Μυθοπλασίες του πραγματικού

Στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, οι εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν ταυτοχρόνως σχεδόν τρία βιβλία που με κάποιο τρόπο συνδέονται μεταξύ τους και μας δίνουν μια ευκαιρία ενός συνολικότερου προβληματισμού γύρω από τη σχέση της λογοτεχνίας με την ιστορία και τις κοινωνικές επιστήμες. Τα τρία βιβλία, το καθένα εκ των οποίων διεκδικεί διαφορετικό ειδολογικό στάτους είναι: το δοκίμιο του γαλλοεβραίου ιστορικού Ιβάν Ζαμπλονκά «Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία», που στον υπότιτλό του αξιώνει το ρόλο ενός μανιφέστου για τις κοινωνικές επιστήμες, το μυθιστόρημα του ίδιου «Λετισιά», που κέρδισε αρκετά βραβεία στη Γαλλία, μεταξύ των οποίων και το βραβείο Μυθιστορήματος Medicis, και ένα ελληνικό βιβλίο, γραμμένο από τη Ρίκα Μπενβενίστε (μεταφράστρια του δοκιμίου του Ζαμπλονκά) με τον τίτλο «Λούνα», που, με τη σειρά του, στον υπότιτλό του αυτοχαρακτηρίζεται δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας.

Πίσω από αυτά τα βιβλία θα μπορούσε να διακρίνει κανείς μια σειρά από ενδιαφέροντα νήματα. Τα δύο από αυτά έχουν ως τίτλο ένα γυναικείο όνομα και μια πρωταγωνίστρια για την ιστορία της οποίας και στις δύο περιπτώσεις παίζει σημαντικό ρόλο τόσο το φύλο όσο και η κοινωνική καταγωγή. Και οι δύο συγγραφείς είναι εβραϊκής καταγωγής και η ταυτότητα αυτή παίζει σημαντικό ρόλο στο έργο τους και στα συγκεκριμένα ή άλλα βιβλία τους. Στο βάθος του πλάνου, θα βρούμε το αμετάφραστο προς το παρόν στα ελληνικά βιβλίο του Ζαμπλονκά «Ιστορία του παππού και της γιαγιάς που δεν γνώρισα», συμπληρωματικό του δοκιμίου του, ή με άλλα λόγια πρακτική υλοποίηση αυτού που υποστηρίζει θεωρητικά στο «Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία», αλλά και το βιβλίο της Μπενβενίστε «Αυτοί που επέζησαν», που και πάλι εστιάζει σε οικογενειακές ιστορίες και αναδιφά σε αρχεία και μαρτυρίες Θεσσαλονικιών Εβραίων επιζώντων της Σοά.
Και τα τρία είτε προσεγγίζουν πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα, του παρόντος ή του παρελθόντος, προκειμένου να αναπτύξουν αφενός μια αφήγηση, αφετέρου ένα θεωρητικό προβληματισμό και μια ερευνητική υπόθεση, είτε δίνουν έμφαση στην ιστορική έρευνα σύγχρονων ιστορικών γεγονότων ως προνομιακού τρόπου για την προσέγγιση της αλήθειας.

