Μουσικές Προτάσεις

Επιμέλεια: Λιάνα Μαλανδρενιώτη
lianam@otenet.gr

Πόλεμος και Ειρήνη Ι

Ο φετινός θεματικός κύκλος συναυλιών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών με τίτλο «Πόλεμος και Ειρήνη» πραγματοποιείται με αφορμή τη συμπλήρωση ενός αιώνα από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και εγκαινιάζεται με ένα πρόγραμμα συμφωνικής και κινηματογραφικής μουσικής που σχετίζεται με τον αιματηρό αυτό πόλεμο, που σφράγισε την ευρωπαϊκή ιστορία.
Αυτός ο θεματικός κύκλος θα ολοκληρωθεί σε τρεις συναυλίες, περιλαμβάνοντας έργα εμπνευσμένα από συγκρούσεις πολεμικές και κοινωνικές. Με το -βαθύ γνώστη της 7ης τέχνης- και αγαπημένο στο ελληνικό κοινό, αρχιμουσικό, Φρανκ Στρόμπελ, να διευθύνει την πρώτη συναυλία με έξοχα δείγματα κινηματογραφικής και συμφωνικής μουσικής. Ανάμεσά τους η σουίτα από τον «Λόρενς της Αραβίας» και «Το Βαλς» του Μορίς Ραβέλ. Μια συγκινησιακά φορτισμένη βραδιά που κορυφώνεται με την ερμηνεία και προβολή του εμβληματικού «Shoulder arms» του Τσάρλι Τσάπλιν (1889-1977).
Το 1918 ο μεγάλος Τσάρλι Τσάπλιν παρουσιάζει την κωμική ταινία του «Shoulder arms», στην οποία πρωταγωνιστεί. Ο γνωστός μας Σαρλό βρίσκεται στο γαλλικό μέτωπο ως στρατιώτης. Μεταμφιεσμένος σε δέντρο περνά τις γραμμές του γερμανικού στρατού και κατορθώνει να απαγάγει τον Κάιζερ και τον στρατάρχη Χίντενμπουργκ, αλλά τελικά συνειδητοποιεί πως όλα αυτά ήταν απλώς και μόνο ένα όνειρο. Η μουσική που ο ίδιος ο Τσάπλιν συνέθεσε για την ταινία φανερώνει το ταλέντο του δημιουργού της στη σύνθεση εμβατηρίων, ενώ τα κωμικά της στοιχεία διακωμωδούν την «άκαμπτη» στρατιωτική ζωή. Ο Τσάπλιν συνέθεσε μουσική και για τις δύο αντίπαλες πλευρές, μεριμνώντας για την εμφανή στιλιστική τους διαφοροποίηση.
Την Κυριακή 14 Οκτωβρίου, στις 7.30μμ, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Χ. Λαμπράκης. Τιμές εισιτηρίων: από 15 έως 30 ευρώ και 5 ευρώ (εκπτωτικό).

 

