Ξένοι, ανέστιοι, αναφομοίωτοι, μα και εκθαμβωτικά μοντέρνοι

Νικήτας Σινιόσογλου, “Αλλόκοτος ελληνισμός”, εκδ. Κίχλη, 2016

«[Ξ]ένος εγώ, ξένος πολύ· ένοιωθα κιόλα / μια αμφιβολία να με σιμώνει» γράφει ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο ποίημα «Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ.», εκφράζοντας έτσι το αίσθημα που κατακλύζει τον «εθνικό» αφηγητή του ποιήματος κατά τη διάρκεια της (χριστιανικής) κηδείας του αγαπημένου νέου. Ξένοι για τους συγχρόνους και την εποχή τους είναι και οι επτά αποκλίνοντες και αποσυνάγωγοι στοχαστές του «Αλλόκοτου ελληνισμού» του Νικήτα Σινιόσογλου. «Αλλόκοτοι», έκκεντροι, περιθωριακοί, αφορισμένοι αρκετοί από αυτούς από την επίσημη χριστιανική θρησκεία, σε διαρκή σχεδόν πόλεμο μαζί της, φορείς ενός παγανιστικού ή ριζοσπαστικού διαφωτισμού, αναζητούν ταυτότητα άλλοτε στα ερείπια, άλλοτε σε ιδέες φερμένες απ’ τη Δύση, οδηγώντας τες όμως στα όριά τους, υπηρετώντας μια προσωπική ακεραιότητα που δεν τους επιτρέπει ουδεμία παραχώρηση στη μεσότητα, στα κοινώς δεκτά και παραδεκτά. Έναν καβαφικό όρο, την αισθηματοποίηση, χρησιμοποιεί ο Σινιόσογλου ήδη απ’ το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, για να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο ο Κυριακός Αγκωνίτης, ένας flâneur avant la lettre, πασχίζει μέσα από την περιπλάνησή του στα ερείπια «να ξυπνήσει τους πεθαμένους». Flânερειπie και σουλατσοφία είναι οι όροι που κατασκευάζει ο Σινιόσογλου για τον Κυριακό, συνδέοντάς τον με τον μπενγιαμινικό πλάνητα και αναδεικνύοντας έτσι τις παλαιές και μυστικιστικές (κοινές) ρίζες της περιπλάνησης και της φιλοσοφίας.

 

Ο Κυριακός Αγκωνίτης είναι ο ένας από τους επτά ακραίους στοχαστές που μας παρουσιάζονται στον «Αλλόκοτο ελληνισμό» και οι οποίοι μοιράζονται σε δυο εμβληματικές και κρίσιμες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Οι τρεις πρώτοι (Κυριακός Αγκωνίτης, Πλήθων και Μάρουλλος Ταρχανιώτης) ζουν και δρουν λίγο πριν ή λίγο μετά την πτώση του Βυζαντίου το 1453, ενώ οι άλλοι τέσσερις λίγο πριν (Χριστόδουλος Παμπλέκης) και κυρίως αμέσως μετά (Θεόφιλος Καΐρης, Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, Κωνσταντίνος Σιμωνίδης) την Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Για να τους προσεγγίσει, ο συγγραφέας συνδέει τον καθένα τους με μια έννοια, αυτή που σφραγίζει τη σκέψη και τον τρόπο με τον οποίο διερεύνησαν αντίστοιχα τη νεοελληνική ταυτότητα, εναντιούμενοι στον κυρίαρχο λόγο και το πνεύμα της εποχής τους. Έτσι, κάθε κεφάλαιο έχει έναν διπλό τίτλο, από τη μια το όνομα του εκάστοτε στοχαστή, από την άλλη μια έννοια. Περιπλάνηση, ουτοπία, εκτοπισμός, βλασφημία, αίρεση, αλλόκοτο, ψευδολογία· καθεμιά και μια διαφορετική έκφανση της οριακής εμπειρίας των ιδεών, λειτουργεί ως κλειδί και ως αναστοχαστικό εργαλείο για την αναδίφηση που επιτελεί ο Σινιόσογλου στις απαρχές της ελληνικής νεωτερικότητας, δίνοντάς του τη δυνατότητα να συνδέσει την ιστορική έρευνα με τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη. Έτσι, ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» γίνεται ένα βιβλίο που ταξιδεύει «αναπόταμα» (αγαπημένη λέξη του συγγραφέα), τόσο απ’ το παρόν προς το παρελθόν, έχοντας ανά χείρας, δηλαδή, σύγχρονες έννοιες και κατηγορίες, όσο κι αντίθετα στο ρεύμα και στον συνήθη τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονται οι ακραίοι ετούτοι στοχαστές. Καθεμιά από τις επτά έννοιες θα γίνει η γέφυρα για να διαβαστούν οι επτά «αλλόκοτοι» πρωταγωνιστές ετούτης της μελέτης μέσα από αντίστοιχους σύγχρονους στοχαστές και φιλοσόφους. Έτσι, ο Σινιόσογλου θα διαβάσει τον Κυριακό Αγκωνίτη μέσα από τον Μπένγιαμιν, τον Πλήθωνα μέσα απ’ τον Σιοράν, τον Μάρουλλο Ταρχανιώτη μέσα από τον Ντενί ντε Ρουζμόν (και τη θεωρία του για τον ιδεόπλαστο έρωτα), τον Καΐρη μέσα απ’ τις αναλύσεις του Σταρομπινσκί για τον Ρουσό και του Σουτς για τον Δον Κιχώτη, τον Σοφιανόπουλο μέσα απ’ τις παρατηρήσεις του Φρόιντ για το Unheimliche (ανοίκειο ή αλλόκοτο), τον Σιμωνίδη υπό το φως της αγωνίας του Βιντγκενστάιν για την αλήθεια και το ψεύδος, ενώ παράλληλα ολόκληρο το βιβλίο το διατρέχει η σκέψη του Νίτσε και η προτροπή του «Να σκέφτεστε ως το έσχατο σημείο».