Λογοτεχνία και κοινωνικές επιστήμες

Ας επανέλθουμε όμως στον κεντρικό προβληματισμό, δηλαδή στη σχέση της επιστήμης (ιστορικής ή κοινωνιολογικής) με τη λογοτεχνία. Η σχέση αυτή δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα καινούργιο αντικείμενο προβληματισμού. Θα μπορούσε να βρει κανείς την αφετηρία της στην Ιστορία του Ηρόδοτου (όπως την εξετάζει και ο ίδιος ο Ζαμπλονκά), αλλά και στο ρεαλισμό ή το νατουραλισμό της πεζογραφίας του 19ου αιώνα, στη λογοτεχνία-ντοκουμέντο που εγκαινιάζει το «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε, σε πολύ σύγχρονούς μας συγγραφείς όπως ο γερμανός Β. Γκ. Ζέμπαλντ ή στην πρόσφατη βράβευση με το Νόμπελ της Σβετλάνα Αλεξίεβιτς και του διαλόγου που αναπτύχθηκε γύρω από αυτήν. Θα μπορούσε να την δει επίσης στη μεταστρουκτουραλιστική ή μεταμοντέρνα «γλωσσική στροφή» των ανθρωπιστικών επιστημών και στη «λατρεία» του κειμένου, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν την ιστορική ή την κοινωνιολογική έρευνα η φεμινιστική ή η queer θεωρία φέρνοντας στην επιφάνεια το προσωπικό αρχείο και τις ιστορίες καθημερινών ανθρώπων και αντλώντας από αυτά παρατηρήσεις και στοχασμό που άπτονται των κοινωνικών επιστημών.
Αν ο λογοτεχνικός και ο επιστημονικός λόγος έχουν στην αυγή της ιστορίας τους κοινή μήτρα και αποκτούν διακριτά όρια τον 19ο αιώνα, οι τελευταίες δεκαετίες –ίσως, ο τελευταίος αιώνας– έχουν καταστήσει αυτά τα όρια και πάλι θολά, όχι μόνο για τη λογοτεχνία, αλλά και για την τέχνη.
Απ’ αυτή την άποψη το «μανιφέστο» του Ζαμπλονκά, πέρα από τον αξιέπαινο στόχο μιας ιστορίας που θα διαβάζεται με απόλαυση, θα αξιοποιεί στοιχεία λογοτεχνικού ύφους, ρητορικής και αφηγηματικών τεχνικών, και παρά την ενδιαφέρουσα και τεκμηριωμένη ιστορική αναδρομή όσον αφορά τη σχέση ιστορίας και λογοτεχνίας μέσα στους αιώνες, έχει μια σειρά από θολά σημεία, προβλήματα ή και αφελείς παραδοχές. Το κυριότερο είναι πως για τον Ζαμπλονκά δεν φαίνεται να είναι καν σαφές τι ακριβώς είναι η λογοτεχνία και άρα με ποιον τρόπο η ιστορία θα μπορούσε να διεκδικήσει ένα στάτους «σύγχρονης λογοτεχνίας». Ανάμεσα σε δύο διαφορετικά επιχειρήματα –από τη μια η αναγνωστική απόλαυση, από την άλλη η προσέγγιση της αλήθειας– ο στόχος του Ζαμπλονκά χάνει την ευκρίνειά του. Η λογοτεχνία έχει εξίσου με τις ανθρωπιστικές επιστήμες την αξίωση να πει την αλήθεια του κόσμου – ανεξαρτήτως του αν καταφεύγει στη μυθοπλασία ή όχι. Και ο επιστημονικός λόγος, ενίοτε ακόμη και μέσα στην κάπως γραφειοκρατική παραγωγή «papers», μπορεί να αξιώνει την αναγνωστική απόλαυση χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε οποιουδήποτε είδους μυθοπλασία. Η δε γαλλική θεωρία, σε όλες τις εκφάνσεις της, αξιοποιεί πάντα τη ρητορική και το ύφος και επιδιώκει την απόλαυση του κειμένου ανεξαρτήτως του είδους του.

