Μυθοπλασία και πραγματικότητα

Τάκης Θεοδωρόπουλος
«Βερονάλ»
Εκδ. Μεταίχμιο
Νοέμ. 2015

Τα τελευταία χρόνια, οι συγγραφείς έχουν εθιστεί σε ορισμένες ευκολίες, όταν καταπιάνονται με την μυθιστοριογραφία. Είναι ένα από τα επακόλουθα της γενικότερης ρευστότητας, που έφερε η μετανεοτερικότητα, με άμεσο αντίκτυπο στη σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, ιδίως στις περιπτώσεις που εμπλέκονται υπαρκτά πρόσωπα. Αυτό παρατηρείται όλο και συχνότερα, καθώς η εποχή μας, άκρως ρεαλιστική, διψά για γεγονότα. Κάπως έτσι έχει προκύψει ένα περιθώριο μεγαλύτερης συγγραφικής βούλησης. Ευκταίο, όμως, είναι να μην γίνεται κατάχρηση. Ένα πρώτο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν ο συγγραφέας να δίνει ιδιαίτερη προσοχή, όταν χαρακτηρίζει ειδολογικά το έργο του.  Ώστε ο αναγνώστης να μην χάνει τον μπούσουλα σχετικά με όσα διαβάζει. Δηλαδή να γνωρίζει, κατά πόσο τέρπεται από τις περιπέτειες προσώπων, επινοημένων από τη συγγραφική φαντασία, ή, αν μαθαίνει καινούρια πράγματα για το ήδη γνωστό πρόσωπο, που αναφέρεται στον τίτλο, ή, στα λοιπά στοιχεία του εξωφύλλου, χάρις στο οποίο, το πιθανότερο, αγόρασε το βιβλίο.
Η παρατήρηση αφορμάται από το καινούριο βιβλίο του Τάκη Θεοδωρόπουλου. Στο «Υστερόγραφο» του βιβλίου, ισχυρίζεται ότι “ακολούθησε την ίδια αφηγηματική γραμμή που είχε ακολουθήσει” σε τρία βιβλία από αυτά της τελευταίας δεκαετίας. Τα δυο πλέκονται γύρω από ιστορικά πρόσωπα, τον Σωκράτη και τον Ξενοφώντα, ενώ το τρίτο εστιάζει στις περιπέτειες της Αφροδίτης της Μήλου. Εκείνα, όμως, πρώτον, τα χαρακτήριζε “μυθιστορήματα”, και ύστερα, αφορούσαν μακρινές εποχές. Μένοντας έτσι στο απυρόβλητο της μεταμυθοπλασίας, είχε την άνεση να αναπλάθει τα πρόσωπα μέχρι καρικατούρας, διακωμωδώντας καταστάσεις. Με άλλα λόγια, να προσθέτει ψευδοϊστορικά πρόσωπα και γεγονότα, αδιαφορώντας κατά πόσο είναι ιστορικοφανή.
Ωστόσο, για το πρόσφατο, χρησιμοποιεί έναν ασαφή όρο, προβληματικό στη χρήση του, “αφήγημα”, που ενέχει τη σημασία εξιστόρησης, γέρνοντας μάλλον προς την έκθεση πραγματικών παρά κατά φαντασία γεγονότων. Γι’ αυτό και είθισται να συνοδεύεται από τον επιθετικό προσδιορισμό φανταστικό, όταν πρόκειται για μυθολόγημα. Ήδη, από τις πρώτες γραμμές στο «Υστερόγραφο», ο συγγραφέας δηλώνει την πρόθεσή του: “Το παρόν αφήγημα είναι προϊόν σύνθεσης Ιστορίας και μυθοπλασίας. Παραθέτω γεγονότα που συνέβησαν και άλλα υποθετικά. Κι αυτά όμως συνάγονται, ακόμα και συνειρμικά, από τα πραγματικά γεγονότα.” Όπως, όμως, γνωρίζει καλύτερα από εμάς, αυτό το “συνειρμικά”, που επικαλείται, είναι άμεσα συσχετισμένο με τις συνειδησιακές διαδικασίες του προσώπου που ανακαλεί το γεγονός, δηλαδή, με τον δικό του ψυχισμό. Πώς είναι ποτέ δυνατόν, με υποθετικά γεγονότα συγγραφικής επινόησης αλλά και ευαισθησίας, “να αναπτύξει τη δυναμική του χαρακτήρα” του ιστορικού προσώπου, που τον απασχολεί; Όταν μάλιστα, επιλέγει, μετά τον τριτοκλασάτο εκπρόσωπο του Δωδεκάθεου στο μυθιστόρημα «Η επιδημία» (2011), τον Μάνο Χατζιδάκι στο “ελληνικό χρονικό” «Το τελευταίο τέταρτο» (2012), τον Ιωάννη Συκουτρή. Πρόσωπο, με “μοναχικό λόγο”, όπως ο Ξενοφώντας, κι αυτός στο μεταίχμιο εντάξεων και κατατάξεων, όταν πρόκειται για τους συνήθεις, απόλυτου τύπου, ιδεολογικούς διαχωρισμούς. Είναι άξιο απορίας, το πώς ο συγγραφέας κατόρθωσε, με πλήθος ψευδοϊστορικά παραγεμίσματα, να επιτελέσει “ταξίδι στο κέντρο της ψυχής του Ιωάννη Συκουτρή”, ή “να φωτίσει την υπαρξιακή βάση των ιδεών του”, όπως αναφέρουν σχολιαστές του βιβλίου.
