ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ 14

Μόιρα Ντάβεϊ
Προσωπογραφία/Τοπίο + Γαμήλιος βρόχος

Με δύο έργα, ένα βίντεο και μια εγκατάσταση, συμμετέχει στην Ντοκουμέντα η γεννημένη, το 1958, Καναδή καλλιτέχνις Μόιρα Ντάβεϊ (Moyra Davey) που ζει και δουλεύει στη Νέα Υόρκη. Από το 1990 δημιουργεί τα έργα της με φωτογραφίες, κείμενα, αντικείμενα καθημερινής χρήσης όπως χαρτιά, βιβλία, φλιτζάνια του καφέ, νομίσματα, ακόμα και τη σκόνη που τα περιβάλλουν.

Της Σοφίας Ξυγκάκη

Ενα από τα πρώτα διάσημα έργα της, η σειρά των «Copperheads»*, που προέκυψε ως ιδέα το 1987, με την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Ν. Υόρκης, αποτελείται από 100 φωτογραφίες πολύ κοντινών πλάνων νομισμάτων του ενός σεντ, όπου η οικεία εικόνα του Λίνκολν ή του όρους Ράσμορ παρουσιάζεται αλλοιωμένη, το νόμισμα έχει χάσει την ανταλλακτική αξία του, έχει μετατραπεί σε απλό αντικείμενο, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την ομορφιά και τη φθορά του από τα αμέτρητα χέρια που το έχουν αγγίξει.
Τα γραπτά της, οι πάμπολλες λογοτεχνικές αναφορές, η «συνομιλία» της με αγαπημένους της συγγραφείς, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Τολστόι, η Βιολέτ Λεντύκ, μεταξύ άλλων, συνυπάρχουν ισότιμα με τις φωτογραφίες, τα φιλμ και τα βίντεο.
Το 2011 παρουσίασε μια εγκατάσταση με τίτλο «Subways writers»: φωτογραφίες ανθρώπων βυθισμένων στο γράψιμό τους, που έχει τραβήξει στον υπόγειο σιδηρόδρομο της Ν. Υόρκης. «Εκατοντάδες φωτογραφίες και ούτε ένας, στον υπόγειο, δεν μου είπε “μα καλά, τι κάνεις;”, είχε σχολιάσει η Ντάβεϊ, «όλοι κοιτούσαν το κείμενό τους». Στο «Subways writers» είναι φανερή η αναφορά στον Γάλλο ντοκιμαντερίστα Κρις Μαρκέρ, με τις αντίστοιχες φωτογραφίες του στο μετρό του Παρισιού, και βέβαια η επιρροή της σπουδαίας Βελγίδας σκηνοθέτιδας Σαντάλ Άκερμαν, με τις σκηνές στον υπόγειο της Ν. Υόρκης, από την αυτοβιογραφική ταινία της «News from home», η οποία θα αποτελέσει και τον καμβά για το βίντεο που παρουσιάζεται στην Αθήνα.
Το έναυσμα για το βιβλίο της «Burn the Diaries», που κυκλοφόρησε το 2014, προήλθε από τον Βρετανό ποιητή Φίλιπ Λάρκιν, ο οποίος, ετοιμοθάνατος, φώναζε στη γυναίκα του «κάψε τα ημερολόγια», κι η Ντάβεϊ θέτει έτσι το ερώτημα σχετικά με την αλήθεια του (κάθε) ημερολογίου, ακόμα και αδημοσίευτου. Στο βιβλίο στοχάζεται γύρω από το έργο του Ζαν Ζενέ, αναπολώντας ταυτόχρονα στιγμές της δικής της ζωής. Η έκδοση περιλαμβάνει μια ταινία και μια εγκατάσταση με τις περίφημες mailers φωτογραφίες της, που ταχυδρομούνται μία-μία, χωρίς φάκελο, διπλωμένες ξεχωριστά, ξεδιπλώνονται και εκτίθενται με τα ονόματα των παραληπτών, τις σφραγίδες του ταχυδρομείου και τους αριθμούς φορτωτικής επάνω τους. Τα ίχνη από το ταξίδι, η απόσταση που διένυσαν, αποτελούν μέρος της έκθεσης.

Εσωτερικοί χώροι

Παρόμοια είναι και η δουλειά που παρουσιάζει στην Ντοκουμέντα.
Στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ), η εγκατάσταση, με τις 70 ταχυδρομημένες φωτογραφίες της, είναι άμεσα συνδεδεμένη με το βίντεο και αποτελείται από πορτρέτα οικείων της προσώπων και λίγα τοπία.
Το εξαιρετικό βίντεο με τίτλο «Wedding loop» (Γαμήλιος βρόχος) είναι ένας συνειρμικός μονόλογος της καλλιτέχνιδας και είναι εξ ολοκλήρου γυρισμένο σε εσωτερικό χώρο, στο σπίτι της. Τον εξωτερικό χώρο τον βλέπουμε μέσα από τα παράθυρα και τις φωτογραφίες στο iphone που η ίδια χειρίζεται. Η κάμερα κι όταν είναι «έξω» από το σπίτι, περιορίζεται αυστηρά στα βαγόνια του υπόγειου σιδηροδρόμου της Ν. Υόρκης. Η Ντάβεϊ, περιδιαβάζοντας στα δωμάτια, απαγγέλλει χαμηλόφωνα και μονότονα, με μια αίσθηση μελαγχολίας, την εξομολόγηση/δοκίμιο της.