Τα όρια των κυρίαρχων προσεγγίσεων

Τι αναζητά ο Σινιόσογλου σ’ αυτές τις ακραίες εκδοχές της ελληνικής ιστορίας των ιδεών, σ’ αυτήν του τη διαδρομή στα άκρα, στις διανοητικές μεθορίους της; Ακόμη περισσότερο, όταν αναλαμβάνει αυτή τη διανοητική περιπέτεια με τρόπο που δεν συνηθίζεται στο ακαδημαϊκό μας πεδίο, δηλαδή χωρίς να προσπαθεί να μετριάσει την ακρότητα, να στρογγυλέψει τις ακμές, να αφομοιώσει στην κανονικότητα, αλλά το αντίθετο, αναδεικνύοντας ακριβώς τον άτοπο κι αναφομοίωτο χαρακτήρα της σκέψης και της διανοητικής διαδρομής των επτά πρωταγωνιστών του βιβλίου του; Αν είναι πολύτιμη η διανοητική χειρονομία του Σινιόσογλου, θαρρώ πως αυτό οφείλεται ακριβώς στο γεγονός πως η ελληνική ιστορία της σκέψης πάντοτε προτιμά να αναφέρεται στο κέντρο και τη μεσότητα, στην όποια ορθοδοξία, στην κυρίαρχη και συνήθως μετριοπαθή σκέψη, και να αποδίδει σχεδόν αποκλειστικά σ’ αυτές τη μορφή που απέκτησε μέσα στο χρόνο η ελληνική ταυτότητα. Αντίθετα, εδώ έχουμε μιαν αντίθετη κίνηση, η παρουσίαση των έκκεντρων κι εκκεντρικών αυτών μορφών, υπερβολικών και ενίοτε γκροτέσκων, μας δείχνει τόσο τα όρια των κυρίαρχων προσεγγίσεων, όσο και, ενίοτε, τα αίτια της αποτυχίας τους, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύει νήματα ετεροδοξίας ή ριζοσπαστικότητας και εντοπίζει τα δικά τους ίχνη σ’ αυτό που τελικά ορίζουμε ως νεοελληνική φυσιογνωμία. Οι επτά «άτοποι» και εκκεντρικοί στοχαστές του «Αλλόκοτου ελληνισμού» αποκαλύπτονται έτσι εκθαμβωτικά μοντέρνοι. Δεν φαίνεται τυχαίο που ο όρος «νεοελληνικός» εμφανίζεται για πρώτη φορά στα κείμενα του Σοφιανόπουλου, ούτε η επιμονή του να αυτοχαρακτηρίζεται «αλλόκοτος».
Αντιμέτωποι σχεδόν όλοι με ζητήματα που καθόρισαν την νεοελληνική ταυτότητα, όπως η σχέση με το αρχαίο παρελθόν, ο χριστιανισμός και η επίσημη εκκλησία ή η δεξίωση των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, αλλά και με την εμπειρία του εκτοπισμού, της εξορίας ή της νοσταλγίας και της επιστροφής στον τόπο της καταγωγής, υιοθετούν θέσεις ακραίες και ριζοσπαστικές, αμφισβητούν έννοιες όπως αυτές του κοινού νου και του ορθού λόγου, διερωτώνται ακόμη και για τη γλώσσα και τη σημασία των λέξεων, συχνά επινοούν δικές τους λέξεις και γλώσσα τολμηρά προσωπική, και εύλογα καταλήγουν να αποξενώνονται όλο και περισσότερο ακόμη κι από την κοινότητα στην οποία απευθύνονται. Μ’ αυτή την έννοια, οι περισσότεροι απ’ αυτούς μένουν μόνοι, εγκαταλελειμμένοι από μαθητές και φίλους, απόβλητοι και ανέστιοι, ανυποχώρητοι ωστόσο, φορείς μιας ηθικής ακεραιότητας που δεν συναλλάσσεται και δεν συνδιαλέγεται, αντιρρησίες δίχως δυνατότητα επιστροφής στον κοινό τόπο.

