Μια σοβαρή πρόταση για το σατυρικό δράμα

Ο “Κύκλωπας” του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη

«Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,/ τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,/ αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,/ αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου» λέει ο Καβάφης στο γνωστότατο ποίημά του «Ιθάκη», και δεν το θυμηθήκαμε επειδή η παράσταση την οποία θα παρουσιάσουμε σήμερα είναι το μοναδικό σχεδόν αρτίως σωζόμενο σατυρικό δράμα, ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη. Η διαδρομή προς το Ηρώδειο μας το θύμισε, μιας και εκεί την είδαμε την παράσταση του Παντελή Δεντάκη. Φτάσαμε στο θέατρο με αστυνομική συνοδεία, από το σινεμά «Θησείον», όπου μας σταμάτησε ομάδα αστυνομικών που εμπόδιζε την ελεύθερη διέλευση των πολιτών. Τα αστυνομικά μέτρα για την ασφάλεια του γάλλου προέδρου βεβαίως, που θύμισαν άλλες κυβερνητικές παραδόσεις, παλιότερες, τις οποίες η νυν κυβέρνηση τότε κατέκρινε -και ορθώς- ως απαράδεκτες ενδείξεις υποτέλειας. Φευ! Άλλοι καιροί. Και άλλα τα ήθη τότε. Πάντως φτάσαμε τελικώς και την είδαμε την παράσταση και μας αποζημίωσε ευτυχώς, γιατί ήταν δουλειά αξιόλογη, με πρόταση για το μυστήριο που λέγεται «σατυρικό δράμα».

 

Είναι αλήθεια πως πολύ λίγα πράγματα γνωρίζουμε για το είδος. Αλλά, ακόμα κι αν είχαμε τη χαρά να φτάσουν σπουδαίες και διαφωτιστικές πληροφορίες γι΄αυτό, πάλι θα είχαμε δυσκολία να το καταλάβουμε, πολύ περισσότερο να το παραστήσουμε, γιατί τα στοιχεία που του έδιναν ταυτότητα είναι πολύ μακριά από μας. Τι σημαίνει αίφνης για μας σήμερα ένας χορός Σατύρων; Εν πάση περιπτώσει, το σατυρικό δράμα συμπλήρωνε την τραγική τριλογία και μάλλον χρησιμοποιούταν ως συναισθηματική τουλάχιστον αποφόρτιση των θεατών, που είχαν νιώσει μεγάλες συγκινήσεις και διανοητικές εντάσεις κατά την παρακολούθησή της. Μετέχει δε, το σατυρικό δράμα, της τραγωδίας και της κωμωδίας: χρησιμοποιεί ως υλικό μύθους που θα μπορούσαν κάλλιστα να γίνουν το υλικό σπουδαίων τραγωδιών, αλλά τους χειρίζεται με χαρίεσσα διάθεση, με σκοπό να τέρψει τον θεατή. Και πάντα υπάρχει ένας χορός Σατύρων, πειραχτήρια δαιμόνια, ακόλουθοι του Διονύσου, ερωτύλοι, παιχνιδιάρηδες, μπαγαπόντηδες, κρασοπότες, ασχημούληδες, τερατόμορφοι και αρκετές φορές επικίνδυνοι, αφού εύκολα χάνουν το μέτρο.
Με εξαίρεση μερικά σπαράγματα, το μοναδικό σατυρικό δράμα που έφτασε περίπου ατόφιο ως σήμερα είναι ο «Κύκλωπας» του Ευριπίδη, για το οποίο όμως δεν είμαστε καθόλου σίγουροι πότε παίχτηκε και δεν μπορούμε να το εντάξουμε στην «παρέα» καμιάς γνωστής τριλογίας του μοναδικού Ευριπίδη.