Ο Σαρλ Αζνα­βούρ τα­ξί­δε­ψε για τη χώ­ρα του Πο­τέ

Μας έ­κα­νε ό­λους να ο­νει­ρο­πο­λή­σου­με και να τρα­γου­δή­σου­με μα­ζί του πα­θια­σμέ­να, για μια α­νέ­με­λη ζωή. Περ­πα­τή­σα­με στα στε­νά της Μον­μάρ­της και πο­ζά­ρα­με ό­λο σκέρ­τσο σε κά­ποιον πλα­νό­διο ζω­γρά­φο, ε­νώ οι αν­θι­σμέ­νες πα­σχα­λιές έ­ραι­ναν το το­πίο. Οι πα­σχα­λιές μα­ρά­ζω­σαν. Ο μποέμ τύ­πος το έ­σκα­σε για α­κό­μη μια φο­ρά, σε έ­να τα­ξί­δι δί­χως ε­πι­στρο­φή. Σί­γου­ρα ό­μως ε­κεί που πή­γε εί­ναι ό­λα έ­τσι ό­πως τα φα­ντά­ζε­ται, γε­μά­τα έ­ρω­τα.
Ο δι­κός μας Σαρλ μας ά­φη­σε την πε­ρα­σμέ­νη Κυ­ρια­κή, το βρά­δυ της 1ης Οκτω­βρίου σε η­λι­κία 94 χρο­νών. Για κά­ποιο λό­γο αυ­τός ο άν­θρω­πος μας έ­δι­νε την ε­ντύ­πω­ση ό­τι θα ζού­σε για πά­ντα. Ο αιώ­νιος νέ­ος, πλά­σμα γε­μά­το ε­νέρ­γεια, χιού­μο­ρ, έ­ρω­τα, αυ­το­πε­ποί­θη­ση και μια καρ­διά τό­σο με­γά­λη που ή­ταν πα­ρά­δειγ­μα προς μί­μη­ση. Μια φι­γού­ρα που έ­χει μεί­νει στην αν­θρω­πό­τη­τα ό­χι μό­νο για το καλ­λι­τε­χνι­κό της στίγ­μα, αλ­λά και για το φι­λαν­θρω­πι­κό. Αυ­τός ή­ταν ο Σαρλ Αζνα­βούρ που ό­λοι ξέ­ρα­με και α­γα­πή­σα­με.
Οι γο­νείς του ή­ταν Αρμέ­νιοι -η κα­τα­γω­γή της μη­τέ­ρας του μά­λι­στα ή­ταν α­πό την Σμύρ­νη. Ο πα­τέ­ρας του Μι­χαήλ ή­ταν τρα­γου­δι­στής για πολ­λά χρό­νια σε πα­ρι­σι­νά ρε­στο­ράν, κά­τι που α­πο­δεί­χτη­κε κα­θο­ρι­στι­κό για τον μι­κρό Σαρλ.
Σε η­λι­κία μό­λις εν­νέα ε­τών, πα­ρά­τη­σε το σχο­λείο και άρ­χι­σε να τρα­γου­δά­ει σε ρε­στο­ράν και κλα­μπ μα­ζί με τον μπα­μπά του και η δί­νη του Β’ Πα­γκο­σμίου Πο­λέ­μου τον βρή­κε έ­φη­βο πια. Στο σπί­τι τους κρύ­βο­νταν κα­τά και­ρούς Αρμέ­νιοι, Εβραίοι, Ρώ­σοι και κου­μου­νι­στές, ε­νώ ο πα­τέ­ρας του ή­ταν ε­νερ­γό μέ­λος της γαλ­λι­κής Αντί­στα­σης. Η γνω­ρι­μία του με την Εντίθ Πια­φ, ό­ταν ά­νοι­γε το πρό­γραμ­μά της στο Moulin Rouge, θα α­πο­δει­χτεί κα­τα­λυ­τι­κή α­φού θα γί­νει κολ­λη­τός της φί­λος. Μέ­νουν μα­ζί, πλα­τω­νι­κά μό­νο, σχε­δόν εν­νιά χρό­νια. Αυ­τή θα του δεί­ξει πώς να τε­λειο­ποιή­σει τη φω­νή του, πώς να δου­λεύει τη χροιά της, πώς να κι­νεί­ται πά­νω στη σκη­νή και πώς να βγά­ζει το κα­λύ­τε­ρο α­πό τις φω­νη­τι­κές του χορ­δές.
Ο Αζνα­βούρ εί­ναι έ­τοι­μος στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του ‘50, ό­χι ό­μως και οι κρι­τι­κοί που τον «θά­βουν» σε ε­φη­με­ρί­δες και ρα­διό­φω­να, μη μπο­ρώ­ντας να προ­βλέ­ψουν ό­τι αυ­τός ο Αρμέ­νης με τη φω­νή τε­νό­ρου θα σα­ρώ­σει τα πά­ντα στο πέ­ρα­σμά του.
Από τό­τε η καλ­λι­τε­χνι­κή του ε­ξέ­λι­ξη υ­πήρ­ξε αλ­μα­τώ­δης. Ξε­κί­νη­σε να γρά­φει τρα­γού­δια, που χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν, λό­γω του ύ­φους τους, «θλιμ­μέ­να τρα­γού­δια» (tristesse chansons). Πα­γκό­σμιες ε­πι­τυ­χίες που ση­μά­δε­ψαν τη δε­κα­ε­τία του 1960 ή­ταν το «La Mama» (1963) και το «For me, Formidable» (1964). Ήταν ί­σως ο πρώ­τος άν­δρας ερ­μη­νευ­τής που τρα­γού­δη­σε για την ο­μο­φυ­λο­φυ­λία («Comme ils disent»), το σε­ξ, το βια­σμό και την κοι­νω­νι­κή προ­κα­τά­λη­ψη με τρα­γού­δια που δύ­σκο­λα θα ε­πέ­λε­γαν να πουν άλ­λοι διά­ση­μοι Γάλ­λοι τρα­γου­δι­στές. «Μάλ­λον εί­ναι κά­τι σαν αρ­ρώ­στια, να γρά­φω και να μι­λάω για πράγ­μα­τα που δεν πρέ­πει, αλ­λά ή­θε­λα να σπά­σω κά­θε τα­μπού» εί­πε σε μια α­πό τις τε­λευ­ταίες συ­νε­ντεύ­ξεις της μυ­θι­κής ζωής του.
Εί­χε α­φιε­ρώ­σει τη ζωή του στο να βο­η­θή­σει την Αρμε­νία, ορ­γα­νώ­νο­ντας φι­λαν­θρω­πι­κές εκ­δη­λώ­σεις για να συ­γκε­ντρώ­σει χρή­μα­τα για τα θύ­μα­τα του σει­σμού το 1988. Όσο ζού­σε πο­τέ δεν ξέ­χα­σε τον τό­πο που έ­ζη­σαν οι πρό­γο­νοί του. Το 1995 έ­γι­νε πρέ­σβης κα­λής θέ­λη­σης της Αρμε­νίας στην Ου­νέ­σκο, κα­θώς ε­πί­σης και μό­νι­μος α­ντι­πρό­σω­πος της Αρμε­νίας στον Ο­ΗΕ.
Έφυ­γε και φτω­χύ­να­με. Τα τρα­γού­δια του ό­μως θα συ­νε­χί­ζουν να τα­ξι­δεύουν σε ό­λα τα μή­κη και τα πλά­τη του πλα­νή­τη μας. Πά­ει να συ­να­ντή­σει σε έ­να άλ­λο Πα­ρί­σι, την Πιαφ και τον Μου­στα­κί. Δρα­πε­τεύο­ντας, με το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γλυ­κό­πι­κρο ύ­φος του, μας υ­πό­σχε­ται: Και μέ­νω τώ­ρα χα­μέ­νος χω­ρίς να ξέ­ρω πού να πάω, να γυ­ρεύω με τα μά­τια ου­ρα­νό, μα η καρ­διά μου να μέ­νει στη γη. «Hier encore» (1964).

