Μύθος και παραμύθι με βαθιά ανθρωπιά

Μιχάλης Μακρόπουλος, “Τσότσηγια & Ω’μ”, εκδόσεις Κίχλη, 2017

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος, εκτός από χαλκέντερος μεταφραστής με πολλούς και σημαντικούς τίτλους στο βιογραφικό του, τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου έχει καταθέσει στην πεζογραφία μας περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία για ενήλικες και για παιδιά. Όσον αφορά τα βιβλία για ενήλικες, αν η πρώτη περίοδος του Μακρόπουλου ήταν στραμμένη κυρίως προς τη λογοτεχνία του φανταστικού ή την ιστορία μυστηρίου, τα βιβλία που εκδίδει από τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 2000 στρέφονται προς μια αρκετά διαφορετική κατεύθυνση, προς μια πεζογραφία ρεαλιστική που εστιάζει στη ζωή της ελληνικής επαρχίας, ή μάλλον κατά κάποιον τρόπο ακολουθεί τη μετακίνηση του συγγραφέα από την πρωτεύουσα [«Η άδεια καρέκλα» (2007) ως τέλος του αστικού ονείρου] προς την επαρχία [«Σπουργίτω και Γκράχαμ» (2012) και «Το δέντρο του Ιούδα» (2014)], τη Λευκάδα, τόπο μόνιμης κατοικίας του ίδιου και της οικογένειάς του, και το Δελβινάκι Πωγωνίου Ηπείρου, τόπο με τον οποίο αποκτά όλο και βαθύτερη σχέση ο Μακρόπουλος αφήνοντάς τον να εποικήσει ολοκληρωτικά σχεδόν το δημιουργικό του έργο. Στο τελευταίο του βιβλίο, ωστόσο, χωρίς να εγκαταλείπεται ριζικά το ρεαλιστικό στοιχείο αναγνωρίζουμε μια σειρά από νέα στοιχεία στη γραφή του.

 

Οι δύο νουβέλες του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα με το διπλό τίτλο «Τσότσηγια & Ω’μ» από τις εκδόσεις Κίχλη αντλούν τρόπους και υλικό από το ανεξάντλητο, οικουμενικό απόθεμα του μύθου. Τρόπους κυρίως στην «Τσότσηγια», την πρώτη νουβέλα του βιβλίου, που διαθέτει ένα απολύτως ρεαλιστικό υπόβαθρο και επιλέγει να το δουλέψει πάνω στη φόρμα του παραδοσιακού παραμυθιού· υλικό μάλλον στη δεύτερη νουβέλα, τον «Ω’μ», που μας γυρίζει στην εποχή των σπηλαίων, στην οριακή στιγμή του εξανθρωπισμού των πιθηκοειδών (;) μέσα από δύο ψυχικούς δρόμους, τη συνείδηση του θανάτου και τη γένεση της τέχνης και της αφήγησης. Και πάλι το τραχύ τοπίο της Ηπείρου φαίνεται να αποτελεί πηγή έμπνευσης, ρητή στην πλοκή και την ιστορία της «Τσότσηγια», περισσότερο υπαινικτική στον «Ω’μ» – που ωστόσο, πρέπει να το ομολογήσω, διαβάζοντας τις πρώτες προτάσεις του αναρωτήθηκα προς στιγμήν αν ο άντρας που αφήνουν πίσω τους οι σύντροφοί του ανήκε σε κάποια ομάδα μεταναστών που περνούσε τα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας.