Το πολιτισμένο και το άγριο

Παρόλο που συνηθίζουμε να τονίζουμε την ανθρωπομορφία της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, υπάρχουν σ’ αυτήν εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία τερατομορφίας. Ο Κύκλωπας είναι μια ενδιαφέρουσα σύλληψη: δεν σχετίζεται με τους Κύκλωπες, τις θεότητες εκείνες από τα πιο αρχαία στρώματα της θεογονίας, είναι ένα πλάσμα που συμβολίζει το πρωτόγονο, το μακράν του πολιτισμού, το μη-ανθρώπινο εν τέλει. Ο κόσμος των Κυκλώπων είναι το έτερον του πολιτισμού: άγριος, ανθρωποφαγικός, παραδομένος στο ένστικτο.
Ο Ευριπίδης παρουσιάζει το γνωστό από την ι΄ ραψωδία της «Οδύσσειας» επεισόδιο του ξεγελάσματος του Κύκλωπα από τον Οδυσσέα, κατεξοχήν σύμβολο του ανθρώπου της πολιτικής και του πολιτισμού, της ευστροφίας, του ευφυούς τεχνάσματος μα και του δόλου. Ένας χορός Σατύρων, ναυαγών που έγιναν δούλοι του Κύκλωπα, παρακολουθεί τα τεκταινόμενα και συμμετέχει στην εξέλιξη. Κορυφαίος ένας γερο-Σιληνός. Άτακτοι, εγωιστές, φίλαυτοι, αφερέγγυοι οι Σάτυροι, προκαλούν θυμό και γέλιο με την παρουσία τους και τα καμώματά τους. Το δόλωμα του κρασιού, το δώρο του Βάκχου, λειτουργεί ως καταλύτης και διαφοροποιεί τα στάδια της κοινωνικής και πολιτιστικής εξέλιξης που αντιπαρατίθενται στο έργο.

Ένας κοινός πυρήνας

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Παντελής Δεντάκης είδε σωστά τη διαλεκτική αυτών των σταδίων αλλά είδε και τον κοινό πυρήνα που έχουν αυτά τα στάδια: ο Κύκλωπας κατασπαράζει τους ανθρώπους αλλά, στην προσπάθειά του να σωθεί, αντίστοιχα άγρια είναι και η συμπεριφορά του Οδυσσέα. Ο σκηνοθέτης έτσι έκανε ένα ενδιαφέρον σχόλιο που έχει και πολιτική χροιά, σε ένα έργο που ως εκ του είδους του δεν έχει πολιτικές διαστάσεις: το πολιτισμένο και το άγριο βρίσκονται πολύ κοντά, τα χωρίζει μια λεπτή γραμμή, που είναι εύκολο να την διαβεί κανείς. Τα δόντια του Κύκλωπα μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν από την ευφυή βία -την πιο επικίνδυνη γιατί στοχεύει στο σώμα όσο και στο νου- του κόσμου των θεσμών και των νόμων. Η βία είναι διάχυτη, ξεχειλίζει από παντού, παίρνει όλες τις πιθανές μορφές. Αυτό ήθελε να δείξει και το σκηνικό της Γεωργίας Μπούρδα, που τοποθέτησε έκκεντρα γι’ αυτό και με έντονη παρουσία, ένα κύβο που θύμιζε το «ξύλο» του χασάπη για να μετατραπεί ποικιλοτρόπως κατά τη διάρκεια της παράστασης και να γίνει, αυτός ο πάγκος του χασάπη, ακόμα και πολιτικό βήμα.
Το ξεκάθαρο πολιτικό σχόλιο έβαλε μέσα στο κείμενο εμβόλιμα η μετάφραση του Παντελή Μπουκάλα, ποιητής ο ίδιος, μπορεί να μεταφέρει ευφάνταστα, με οξυδέρκεια και σεβασμό τον αρχαίο λόγο στο νεοελληνικό ιδίωμα, γι’ αυτό και οι όποιες παρεμβάσεις του είναι μετρημένες και εύστοχες. Δεν αλλοιώνουν το κείμενο, εντάσσουν το υπόγειο σχόλιο του αναγνώστη-ερμηνευτή (που είναι ο μεταφραστής) μέσα στο σώμα του μεταφρασθέντος κειμένου.