Στο «Υστερόγραφο», ο Θεοδωρόπουλος παραπέμπει στην πιο πρόσφατη Βιογραφία του Συκουτρή (Δ. Αλικανιώτης, Κάκτος, 2008), την οποία χαρακτηρίζει “πληρέστατη”, προσθέτοντας πως αποτελεί τη βασική πηγή για το αφήγημά του. Όσο αφορά τα βιογραφικά στοιχεία, δεν δίνει παραπομπή σε άλλη πηγή, ούτε δική του έρευνα αναφέρει. Ωστόσο, είναι εμφανές, πως κάποια τα σταχυολογεί ως έχουν, τα περισσότερα τα παρακάμπτει ή τα ανασκευάζει και ορισμένα τα επινοεί, χωρίς, βεβαίως, προειδοποιητικό σχολιασμό. Όσα βιογραφικά παίρνει αυτούσια, τα μεγαλύνει σε διαστάσεις και συνέπειες, κυρίως δια της επαναλήψεως, με προσθήκες, εμφατικές φράσεις του τύπου, “παιδί χωρίς παιδική ηλικία”, “έφηβος χωρίς εφηβεία”. Λ.χ., στην σωματική μειονεξία και την φτώχια της οικογένειας Συκουτρή, επανέρχεται με όλο και πιο μελανές αποχρώσεις. Περιγράφει ένα αξιοθρήνητο παρουσιαστικό, στο οποίο προσθέτει, πως “γεννήθηκε με το ένα μάτι νεκρό”, εξ ου η δια βίου “ελαφριά κλίση της κεφαλής του προς τα αριστερά”. “Τα κουρεμένα σύρριζα μαλλιά” αποδίδονται ως ένα “κεφάλι ξυρισμένο γουλί”, ενώ τα φτωχικά ρούχα επαυξάνονται με “μπαλώματα”. Με αυτήν τη διεκτραγώδηση, υποτίθεται πως καλλιεργείται ο παραλληλισμός του ήρωα με την “φτωχή Ελλάδα”, ώστε να προκύψει το σημείο ταύτισης: η κλασική αρχαιότητα ως “πυλώνας” του Συκουτρή, μέσω της φιλολογικής του ενασχόλησης, αλλά και “του κρατιδίου που εμπνεύσθηκαν κάποιοι ρομαντικοί”, όπως, επίσης, και της νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας.
Μία από τις προσθήκες αφορά τη σχέση με τον πατέρα. Η μοναδική πληροφορία της Βιογραφίας είναι, ότι “του έμαθε νήπιο ακόμη τα πρώτα γράμματα”. Αντ’ αυτού, στο βιβλίο, αναφέρεται πως “κάθε φθινόπωρο χτυπιόταν για να τον ξαναγράψουν στο σχολείο”. Επίσης, όταν ο πατέρας “πεθαίνει στα Τάγματα Εργασίας του τουρκικού στρατού το 1917”, προστίθεται, πως εκείνος αδιαφορεί, νιώθοντας “απελευθερωμένος”. Το κατ’ εξοχήν, όμως, πεδίο, που ελκύει τον Θεοδωρόπουλο, με σαράντα χρόνια θητεία στη μυθιστοριογραφία, είναι το ερωτικό. Σε αυτό, η φαντασία του καλπάζει. Στο δεύτερο κεφάλαιο, από μία φήμη, την οποία ο βιογράφος φροντίζει να ανασκευάσει, εκείνος πλάθει έναν πρώτο εφηβικό έρωτα με εξαδέλφη του. Με την γνωστή αδυναμία του στα μυθολογικά ζεύγη, προσθέτει ως τραγικό κρεσέντο, τον αναπάντεχο θάνατο της αγαπημένης, και έτσι δημιουργεί έναν Ορφέα, που θα ψάχνει μια ζωή την χαμένη Ευρυδίκη.