Μια τρομαγμένη γυναίκα

Η «Τσότσηγια» είναι ένα παραμύθι γραμμένο για μια τρομαγμένη γυναίκα, την Κατερίνα, που έρχεται από τους Αγίους Σαράντα όταν ανοίγουν τα σύνορα και υποχρεώνεται σε μια σκληρή ζωή. Τρόμος η ζωή «μέσα», στην Αλβανία, τρόμος όμως κι εδώ όπου η δεκαεννιάχρονη Κατερίνα θα παντρευτεί έναν άντρα 26 χρόνια μεγαλύτερό της, χήρο με δύο γιους, και θα βρεθεί να ζει, αυτή κι η φοβισμένη της ψυχή, στον πύργο τριών δράκων, που για να τον αντέξει θα αναζητήσει καταφύγιο στο παραμύθι, κι έτσι θα ξετυλίξει και το νήμα της αφήγησής του.
Η Κατερίνα είναι μια γυναίκα σε ανάγκη, πάμπτωχη, «καματερή κι αγόγγυστη», θεοσεβούμενη με τρόπο ίσως κάπως παγανιστικό, που βρίσκεται έρμαιο της αντρικής βαναυσότητας, ακριβώς επειδή είναι ξένη, μόνη, αδύναμη, γυναίκα. Έρμαιο της βίας του συζύγου, αλλά και των γιων του, περισσότερο του μεγαλύτερου, λιγότερου του μικρότερου και πιο ευαίσθητου, υπομένει τις σεξουαλικές ορέξεις του άντρα της, σαν μια παραβίαση κατά τη διάρκεια της οποίας εκείνη αποσύρεται στα βάθη του κορμιού της για να το ξανακατοικήσει μόλις αυτός ολοκληρώσει. Η γέννηση της Τσότσηγια, ενός μικροσκοπικού κοριτσιού, για το οποίο η Κατερίνα θα φτιάξει ένα θαυμαστό παλάτι μέσα στο μαγειρειό, θα αλλάξει τη ζωή της Κατερίνας, και το παραμύθι με τους δράκους που ήταν μέχρι τότε η ζωή της, θα γίνει παραμύθι πραγματικό, γύρω από τη ζωή της Τοσοδούλας της. Ο Μακρόπουλος συνταιριάζει τη μαγική αφήγηση του παραμυθιού με τη ρεαλιστική εξιστόρηση των γεγονότων που σημαδεύουν τη ζωή της οικογένειας της Κατερίνας, για να οδηγήσει τις δύο ηρωίδες του, μάνα και κόρη, σε μια ηρωική έξοδο από το σπίτι των δράκων, των τεράτων, και σε μια πορεία εξουθενωτική μέσα στο χιόνι, που θα τελειώσει με μια συνάντηση που μπορεί να σημαίνει εξίσου θάνατο κι ανάσταση, τέλος και νέα ζωή.
Τα παραμύθια είναι έτσι κι αλλιώς συχνά βίαια, τρομακτικά, η λειτουργία τους είναι ακριβώς αυτή, μέσα από τη μαγική τροπή της αφήγησης να ξορκίσουν τους φόβους και να διώξουν τους εφιάλτες. Στην «Τσότσηγια» ο Μακρόπουλος μπολιάζει το παραμύθι του με τη βία της πραγματικής ζωής, με την ενδοοικογενειακή βία, είτε ως κακομεταχείριση της ξένης γυναίκας, είτε ως βία μεταξύ των ανδρών, ενώ το υφαντό της φαντασίας και του παραμυθιού τής δίνουν μια άλλη διάσταση.