Μια άλλη εκδοχή του νεοελληνικού διαφωτισμού

Αντι-κειμενοκεντρικό, το βιβλίο του Σινιόσογλου μας προσφέρει μια άλλη εκδοχή του νεοελληνικού διαφωτισμού, φτωχού συγγενή κατά γενική ομολογία του ευρωπαϊκού στο επίπεδο της παραγωγής μεγάλων κειμένων. Ακριβώς επειδή δεν εστιάζει σε μεγάλα κείμενα, αλλά στη διανοητική περιπέτεια του βίου, στις υπερβολές και τις αντιφάσεις του, σε έριδες και αντιπαραθέσεις λυσσαλέες, σε είδη του γραπτού λόγου δευτερεύοντα, ευτελή ή περιφρονημένα, ο Σινιόσογλου επιτυγχάνει μια καταβύθιση σε μια πολύ πιο σκοτεινή ύλη της διανοητικής περιπέτειας που ορίζουμε ως νεοελληνικό διαφωτισμό. Το βιβλίο του επιχειρεί διαρκώς να βρει τα σημεία επαφής μεταξύ του εντός και του εκτός, μεταξύ του ατόμου και του οράματός του για την κοινωνία και τον κοινό βίο, μεταξύ του εγώ και της κοινότητας. Κι εκεί στο βίωμα αυτής της ακραίας αντίφασης μεταξύ ενός ανυποχώρητου εγωτισμού και ενός ριζοσπαστικού οράματος για τον κόσμο και την κοινωνία, αιρετικού ή συμπρακτορικού, σχισματικού σε κάθε περίπτωση, αναδεικνύεται η πολιτική διάσταση των στοχαστών των οποίων την περιπέτεια μας εξιστορεί ο Σινιόσογλου. Ή με τα λόγια του ίδιου του συγγραφέα: «Ό,τι μετριοπαθώς νομίζουμε πως είμαστε έλκει εν μέρει την καταγωγή του από τη λησμονημένη οριακότητα κάποιων άλλων».
Ο «Αλλόκοτος ελληνισμός» είναι ένα δοκίμιο που προσφέρει την αναγνωστική απόλαυση ενός λογοτεχνικού κειμένου. Η προσωπική εμπλοκή του συγγραφέα του στην περιπέτεια των «ηρώων» του βιβλίου, η υψηλή θερμοκρασία του κειμένου, η πλούσια και τολμηρή γλώσσα του, αναδεικνύουν τους επτά «αλλόκοτους» στοχαστές του σχεδόν σε πρωταγωνιστές μοντέρνων μυθιστορημάτων.

Έφη Γιαννοπούλου