Τελικά, ούτε έναν, ούτε δυο, αλλά τέσσερις έρωτες σκηνοθετεί για τον ήρωά του, που φτάνουν τους πέντε, αν συνυπολογίσουμε μια Σαμιώτισσα συνταξιδιώτισσα. Στο τρίτο κεφάλαιο, στήνει ένα αστραπιαίο, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο ρομαντικό, ειδύλλιο με Ελληνοϊταλίδα, πιθανώς κατάσκοπο, που εμφανίζεται, Μάιο 1919, μαζί με την απόβαση στη Σμύρνη των ελληνικών στρατευμάτων. Το κυρίως ειδύλλιο, ωστόσο, τοποθετείται δέκα χρόνια αργότερα με μαθήτριά του. Πρόκειται για μία από τις τέσσερις αλληλογράφους του στον τόμο «Γράμματα του Ιωάννη Συκουτρή στις μαθήτριές του (1933-1937)» (ΜΙΕΤ, 2014). Και αυτό, παρότι ο βιογράφος την καταρρίπτει ως μη ευσταθούσα φήμη. Στο “αφήγημα”, ωστόσο, αποτελεί βασικό άξονα των τελευταίων κεφαλαίων, που έρχεται να διασκεδάσει έναν “γάμο συμφέροντος”, με τη σύζυγο να αναφέρεται μόνο ως κόρη πολιτευτή του Βενιζέλου.
Ο Θεοδωρόπουλος παρακάμπτει όσα σχετικά σχολιάζονται στη Βιογραφία, καθώς και την αναφορά του φίλου του Συκουτρή, Βασίλη Τατάκη στη δική του Αυτοβιογραφία, όπου περιγράφεται ως συνακόλουθο μίας φιλίας από τα πανεπιστημιακά έδρανα, που μεταμορφώθηκε σε σχέση ζωής. Τελευταία ερωτική φίλη, “μία μητρική μορφή απελευθερωμένης σουφραζέτας”. Αυτή είναι η Τζούλια Τερέντσιο, που ελάχιστα προσφέρεται γι’ αυτό το ρόλο. Στάθηκε ο “οργανωτικός νους” του Συλλόγου «Ασκραίος», του οποίου την ίδρυση, ο Θεοδωρόπουλος παρουσιάζει σαν προσωπικό άθλο του Συκουτρή. Στόχος να δοθεί ακόμη ένας μυθολογικός χαρακτηρισμός στον ήρωα, Ορφέας αλλά και Προμηθέας.
Τα ερωτικά του Συκουτρή, ο Θεοδωρόπουλος τα συμπληρώνει, συνοψίζοντας ό,τι αποκαλεί “αστικούς μύθους της υστεροφημίας” του ήρωά του: “Ερωτική ανικανότητα.” “Είτε το σώμα του τον πρόδιδε, είτε εντέλει κριτής της ερωτικής του συμπεριφοράς ήταν η απωθημένη ομοφυλοφιλία του. Τόσο απωθημένη και τόσο καλά κρυμμένη, όσο η ποίησή του, αφού δεν κάνει πουθενά την εμφάνισή της.” Για να καταλήξει: “Και γιατί όχι ο κλασικός συνδυασμός κατανάλωσης αγοραίου έρωτα, με την κατάθλιψη που συνεπάγεται, και εξιδανικευμένης «ρωμαντικής» σχέσης;” Ο Συκουτρής του Θεοδωρόπουλου δεν είναι ο Συκουτρής της Βιογραφίας, ούτε των δυο τόμων της δημοσιοποιημένης επιστολογραφίας του, ούτε καν των γραπτών του. Αυτό είναι προφανές από τις ελάχιστες περικοπές από τα δημοσιεύματά του, που παραθέτει, όλες από τις πρώτες σελίδες στα «Επιλεγόμενα εις το έργον τού Th. Zielinski. Ημείς και οι Αρχαίοι». Καμία, λ.χ., από το «Εκλογή έργων», το οποίο εσφαλμένα αναφέρεται ως εξαντλημένο. Είναι μάλλον προφανές πως ο συγγραφέας το αρχέτυπο, που τον γοητεύει, το είχε έτοιμο, το κατάλληλο πρόσωπο αναζητούσε. Ο Συκουτρής προσφερόταν. Αρκεί να επιλεγούν από τον μυθιστοριογράφο-συγγραφέα οι κατάλληλες ψηφίδες. Κάπως έτσι πλάθεται ο “μικρός Έλληνας”, δεινός ρήτορας, με το παρωνύμιο Αντιφών, που, με “τη δύναμη της φωνής του”, έρχεται αντιμέτωπος με τους Μεγάλους. Κάτι σαν τον “μικρό ήρωα”, που θα πάρει με την αυτοχειρία του διαστάσεις τραγικού ήρωα.