Μορφές σκαλισμένες στο βράχο

Στον «Ω’μ», τη δεύτερη νουβέλα του βιβλίου, ο συγγραφέας μας γυρίζει πίσω, στην αρχή του κόσμου, στη στιγμή που ο άνθρωπος αποκτά την ανθρώπινη ιδιότητά του, ενώ δίπλα του ακόμη κατοικούν ζώα, οι ρωμαλέοι άνθρωποι (μια πιο πρωτόγονη μορφή ζωής), και ζωόμορφοι θεοί. Κι ο εξανθρωπισμός αυτός γίνεται πρώτα μέσα από τη συνείδηση του θανάτου («Ένιωθαν το θάνατο, δεν ήταν ζώα» είναι η πρώτη φράση της νουβέλας), κι έπειτα μέσα από την αφήγηση, αφήγηση που ξεδιπλώνεται είτε μέσα από τις μορφές που σκαλίζει ο Ω’μ στους βράχους της σπηλιάς όπου περνά ένα χειμώνα, είτε μέσα απ’ τις ιστορίες που μοιράζονται οι πρώτοι άνθρωποι γύρω από τη φωτιά.
Ο Ω’μ εγκαταλείπεται, στην αρχή της νουβέλας, πληγωμένος, σε μια σπηλιά, από συντρόφους που είναι βέβαιοι πως δεν θα καταφέρει να γλιτώσει από το θάνατο. Κι όμως τα καταφέρνει, περνάει ένα χειμώνα παλεύοντας με την πείνα και το θάνατο (που τον φαντάζεται μισό άνθρωπο και μισό αίγαγρο), συμβιώνοντας για ένα διάστημα με τους «ρωμαλέους ανθρώπους», ζωγραφίζοντας μες στη σπηλιά του ολοζώντανες μορφές, που μοιάζουν έτοιμες να ζωντανέψουν και να χιμήξουν σ’ όποιον τις αντικρίζει.
Στον «Ω’μ» ο Μακρόπουλος γυρίζει πίσω στην αυγή του κόσμου, αναζητώντας τις στιγμές που αναδύεται η τέχνη, η αφήγηση ιστοριών, η μεταφυσική σκέψη, τις στιγμές που οι άνθρωποι μαθαίνουν να εκτιμούν τη σοφία και την εξυπνάδα εξίσου ή και περισσότερο από τη φυσική ρώμη, τη σβελτάδα ή την ταχύτητα, που μαθαίνουν να σέβονται και να τηρούν κανόνες (κάποια στιγμή οι σύντροφοι του Ω’μ θα αποφασίσουν πως δεν πρέπει να σκοτώνουν τα γκαστρωμένα θηλυκά ζώα). Αυτήν τη διαδικασία εξιστορεί ως ιστορία της ζωής του ο γερο-Σακάτης Ω’μ, τη διαδικασία εξανθρωπισμού, εκπολιτισμού, την ώρα που ακόμη μαίνεται δίχως ανάπαυλα η μάχη με την αδάμαστη φύση. Δεν είναι μακριά ο σκεπτόμενος άνθρωπος από τους ρωμαλέους ανθρώπους με τα ονόματα που μοιάζουν άναρθρες κραυγές. Όπως δεν είναι μακριά ο ρωμαλέος άνθρωπος από το ζώο, και με τον ίδιο τρόπο τους φέρονται οι σύντροφοι του Ω’μ. Όπως δεν είναι μακριά το ζώο απ’ τον θεό-θάνατο, που άλλωστε έχει τη μορφή του. Όμως μέσα σ’ αυτή την εξελικτική πορεία γεννιέται και κάτι άλλο, ο σεβασμός προς τη ζωή, σ’ όποια μορφή της.

Αποκωδικοποίηση του μυθικού υλικού

Ο θάνατος του Ω’μ, στο τέλος της νουβέλας, μοιάζει να δηλώνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο το τέλος αυτού ακριβώς του δρόμου της εξέλιξης.
Οι δυο νουβέλες του τελευταίου βιβλίου του Μακρόπουλου σε πρώτη ανάγνωση μοιάζουν να μην έχουν ιδιαίτερη σχέση μεταξύ τους. Μια πιο προσεκτική ματιά όμως, θα έβλεπε πως τις συνδέει αυτή η λειτουργία της μαγικής σκέψης, της φαντασίας, που πάντα μετριέται με τη σκληρή και βάναυση πραγματικότητα, προσδίδοντας στον άνθρωπο λυτρωτική διέξοδο αλλά και την ανθρωπινότητά του. Μια σκηνή από την «Τσότσηγια», όταν η Κατερίνα βρίσκεται στην εκκλησία, χτυπημένη από το γιο του άντρα της, και χαϊδεύει τις μικρές ξυλόγλυπτες μορφές που ιστορούν την ιστορία του Αδάμ και της Εύας, συνδέει τον κόσμο της Τσότσηγια με τον κόσμο του Ω’μ, και με την «απροφύλαχτη γύμνια», την «εύθραυστη φύση» και τα «βάσανα» των ανθρώπων, απ’ την αρχή του κόσμου μέχρι σήμερα.
Η χρήση του μύθου και των τρόπων του παραμυθιού δημιουργεί μια αίσθηση ανοικείωσης για τον αναγνώστη, τον μεταφέρει σε έναν κόσμο μεταφυσικής, μαγείας, φαντασίας, αλλά και σ’ έναν κόσμο αφηγηματικό που έχει τους δικούς του κανόνες, τις δικές του παραδοχές. Ο συγγραφέας, διατηρώντας διαρκώς τη συνείδηση της κατασκευής του και υπενθυμίζοντάς αυτή την κατασκευή στον αναγνώστη του, τον καθοδηγεί στην αποκωδικοποίηση του μυθικού υλικού του. Αφήνοντας στο τέλος μια βαθιά επίγευση ανθρωπιάς.

Έφη Γιαννοπούλου