Ένας γυναικείος θίασος

Ο σκηνοθέτης προτίμησε έναν αμιγώς γυναικείο θίασο. Η επιλογή δεν ήταν πυροτέχνημα αλλά έπαιζε ρόλο στη σκηνοθετική ερμηνεία. Φαλλοφόρες και γυμνόστηθες, οι γυναίκες του χορού ερευνούσαν τα όρια του φύλου τόσο στον κόσμο της μυθολογίας όσο και στις δυνατότητες του ιδιότυπου ερμαφροδιτισμού στη σκηνή. Από τις λίγες φορές που ένα τέτοιο πείραμα αποβαίνει επιτυχές και γόνιμο, ακριβώς γιατί ο στόχος του δεν ήταν ο εντυπωσιασμός και η πρόκληση, αλλά υπηρετούσε σαφή αιτιολογία: να αναγνωστεί ένας αντρικός κόσμος από τη γυναικεία πλευρά. Η Στεφανία Γουλιώτη -που στο παρελθόν έχει δώσει ενδιαφέρουσες ερμηνείες αντρικών ρόλων- έδωσε στον Κύκλωπα τις αποχρώσεις ενός δύστροπου, άγριου και εκδικητικού αφέντη που νομίζει ότι όλα του ανήκουν και επί όλων έχει εξουσία -εκεί παρέπεμπε και το κοστούμι που θυμίζει μεγαλογαιοκτήμονα του περασμένου αιώνα. Ο Οδυσσέας της Άννας Καλαϊτζίδου στηρίχτηκε σε χαμηλούς τόνους. Έδωσε με προσεγμένη ένταση τις στιγμές της ταλάντευσης, την παράκληση, την έκπληξη την οργή. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη είχε το δύσκολο ρόλο του Σιληνού και τον απέδωσε ισορροπώντας την απορία για το ακριβές πεδίο του προσώπου με γλυκιά κωμικότητα και ένταση. Ο Χορός των Σατύρων -Νεφέλη Μαϊστράλη, Μαρία Μοσχούρη, Αμαλία Νίνου, Μυρτώ Πανάγου, Ελένη Τσιμπρικίδου και η Έφη Ρευματά (Κομπάρσος)- κινήθηκε ως ένα ενιαίο σύνολο με κοινές ανάγκες, μοιράστηκε το δόλο, τη φιλαυτία, τη δειλία και την προδοσία, αλλά ταυτόχρονα κάθε μια από τις ηθοποιούς κατάφερε να έχει διακριτή παρουσία και αναγνωρισιμότητα χαρακτήρα. Σ’ αυτό βοήθησαν τα έξυπνα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα και η καλοδιδαγμένη κίνηση του Ερμή Μαλκότση. Στο διονυσιακό κλίμα της παράστασης συνέβαλε η δαιμονική μουσική του Λευτέρη Βενιάδη και οι γωνιαίοι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη.
Ο «Κύκλωπας» του Δεντάκη ήταν μια ολοκληρωμένη πρόταση στην παράσταση του σατυρικού δράματος. Ο σκηνοθέτης κατείχε τη φιλολογική παράδοση, αλλά δεν εγκλωβίστηκε σ’ αυτήν. Την χρησιμοποίησε ως εφαλτήριο με σεβασμό για να προχωρήσει σε μια ερμηνεία του έργου, που προκαλούσε συναισθηματικά και διανοητικά τον θεατή. Γι’ αυτό και δεν καταλάβαμε την τελική επιλογή: να προστεθεί ο Κύκλωπας από τα «Ειδύλλια» του Θεοκρίτου –άλλο είδος μιας άλλης τελείως αισθητικής και λειτουργίας. Μεταφρασμένο με ευαισθησία από τον Μπουκάλα και ερμηνεύμενο σπαρακτικά και με εσωτερικότητα από την Γουλιώτη ομολογουμένως, άφηνε με απορία τον θεατή, αν δεν τον εμπόδιζε να βγει ομαλά από τον ευριπίδειο Κύκλωπα.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr