική ιεραρχία διασώθηκαν επειδή είχαν την εξυπνάδα να μην αφήνουν πίσω τους γραπτά ίχνη.

Αμφίθυμη ατμόσφαιρα

Στις λίγες σελίδες του βιβλίου, ο συγγραφέας αποτυπώνει όλη εκείνη τη δύσκολη κατάσταση και την αμφίθυμη ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής Ιταλίας. Γιατί η μεταπολεμική κατάσταση είναι αρκετά περίπλοκη, και αυτό ο αφηγητής το ανακαλύπτει διαρκώς, με διάφορες αφορμές. Παράδειγμα, κάποιες απρόσμενες άδειες οπλοφορίας: «Πώς είναι δυνατόν –αναρωτήθηκα– να έχει στην κατοχή του άδεια κυνηγού; Η εξήγηση ήταν απλή. Το νέο πολιτικό καθεστώς στρατολογούσε στις γραμμές του τους πάντες, ακόμα και τα χειρότερα φασιστοειδή, με μια απλή διαδικασία. Οι ενδιαφερόμενοι πήγαιναν στο Δικαστικό Μέγαρο, δήλωναν ότι ανήκαν στο κόμμα δείχνοντας τη βεβαίωση εγγραφής τους και έπαιρναν πιστοποιητικό καθαρού ποινικού μητρώου». Η πορνεία δεν έχει διαφορά απ’ ό,τι συμβαίνει αλλού, «με τη μόνη διαφορά ότι καλυπτόταν από ένα πέπλο, που από τη μια άκρη κρατούσε η αστυνομία και από την άλλη το Βατικανό», ενώ οι μνήμες της αποικιοκρατικής Ιταλίας εξακολουθούν να ζουν και να υπενθυμίζονται από τον συγγραφέα/αφηγητή («Στην Αντίς Αμπέμπα, ο σύζυγος είχε διατελέσει βασανιστής»), ο οποίος δεν διστάζει να γενικεύσει τα πολιτικά σχόλιά του («Ο κάθε Ευρωπαίος σήμερα θέλει να ζει από εισοδήματα σε βάρος των αποικιών. Σ’ αυτό συνίσταται η ανηθικότητα των Ευρωπαίων: τη συναντάς από τον πρώτο ως τον τελευταίο αποικιοκράτη, τον ρώσο, τον γιαπωνέζο, τον γάλλο, τον εγγλέζο ιμπεριαλιστή»).

Κλέφτες… κι αστυνόμοι

Γνωρίζει, λοιπόν, το θύμα πως είναι περιττό να ζητήσει κανείς βοήθεια από την αστυνομία. Τα όργανα της τάξης φτάνουν ακόμα και να ενημερώνουν τους ενδιαφερόμενους πού κάνουν πιάτσα οι κλέφτες κάθε συγκεκριμένη μέρα και ώρα, ενώ πολλοί από τους αστυνομικούς είναι πραγματικά απελπισμένοι: «Κινδύνευε η θέση τους με τις εκκαθαρίσεις που γίνονταν […]. Ορισμένοι απ’ αυτούς, την εποχή των Γερμανών, είχαν προσφερθεί οικειοθελώς να μπουν σε εκτελεστικά αποσπάσματα για να βγάλουν πεντακόσιες λιρέτες».
Ο αφηγητής μιλάει με σχεδόν ερωτικό τρόπο για το ποδήλατό του, ενώ οι ημερομηνίες που του έχουν κλέψει τα ποδήλατά του είναι σχεδόν ορόσημα στη ζωή του. Πιστεύει, ωστόσο, ότι «οι κλέφτες είναι στωικοί άνθρωποι. Είναι αληθινοί φιλόσοφοι, αλλά, ευτυχώς, δεν το ξέρουν». Θυμάται τον Βερλέν και την εποχή που ίσως «οι κλέφτες έδειχναν κάποιο σεβασμό και οίκτο προς τους ποιητές» (άλλωστε, πολλά χρόνια μετά, ο Ζορζ Μπρασένς ευχαριστούσε τον διαρρήκτη που, αν και του άδειασε το σπίτι, δεν του πήρε την κιθάρα…).

Η μοίρα του καλλιτέχνη

Αρχικά ο καλλιτέχνης πιστεύει πως «είναι καλύτερο να είμαστε ποιητές και φτωχοί, παρά να γινόμαστε κλέφτες», αν και καταλήγει σε οδυνηρές διαπιστώσεις για το συγγραφικό λειτούργημα: «Όλοι σου λένε, μαζί και η δακτυλογράφος: “Γιατί την κάνετε αυτή τη δουλειά αφού δεν αποδίδει; Παρατήστε την. Κάντε κάτι άλλο”. Αυτό απαντούν εν χορώ σ’ εμάς τους έρημους συγγραφείς, τσαγκάρηδες και δακτυλογράφοι» – για να ολοκληρώσει: «άλλωστε, σπάνια ένας συγγραφέας επηρεάζει τις αποφάσεις των συγχρόνων του», ενώ «στο τέλος της επώδυνης σταδιοδρομίας μας ως καλλιτέχνες και συγγραφείς αντιλαμβανόμαστε πως το μοναδικό έπαθλο του μόχθου μας είναι το τίποτα». Ωστόσο, μετά από την κλοπή και την περιπέτειά του, φτάνει να σκεφτεί ότι «θα μπορούσα να αποκτήσω ένα ποδήλατο, επαναλαμβάνοντας σε βάρος κάποιου ιδιοκτήτη ποδηλάτου αυτό που είχαν κάνει σε μένα», αν και με κάμποση ειρωνεία σκέφτεται ότι θα μπορούσε να ξαναπληρώσει για να πάρει πίσω το ποδήλατό του ταυτόχρονα «πληρώνοντας και για τις αμαρτίες μου ως ποιητής».

Σε άλλη «γραμμή» από την ταινία

Το μυθιστόρημα του Μπαρτολίνι κινείται σε άλλη «γραμμή» και ως εκ τούτου μπορεί να μην έχει τη δραματική ένταση που έχει η ταινία του Ντε Σίκα (έχει αποδειχτεί ιδιοφυής η ευρηματική απόφαση των Ζαβατίνι και Ντε Σίκα να θέσουν στο επίκεντρο το παιδί, τον γιο του θύματος της κλοπής, που συνοδεύει τον πατέρα του στην περιπλάνηση, όπως υπογραμμίζει και στον πρόλογό του ο σκηνοθέτης Σ. Γκορίτσας). Αποτυπώνει, όμως, με (πικρό, ενίοτε) χιούμορ, με ευρύτητα και διεισδυτικότητα, ένα πλούσιο και ζωντανό πορτρέτο της μεταπολεμικής Ρώμης, της μεταφασιστικής Ιταλίας.
Το βιβλίο εκδόθηκε το 1946 και η ταινία προβλήθηκε το 1948 και, παρά τη γενικά καλή υποδοχή, κάποιοι στην Ιταλία την υποδέχθηκαν επικριτικά, θεωρώντας πως έδινε μια αρνητική εικόνα για τη χώρα, ενώ φαίνεται πως δεν άρεσε πολύ ούτε στον Μπαρτολίνι, που θεωρούσε ότι απείχε από το πνεύμα του βιβλίου του.

Κώστας Αθανασίου