Δέσποινα Αρκουλάκη

 

 

«Άξιον εστί» και «Αποκάλυψη» σε πρώτη εκτέλεση

 

Τέσσερις αναγνωρισμένοι έλληνες καλλιτέχνες με διεθνή πορεία, ο ηθοποιός Νίκος Καραθάνος, ο τραγουδιστής Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς και ο μαέστρος Γιώργος Πέτρου δημιούργησαν μια κορυφαία dream team που θα αναμετρηθεί, με ένα από τα έργα-ορόσημα της μεταπολεμικής μας ιστορίας, Το «Άξιον εστί» (1964) του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη. Σε αυτή την συναυλία που αποτελεί το μουσικό γεγονός του φετινού φθινοπώρου, συμμετέχουν ακόμη οι πολυβραβευμένοι Μουσικοί της Καμεράτας – Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής και η καταξιωμένη Χορωδία των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων υπό τον Σταύρο Μπερή.
Το ίδιο βράδυ θα ακουστεί επίσης σε ιστορική α΄ παγκόσμια εκτέλεση το μοναδικό έργο του μεγάλου συνθέτη που δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ: το μνημειώδες συμφωνικό ορατόριο «Αποκάλυψη – Ωδή στον Μπετόβεν» για ορχήστρα εγχόρδων, αφηγητή και χορωδία (1945).
Την Παρασκευή 12 Οκτωβρίου, στις 8.30μμ, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Χ. Λαμπράκης. Tιμές εισιτηρίων: από 12 έως 35 ευρώ, 9 ευρώ (φοιτητές, νέοι έως 25 ετών, άνεργοι, ΑΜΕΑ, 65+, πολύτεκνοι).

 

Έλλη Παπακωνσταντίνου
ODC Ensemble

Τραγουδιστές, εικαστικοί, περφόρμερ –ανάμεσά τους και ο Blaine L. Reininger, ιστορικό στέλεχος των Tuxedomoon– συμπράττουν σε μια σύγχρονη ανατρεπτική όπερα-περφόρμανς με κυβερνο-πανκ αισθητική, η οποία εμπνέεται από «Το σπήλαιο», το αλληγορικό κείμενο του Πλάτωνα. Η πολυβραβευμένη, καινοτόμος Ομάδα ODC (ODC Ensemble), που ιδρύθηκε από την Έλλη Παπακωνσταντίνου (Fulbright Artist’s Award 2018-2019), φέρνει στο σήμερα την αιώνια σύγκρουση Γνώσης και Αλήθειας με την παραμόρφωσή τους στο χαοτικό κόσμο των fake news και της fake life του διαδικτύου.
Πρόκειται για μια νέα όπερα για 4 φωνές, σαντούρι, πιάνο και live electronics σε σύλληψη, λιμπρέτο, σκηνοθεσία Έλλης Παπακωνσταντίνου και μουσική σύνθεση-ενορχήστρωση Τηλέμαχου Μούσα. Τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα βίντεο (design & real-time) είναι του Παντελή Μάκκα. Στην παράσταση συμμετέχουν οι περφόρμερ-μουσικοί: Blaine L. Reininger (pedals & effects), Αναστασία Κατσιναβάκη (πιάνο, μουσική διδασκαλία), Βιβή Πέτση, Μαριλένα Χρυσοχοΐδη (σαντούρι). Τις φιγούρες θεάτρου σκιών σχεδίασε και κατασκεύασε ο Τάσος Κώνστας. Τους φωτισμούς υπογράφει η Ολυμπία Μυτιληναίου.
Τρίτη 9 και Τετάρτη 10 Οκτωβρίου, στις 9μμ, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, αίθουσα Ν. Σκαλκώτας. Τιμές εισιτηρίων: 10 και 15 ευρώ, 7 ευρώ (φοιτητές, νέοι, άνεργοι, ΑΜΕΑ).