Να δούμε το φάρμακο ως θεραπευτικό εργαλείο

Η φαρμακευτική δαπάνη ν’ αποτελεί αποτίμηση των συνταγογραφικών επιλογών και εργαλείο διαμόρφωσης νέων συμπεριφορών.

Blister pack of pills. Remedy.

Του Τάκη Γεωργακόπουλου*

Μέχρι σήμερα, και σε όσες εκδηλώσεις έχω μετάσχει με τη θεσμική ιδιότητα του αντιπροέδρου του ΕΟΠΥΥ, ακούω το ίδιο «μότο»: Η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη κατά κεφαλή και ως ποσοστό του ΑΕΠ, δαπάνη για το φάρμακο.
Ειλικρινά εξοργίζομαι όταν το φάρμακο και τη χρήση του, τα μετράμε με «χρηματιστηριακή μεζούρα».
Σε αυτές τις συζητήσεις, όπου κατά κανόνα κυριαρχεί ο οικονομισμός, είναι αναμενόμενο να εστιάζονται οι συζητήσεις στους «δείκτες κατανάλωσης» των φαρμάκων κι όχι στην αναγκαιότητα τους ως θεραπευτικών εργαλείων του γιατρού, προς όφελος των ασθενών.
Φρονώ ότι η αποτίμηση της φαρμακευτικής δαπάνης πρέπει να αποτελεί αποτύπωση των συνταγογραφικών επιλογών και εργαλείο διαμόρφωσης νέων συνταγογραφικών συμπεριφορών των γιατρών.
Ως τώρα, συζήτηση για τις συνταγογραφικές επιλογές των γιατρών δεν έχω ακούσει να γίνεται, ή γίνεται πολύ περιορισμένα, ίσως επειδή δείχνει πιο «τζογαδόρικη» μία συζήτηση περί τα οικονομικά της υγείας, ανάγοντας έτσι τον όρο «φαρμακευτική δαπάνη» σε καθοριστικό παράγοντα κατανάλωσης των φαρμάκων, έως -θα ‘λεγα- και τροποποιητή της συμπεριφοράς των γιατρών.
Καταγράφει στην «Εποχή», 23/7/17 η Τζέλα Αλιπράντη, την άποψη του Δημήτρη Πανταζή, διευθύνοντα σύμβουλου του ΙΦΕΤ, πως «για πρώτη φορά δημιουργήθηκε επιτέλους μία επιτροπή για την παρακολούθηση της φαρμακευτικής δαπάνης… και συζητούν για θέματα που θα έπρεπε να είχαν λυθεί εδώ και 30 χρόνια στην Ελλάδα».
Σε συνέχεια αυτής της διατύπωσης, ας μου επιτραπούν κάποιες επισημάνσεις.
Στην Ελλάδα παρατηρείται, εδώ και χρόνια, μία εγγενής απροθυμία καταγραφής και αποτύπωσης της συμπεριφοράς και των θεραπευτικών επιλογών των γιατρών.
Παρατηρείται, επίσης, μία εγγενής (αλλά ετεροκαθοριζόμενη) απροθυμία ποιοτικού και ποσοτικού ελέγχου των φαρμακευτικών σκευασμάτων που χρησιμοποιούνται είτε στον ιδιωτικό, είτε στο δημόσιο τομέα υγείας.
Με δεδομένη την κατάσταση που επικρατεί στις θεραπευτικές επιλογές των γιατρών, πώς να αποτιμήσεις και σε τι θα ωφελήσει (μόνο) η αποτίμηση της φαρμακευτικής δαπάνης;
Θεραπευτικά πρωτόκολλα που να εφαρμόζονται αυστηρά μέσω του συστήματος συνταγογράφησης δεν υπάρχουν. Τώρα έγινε το πρώτο βήμα, από το υπουργείο υγείας, για τη συστηματική διαμόρφωσή τους.
Διαγνωστικά πρωτόκολλα που να αποτυπώνονται στον ηλεκτρονικό φάκελο του ασθενή, επίσης, δεν υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει ηλεκτρονικός φάκελος υγείας.
Έτσι, το να αποτιμάς μόνο την εξέλιξη και διακύμανση της φαρμακευτικής δαπάνης, μπορεί να είναι χρήσιμο δημοσιονομικά, αλλά φαντάζει ουτοπία αν θελήσουμε αυτή τη διαδικασία να τη μετατρέψουμε σε πολιτική συμπεριφοράς των γιατρών.
Ίσως θα έπρεπε να εστιάσουμε την προσπάθεια νέας πολιτικής φαρμάκου, εκεί όπου διαμορφώνεται ο νέος γιατρός και η συνταγογραφική του συμπεριφορά. Εμπειρία υπάρχει. Πολιτική τόλμη χρειάζεται, να «εκπαιδευτούν» συνταγογραφικά οι εκπαιδευτές των νέων γιατρών.
Διότι η ειδίκευση των νέων γιατρών πρέπει να γίνεται με επιστημονικό πρόγραμμα και κανόνες, με μεθοδικότητα και σεβασμό στον ασθενή, αλλά και στο δημόσιο χρήμα.