Το εγώ του ερευνητή

Η θέση του Ζαμπλονκά όσον αφορά την ανάδυση του εγώ του ερευνητή μέσα στο επιστημονικό κείμενο –και ως υπονόμευση μιας αμφιλεγόμενης επιστημονικής αντικειμενικότητας– επίσης δεν είναι καινούργια. Έχει υποστηριχθεί και αξιοποιηθεί όχι μόνο από φεμινίστριες και queer θεωρητικούς, αλλά και από δομιστές και μεταδομιστές επιστήμονες, με ζητούμενο πάντα τον αναστοχασμό ως προς τις προπαραδοχές και τη θέση αυτού του υποκειμένου εντός της έρευνάς του. Αντίθετα με αυτές τις αναστοχαστικές πρακτικές που δεν εξαλείφουν το «εγώ» του ερευνητή, αλλά το θέτουν διαρκώς στη δοκιμασία ενός αυτοελέγχου, ο Ζαμπλονκά στη «Λετισιά» κάνει πολύ συχνά υπερερμηνείες και αποδίδει στα πρόσωπα της ιστορίας του σκέψεις και προθέσεις που διεκδικούν καθεστώς αληθείας χωρίς αυτό να προκύπτει από τα στοιχεία της έρευνάς του. Από αυτή την άποψη τα βιβλία της Αλεξίεβιτς, πολυφωνικές συλλογές μαρτυριών, είναι πολύ πιο λογοτεχνικά από τη «Λετισιά», όπως τα μυθιστορήματα-δοκίμια του Ζέμπαλντ «κάνουν» ταυτοχρόνως λογοτεχνία και ιστορία, χωρίς να χρειάζονται μανιφέστα ή διακηρύξεις εκσυγχρονισμού είτε της μιας είτε της άλλης. Στην άλλη πλευρά, οι πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις στο «La misere du monde» και η επιστημονική ανάλυση που τις ακολουθεί, διαθέτουν και αφηγηματικές αρετές και υποστηρίζουν την κοινωνική έρευνα. Αντίθετα η προσπάθεια του Ζαμπλονκά να φέρει στο φως τη ζωή της Λετισιά, κόντρα στους δημόσιους λόγους που αναπτύχθηκαν γύρω από αυτήν μετά το θάνατό της, αφήνει θολά τα όρια μεταξύ τους λογοτεχνίας και κοινωνικής επιστήμης σε βάρος και των δύο.

Η ιστορία μιας φτωχής θεσσαλονικιάς Εβραίας

Η Ρίκα Μπενβενίστε δεν διεκδικεί με τον ίδιο τρόπο τη σύζευξη λογοτεχνίας και ιστορίας αφηγούμενη την ιστορία της Λούνας, της Θεσσαλονικιάς Εβραίας που επέζησε από τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η ίδια χαρακτηρίζει το βιβλίο της «δοκίμιο ιστορικής βιογραφίας» και αποτολμά να προσεγγίσει μια ζωή απ’ αυτές που περνούν απαρατήρητες ακόμα και σε εποχές συνταρακτικών ιστορικών γεγονότων, που χάνονται κατά κάποιον τρόπο μέσα στο πλήθος. Μια φτωχή Εβραία, που με την ιστορία της υπονομεύει τα στερεότυπα των αντισημιτικών αφηγήσεων, που υφίσταται τα φρικτά πειράματα των ναζί, που συνεχίζει τη ζωή της ανέστια και ενδεής στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη, αποτελεί το κέντρο μιας αφήγησης που αξιοποιεί αρχειακό υλικό και εξιστορεί κι άλλες ζωές που πέρασαν δίπλα από τη δική της. Ακολουθώντας τη φόρμα και τις προδιαγραφές της μικροϊστορίας, η Μπενβενίστε διαβάζει αρχεία, συλλέγει μαρτυρίες, παρακολουθεί τη ζωή ολόκληρης της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και το Ολοκαύτωμα. Η Λούνα της όμως παραμένει σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου μια σκιά, την αφηγείται χωρίς σχεδόν ποτέ να την πλησιάσει από πολύ κοντά, χωρίς να την δει καθαρά στην ενικότητά της, και ίσως αυτό είναι κάτι που λείπει εν τέλει από τη βιογραφία της. Ενίοτε δε η αφήγηση λογοτεχνίζει λίγο παραπάνω από το δέον, επιδιώκοντας μια καλλιέπεια που δεν την χρειάζεται η ιστορία της.

Έφη Γιαννοπούλου