Μικρό σχόλιο για ένα μεγάλο περίπατο

Και το παρήγορο παράδειγμα μιας ιστορικής συνοικίας της Ρώμης

Είναι ακατανόητο γιατί κάθε δήμαρχος που εκλέγεται στην Αθήνα θεωρεί εκ προοιμίου ότι οι κάτοικοί της είναι όλοι νεογνά ή ανήλικα που υπάρχουν από τότε που έχει εκλεγεί αυτός και ότι αυτός/ή θα υπαγορεύσει τις ανάγκες τους και τις ανάγκες της πόλης. Έτσι, προ ετών, η πόλη καγκελοφράχτηκε, προκειμένου να προστατέψει τους πεζούς από τις δικές τους αυθόρμητες παραβάσεις, προεκτείνοντας τα κάγκελα, εν πολλοίς, και στις διαβάσεις των πεζών, το δίκαιο αίτημα για ράμπες ερμηνεύτηκε ως αισθητική ανάγκη, οπότε δεν θεωρήθηκε αναγκαία η κατασκευή τους και στις δύο πλευρές του δρόμου, για να μην αναφέρουμε ότι σπάνια πλήρωσε πρόστιμο όποιος στάθμευε σε αυτές. Οι διάδρομοι με τα πλακίδια στα πεζοδρόμια για τους τυφλούς, το 2004, αναγκαιότητα, υποτίθεται, των Ολυμπιακών Αγώνων, χρησίμευσαν για να αυξηθούν τα κατάγματα και οι ουρές στο ΚΑΤ, κοκ. Κι ενώ περιμένεις ότι ο κάθε νεοεκλεγμένος δήμαρχος θα διορθώσει τα κραυγαλέα λάθη των προηγουμένων, τα αγνοεί και προχωρεί ακάθεκτος στην εκπλήρωση του δικού του «οράματος».
Πάντως, το αυτονόητο αίτημα ότι ο/η δήμαρχος της Αθήνας δεν μπορεί να κατοικεί στο Χαλάνδρι ή στα Μελίσσια, προφανώς δεν αρκεί. Θυμάμαι σε παλαιότερες δημοτικές εκλογές είχαν τεθεί προεκλογικά σε όλους τους υποψήφιους οι ίδιες ερωτήσεις που αφορούσαν τη γνώση της πόλης και τη σχέση τους με αυτήν. Λίγοι τις είχαν απαντήσει, και όχι όλες. Αλλά της υποψήφιας τότε και στη συνέχεια δημάρχου της Αθήνας, μαμάς του τωρινού δημάρχου μας, η αιτιολόγηση στη λανθασμένη απάντησή της, σχετικά με το κόστος του εισιτηρίου στην Ακρόπολη, ήταν ότι η ίδια δεν πληρώνει ποτέ εισιτήριο σε αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία, συνεπώς δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει. Ακόμα κι έτσι, όμως, υποτιμώντας τη βιωμένη σχέση που οφείλει να έχει ένα δήμαρχος με όλες τις όψεις της πόλης, ο παραλογισμός της Πανεπιστημίου δεν δικαιολογείται: Γιατί να αλλοιωθεί ο χαρακτήρας ενός από τους πιο ωραίους δρόμους και να ακυρωθεί η λειτουργικότητα μιας κεντρικής αρτηρίας της πόλης, κατευθύνοντας μάλιστα την κίνηση σε περιοχές που ήδη έπασχαν; Μια ερώτηση που ηχεί τουλάχιστον ρητορική και διατυπώνεται λαμβάνοντας υπόψη την τουριστικοποίηση του κέντρου των πόλεων, τη μετατροπή τους σε προνομιακό χώρο κατοίκησης για λίγους, τον εκτοπισμό ανθρώπων που έζησαν όλη τη ζωή τους εκεί, και αναγκάζονται ακόμη και ν’ αλλάξουν πόλη, τις ανατροπές με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις που τώρα, λόγω κορονοϊού, έχουν ανασταλεί. Αν τις τελευταίες δεκαετίες, η πόλη αποτελεί αγαπητό αντικείμενο έρευνας κοινωνιολόγων, πολεοδόμων κτλ, και βρίσκεται στο επίκεντρο πολλών αναλύσεων και αντιπαραθέσεων, είναι η συναισθηματική σύνδεση των κατοίκων της με αυτήν που κυρίως θίγεται και η αίσθηση της κοινότητας που βάναυσα υποβιβάζεται από τις αυτάρεσκες και επιθετικές πολιτικές επιλογές.