Γι’ αυτό και στο “αφήγημα” παραλείπονται σημαντικές βιογραφικές συνιστώσες. Για παράδειγμα, χάριν “αφηγηματικής οικονομίας”, όπως διατείνεται ο Θεοδωρόπουλος, αντιπαρέρχεται την διετή παραμονή του Συκουτρή στην Κύπρο και την πενταετή στην Γερμανία, τόσο σημαντικές, ιδίως η δεύτερη, στην ιδεολογική του διαμόρφωση. Γενικότερα, καθώς ο συγγραφέας επιζητά να δείξει την ηρωική μοίρα ενός απόβλητου, παρακάμπτει τις παρέες, όπως την φοιτητική εκδρομικού χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον Τατάκη, ωστόσο, η στάση εκείνης της παρέας απελευθέρωσε τον Συκουτρή από τον γλωσσικό του δογματισμό. Από “αδυσώπητο οπαδό του Κόντου, άρα φανατικό καθαρευουσιάνο”, και υποστηρικτή της άποψης, πως “η δημιουργική δύναμη του ελληνικού πνεύματος σταμάτησε στον 4ο π.Χ. αιώνα”, τον έστρεψε στους βυζαντινούς χρόνους και τον νεοελληνικό πολιτισμό. Αντιθέτως, στο βιβλίο του Θεοδωρόπουλου, προς συμπλήρωση του προφίλ ενός απόβλητου, επαναλαμβάνεται ο εθισμός στα βαρβιτουρικά. Δύο ήταν τότε τα γνωστά, το λουμινάλ και το βερονάλ.
Ο τίτλος του “αφήγηματος” δείχνει, πως περισσότερο από το πρόσωπο τον ενδιαφέρει η αυτοκτονία του, όπως άλλωστε το δηλώνει. Ο τίτλος του δέκατου και τελευταίου κεφαλαίου είναι “Γιατί αυτοκτόνησε ο Ιωάννης Συκουτρής;” Ωστόσο, ούτε αυτός, ούτε ο Βιογράφος δίνουν παραπομπή του πότε και από ποιον δημοσιεύθηκε η πληροφορία ότι ο θάνατος δεν οφειλόταν σε ανακοπή, αλλά ότι επρόκειτο για αυτοκτονία με ισχυρή δόση βερονάλ. Το αναφέρουμε και ως παράδειγμα των ελλείψεων της Βιογραφίας, καθώς ο Αλικανιώτης, όπως διευκρινίζει στον Πρόλογο της Βιογραφίας, παραθέτει και φανταστικά στοιχεία. Ένα από αυτά, η επιστολή του 1918, την οποία υποτίθεται πως έστειλε ο Συκουτρής από τα Καρδάμυλα στη Σμύρνη, στον εκδότη του περιοδικού «Αμάλθεια», Σωκράτη Σολωμονίδη, εξιστορώντας το θάνατο της εξαδέρφης του. Αποσπάσματα της επιστολής παραθέτει ο Θεοδωρόπουλος στο κεφάλαιο που αφιερώνει στο ειδύλλιο. Παίζει με δάνειο ψευδοϊστορικό στοιχείο ή το εκλαμβάνει, εκ παραδρομής, για πραγματικό;
Το “αφήγημα”, καθώς συμβαίνει και σε άλλα βιβλία του Θεοδωρόπουλου, συνιστά μια πλάγια έκθεση της δικής του ιδεοπολιτικής θέασης του 20ου αι. Γι’ αυτό, ακολουθεί τον τρόπο, που καταρτίζονται τα αναπεπταμένα χρονολόγια, όπου, παράλληλα με τις χρονολογίες του κυρίως θέματος, δίνονται οι αντίστοιχες γενικότερες ιστορικές συντεταγμένες. Το “αφήγημα” προβάλλει κάθε περίοδο του βίου του Συκουτρή στο ελληνικό και ευρωπαϊκό φόντο. Να σημειώσουμε, πως, σε αυτά τα τμήματα του “αφηγήματος”, επιδεικνύει μεν μετα-αναθεωρητική στάση, η οποία, όμως, σε σύγκριση με εκείνη άλλων ομότεχνών του, θα χαρακτηριζόταν μετριοπαθής. Δεδομένης και της αρχαιογνωσίας του Θεοδωρόπουλου, θα μπορούσε να μείνει πιστότερος στο πρόσωπο, που θα σήμαινε να αποδεχθεί ως ήρωα έναν πιο ανθρώπινο, λιγότερο αγλαϊσμένο Συκουτρή. Με άλλα λόγια, να μην ενδώσει ως αυτόν το βαθμό στις συγγραφικές του ευκολίες.

Μ. Θεοδοσοπούλου