Κρατικός παρεμβατισμός στα φάρμακα

Κι έπειτα έρχεται η σειρά των μεγάλων συμφωνιών, όπως αυτή που «έκλεισε» πρόσφατα ανάμεσα στην επιτροπή διαπραγμάτευσης του ΕΟΠΥΥ και στη φαρμακευτική βιομηχανία για τα ακριβά φάρμακα της ηπατίτιδας.
Το ζητούμενο, όμως, σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο οι συμφωνίες, αλλά το πόσο έχει δυνατότητα το κράτος και η κυβέρνηση και το υπουργείο Υγείας και οι εποπτευόμενοι φορείς, όπως ο ΕΟΠΥΥ, να παρεμβαίνουν για λογαριασμό του κράτους και υπέρ των ασθενών σε τέτοια κρίσιμα ζητήματα. Η πράξη έδειξε πως υπάρχει η πολιτική βούληση να μπει σε τάξη η φαρμακευτική δαπάνη. Κι είναι μοναδική ευκαιρία, τώρα που ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί μοναδικό αγοραστή υπηρεσιών υγείας, να δρομολογηθούν διαδικασίες που θα αναδείξουν το ρυθμιστικό ρόλο του κράτους στην πολιτική του φαρμάκου και θα οδηγήσουν σε τιμές φαρμάκων προσιτές σε κάθε ασθενή. Διότι το φάρμακο δεν μπορεί να αποτελεί εμπορευματικό μέσο, αλλά εμπορεύσιμο θεραπευτικό μέσον, κοινωνικό εργαλείο στα χέρια του κάθε γιατρού.
Αυτή η πολιτική πρέπει να αποτελεί πάγια πολιτική κάθε κράτους, που θα καθορίζει τους όρους της αγοράς, αντί η αγορά να καθορίζει την πολιτική υγείας του κράτους.

Αξιολόγηση θεραπευτικών σκευασμάτων

Τα φάρμακα πρέπει να αξιολογούνται συνεχώς από εσωτερικούς κρατικούς μηχανισμούς και στη φάση της κατανάλωσής τους, στην περίοδο της διάθεσής τους στους ασθενείς, κι όχι μόνο πριν την αδειοδότησή τους.
Αυτή η διαδικασία ελέγχου πρέπει να αφορά σε κάθε σκεύασμα με θεραπευτική ένδειξη και χρήση.
Τέτοια σκευάσματα αποτελούν και τα λεγόμενα Σκευάσματα Ειδικής Διατροφής (ΣΕΔ) που έχουν κατακλύσει την αγορά τα τελευταία χρόνια, χωρίς, ωστόσο, να υφίστανται κανένα ποιοτικό έλεγχο ως προς το περιεχόμενο και τη θεραπευτική δράση τους.
Κυκλοφορούν στην αγορά με γνωστοποίηση εμπορίας στον ΕΟΦ και έπειτα διεκδικούν αποζημίωση από τον ΕΟΠΥΥ.
Τώρα είναι ίσως η ευκαιρία αλλαγής πολιτικής και αναδιαμόρφωσης της αγοράς υγείας, με στόχο να ξεκαθαριστεί τι είναι πραγματικά χρήσιμο ως θεραπευτικό είδος. Σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια ο ΕΟΦ πρέπει, και μπορεί, να παίξει σημαντικό ρόλο, με την τεχνογνωσία που διαθέτει στον προσδιορισμό της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας αυτών των σκευασμάτων.
Κι η Ελλάδα, ταυτόχρονα, πρέπει να παρέμβει πιο βαθιά, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκεί όπου διαμορφώνονται οι πολιτικές διακίνησης και εμπορίας των διατροφικών σκευασμάτων, αλλά και των λεγόμενων συμπληρωμάτων διατροφής, υπαγορευμένες κυρίως από την ίδια τη βιομηχανία που παράγει αυτά τα σκευάσματα. Τέτοια παρέμβαση της χώρας μας μπορεί και να οδηγήσει σε σύγκρουση με επιχειρηματικά συμφέροντα, αλλά αξίζει να την τολμήσουμε γιατί θα αναδείξει ό,τι κρύβεται πίσω από αυτή τη βιομηχανία, που επιβαρύνει δίχως ουσιαστικό θεραπευτικό ή διατροφικό όφελος τα δημοσιονομικά μιάς χώρας.
Μία τέτοια σύγκρουση απαιτεί να είμαστε (και είμαστε) προετοιμασμένοι επιστημονικά, αλλά και πολιτικά, και το όφελος που θα πετύχουμε θα είναι πολλαπλάσια κοινωνικό από το διαφημιζόμενο (σαν) «θεραπευτικό».

* γιατρός, αντιπρόεδρος ΕΟΠΥΥ