Το ίχνος του συναισθήματος

Οι σκέψεις για την προετοιμασία του γάμου συμπλέκονται με τις εικόνες που παρουσιάζουν το παλιό νεκροταφείο της Καλκούτας και την αναφορά στην Τζούλια Μάργκαρετ Κάμερον, Βρετανίδα φωτογράφο του 19ου αιώνα, θεία της μητέρας της Βιρτζίνια Γουλφ. Φράσεις, όπως αυτή της Σιμόν Βέιλ, «συμβάλλουμε στη δημιουργία του κόσμου, αποδημιουργώντας τον εαυτό μας» ή της Έλενα Φερράντε που, στο «Η υπέροχη φίλη μου», αναρωτιέται αν το βιβλίο της τελικά είναι πράγματι κακό επειδή είναι καλά δομημένο, συνενώνονται με τις καλλιτεχνικές και προσωπικές αγωνίες της καλλιτέχνιδας, ακολουθώντας τη συνειδησιακή της ροή: για παράδειγμα, η ενθύμηση μιας σκηνής από την ταινία «Jeanne Dielman», της Σαντάλ Άκερμαν, όπου η Jeanne επαναφέρει ακαριαία τον γιο της στην «καταπιεστική συμβατότητα» της ζωής τους, όταν αυτός επιχειρεί με μια φράση του να την διαταράξει, οδηγεί την Ντάβεϊ να αναρωτηθεί για τη δική της στάση ως μητέρα.
Στην ερώτηση για την ισχυρή παρουσία κειμένων στα έργα της, απαντά με τα λόγια ενός άλλου, όπως το συνηθίζει, του Ερβέ Γκιπέρ, του Γάλλου συγγραφέα που πέθανε νέος, το 1991: «Η συγκίνηση και η φόρτιση που αισθάνεσαι όταν τραβάς μια φωτογραφία, στη συνέχεια, όσο πετυχημένη κι αν είναι αυτή, μεταλλάσσεται σε κάτι άλλο. Ενώ στα γραπτά μένει ένα ίχνος αυτού του συναισθήματος, γιατί το γράψιμο είναι μια μελαγχολική διαδικασία που μπορεί να συντηρήσει το αίσθημα της απώλειας».

Σημείωση
* Δύο σημασίες: Πολιτικό κίνημα στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος που, στη διάρκεια του Αμερικάνικου Εμφυλίου Πολέμου, είχε αντιταχθεί στον πόλεμο. Δηλητηριώδης όφις.

 

Μίριαμ Καν
11 έργα + 2 κείμενα

 

Αντίθετα από τη Μόιρα Ντάβεϊ, αλλά και άλλες φεμινίστριες καλλιτέχνιδες, των οποίων η αυτοαναφορικότητα και ο εξομολογητικός λόγος βρίσκεται στο κέντρο του έργου τους, η γεννημένη στη Βασιλεία της Ελβετίας, το 1949, Μίριαμ Καν (Miriam Cahn), ακολούθησε διαφορετική πορεία. Παρότι ανήκει στη γενιά των φεμινιστριών καλλιτέχνιδων που, τις δεκαετίες ’60 και ’70, παρουσίασαν τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις του κόσμου μας μέσα από το σώμα τους, η ίδια πλησιάζει τους νεοεξπρεσιονιστές, χρησιμοποιώντας παραδοσιακά υλικά, έντονα χρώματα, δημιουργώντας αλλόκοτες μορφές και παράδοξες μεταμορφώσεις.

Στρατευμένη φεμινίστρια, απευθύνεται στην ευαισθησία μας και όχι στις απόψεις μας, κι έχει χωρίσει τα θέματά της σε αντρικά και γυναικεία -το κρεβάτι, ας πούμε, είναι πάντα γυναικείο-, ενώ συχνά οι τίτλοι των πινάκων της αναφέρονται στην ωορρηξία και τον έμμηνο κύκλο. Αρχές της δεκαετίας του ’80, δημιούργησε με κάρβουνο πολλά εφήμερα έργα, σε δρόμους και κολόνες, καθώς και τους μνημειώδεις πίνακές της που έχουν ως θέμα τον πόλεμο.
Μέχρι το 1994, ζωγράφιζε μόνο ασπρόμαυρα έργα ενώ, στη συνέχεια, για τα πορτρέτα της χρησιμοποιεί λάδι και έντονα χρώματα. Όπως έχει πει, εμπνεύστηκε τα αντι-ρεαλιστικά χρώματα από την ταινία «Κόκκινη έρημος» του Μικελάντζελο Αντονιόνι. Κι αν ο σκηνοθέτης χρησιμοποιούσε το χρώμα όχι για να αποδώσει ρεαλιστικά τα πλάνα του αλλά για να παρουσιάσει μια ψυχική κατάσταση, η Καν τονίζει τη διαφορά ανάμεσα στην «πραγματική» εικόνα του κόσμου και την υποκειμενική της αντίληψη και εμπειρία. Στα έργα της βλέπουμε ανθρωπόμορφα δέντρα, μορφές που κάτω από μια διάφανη μπούρκα αποκαλύπτουν γυναικεία πρόσωπα και αντρικά σώματα, τονισμένα και παραμορφωμένα γεννητικά όργανα, ρουφηγμένα άφυλα πρόσωπα, με έντρομη έκφραση, σαν να έχουν επιζήσει από πυρηνικό όλεθρο.
Στη Ντοκουμέντα, στο Μπενάκη Πειραιώς, παρουσιάζει 11 από τα πιο διάσημα, ασπρόμαυρα έργα της, κυρίως της δεκαετίας του ’80, και 2 πολυσέλιδα κείμενά της, χαρακτηριστικό των οποίων είναι η επανάληψη και η χρήση μόνο πεζών γραμμάτων. Δυστυχώς, τα τελευταία είναι τόσο άβολα τοποθετημένα στο πάτωμα που αδυνατούμε να τα διαβάσουμε.

Σοφία Ξυγκάκη