100 χρόνια Γκαρμπατέλα

«Αυτό που πιο πολύ μ’ αρέσει είναι να κοιτάζω τα σπίτια και τις γειτονιές κι η γειτονιά που μ’ αρέσει πιο πολύ απ’ όλες είναι η Γκαρμπατέλα», λέει ο Νάνι Μορέτι στη βόλτα με τη βέσπα στη Ρώμη, στην ταινία του Αγαπημένο μου ημερολόγιο. Αγαπημένη περιοχή πολλών σκηνοθετών και πολλών συγγραφέων, ανάμεσά τους ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο Έτορε Σκόλα και ο Πρίμο Λέβι, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της πόλης και στα εθνικά συμβάντα και φέτος συμπλήρωσε 100 χρόνια από τη δημιουργία της. Μόλις ένα χιλιόμετρο μακριά από τα τείχη της πόλης, άρχισε να κτίζεται στις αρχές του 1920 για να στεγάσει, καταρχάς, τους εργάτες του καναλιού που επρόκειτο να δημιουργηθεί, παράλληλα με τον Τίβερη, και του λιμανιού στην Όστια, για εμπορική χρήση, που θα ένωνε την πόλη με τη θάλασσα. Η Γκαρμπατέλα είχε σχεδιαστεί έχοντας ως μοντέλο τις αγγλικές κηπουπόλεις. Μικρά σπίτια με κήπους/μποστάνια έτσι ώστε οι κάτοικοι να καλλιεργούν μέρος της τροφής τους. Τελικά, κτίστηκαν μεγάλα κτίρια με διαμερίσματα, σε ρυθμό Barocchetto romano, και υπέροχους κοινόχρηστους κήπους, διατηρώντας το λαϊκό χαρακτήρα που είχε εξαρχής σχεδιαστεί, όπως και την τυπολογία που θυμίζει περισσότερο χωριό, μοναδική στη Ρώμη. Μια συνοικία που ταυτίστηκε με την αντίσταση κατά του φασισμού – όχι τυχαία ο Μουσολίνι, στη συνέχεια, συνέλαβε τον μηχανικό του έργου. Στη Γκαρμπατέλα είχε μεγάλη δύναμη το Κομουνιστικό Κόμμα Ιταλίας και αργότερα πολλά κόμματα και ομάδες της Αριστεράς ενώ, αρχές της δεκαετίας του ’50, δημιουργήθηκε η γυναικεία ομάδα αλληλεγγύης Le Sgarbatelle, που αποτελεί, με επικαιροποιημένους στόχους, σημείο αναφοράς μέχρι σήμερα.
Οι ιταλικές πόλεις, εδώ και πολλά χρόνια, έχουν πάψει να αποτελούν μοντέλο τοπικής διακυβέρνησης και οι νόμοι που προστάτευαν τις πόλεις, τους κατοίκους και τους μικρομαγαζάτορες, έχουν καταργηθεί. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, στη Ρώμη, στο ισόγειο ενός κτιρίου δίπλα στην Πιάτσα ντι Σπάνια, πάνω στις νωπογραφίες του 18ου αιώνα τοποθετήθηκαν οι φωτεινές επιγραφές με τα χάμπουργκερ του Mc Donalds, για πολλούς, συμβολικά, αποτέλεσε την, άνευ όρων, πράξη παράδοσης της πόλης στις εμπορικές απαιτήσεις.
Ο εορτασμός των 100 χρόνων της Γκαρμπατέλα, ωστόσο, είναι σημαντικός γιατί, με αυτή την αφορμή, ολόκληρη τη χρονιά, ο δημόσιος χώρος, οι χρήσεις του, η αρχιτεκτονική, ο ρόλος της κοινότητας, οι μαρτυρίες των ίδιων των κατοίκων βρίσκονται στο επίκεντρο, με συζητήσεις, προτάσεις και εκδηλώσεις σε όλη την πόλη και στα ΜΜΕ.

Σοφία Ξυγκάκη