Οι αγροτικές επαναστάσεις του 1917

Στη Ρωσία, το 1917, καθημερινοί άνθρωποι της αγροτιάς ανέλαβαν δράση για να ανοικοδομήσουν τον δικό τους κόσμο

octovriani

Της Σάρας Μπάντκοκ

Το 1917, οι αγρότες άλλαξαν τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Καθόρισαν τις απαντήσεις των πολιτικών, σύμφωνα με τις εθνικές προκλήσεις· παρήγαγαν, ήλεγχαν και υπαγόρευαν τη διάθεση των προμηθειών τροφίμων· ένστολοι και ένοπλοι, όντας η πλειονότητα των κατοίκων των αστικών περιοχών, υπηρέτησαν ως στρατιώτες, δημιουργώντας ή καταστρέφοντας πολιτική εξουσία και είχαν ρόλο κλειδί στις αστικές εξεγέρσεις.
Ωστόσο, όταν αναφερόμαστε στις αγροτικές επαναστάσεις, είθισται να εννοούμε τις μάχες για τη χρήση γης και την ιδιοκτησία. Παρότι πλέον του 80% του ρωσικού πληθυσμού ζούσε σε μη αστικές περιοχές το 1917, οι ερευνητές συχνά παραμερίζουν την εμπειρία της αγροτικής επανάστασης και εστιάζουν στους εργάτες των πόλεων και τους διανοούμενους.

Όχι μόνο βία

Η πολυμορφία και η πολυπλοκότητα των αγροτικών εξεγέρσεων αποδομούν κάθε υπόθεση για τη δράση των αγροτών και αποκαλύπτουν τη δημιουργικότητα και τη μετασχηματιστική μορφή που έδωσαν στην επανάσταση.
Μια απλή καταγραφή των αγροτικών εξεγέρσεων δεν αρκεί για να τις ερμηνεύσει, καθώς αυτές διασπείρονται χρονικά σε όλο το 1917 και  γεωγραφικά, αφού έλαβαν ποικίλες μορφές κατά μήκος της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Συχνά το είδος της γης και ο τοπικός πολιτισμός καθόριζαν τη μορφή που θα λάμβαναν αυτές οι εξεγέρσεις. Ενώ οι περισσότεροι φαντάζονται βίαιες συγκρούσεις με τους ιδιοκτήτες γης και αρπαγή γης, πολλοί αγροτικοί αγώνες δόθηκαν ειρηνικά. Μπορεί οι βίαιες συγκρούσεις να διαδίδονταν πιο γρήγορα, όμως συνοδεύονταν και από τεράστιους κινδύνους για τους συμμετέχοντες. Η αναδιανομή της γης, στις περισσότερες περιπτώσεις, ήταν αθόρυβη και ισορροπημένη, αν και σίγουρα δεν είχαν αυτή την αίσθηση οι ιδιοκτήτες της γης που αναδιανεμήθηκε.
Κάποιοι αγρότες συμμετείχαν στην επανάσταση διακριτικά, ανοίγοντας απλώς την πύλη και επιτρέποντας στα ζώα του χωριού να βόσκουν στα λιβάδια ενός γαιοκτήμονα. Σε άλλες κοινότητες πλαστογράφησαν επίσημα έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία πλέον κατείχαν ισόβια το δικαίωμα χρήσης των τοπικών πόρων. Υπήρξαν και εκείνες οι εξεγέρσεις που οι χωρικοί υλοτομούσαν συνεργατικά μεγάλες εκτάσεις ενός γειτονικού δάσους. Δυστυχώς, δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή όλων των αγώνων των αγροτών και των μορφών που αυτοί έλαβαν, βάζοντας το δικό τους λιθαράκι στην επανάσταση του 1917. Ακόμα, όμως, και από αυτά τα λίγα που γνωρίζουμε,  μπορούμε να αποτιμήσουμε τη στρατηγική και τους στόχους των αγροτικών εξεγέρσεων, οι οποίες έπαιξαν πολύ καθοριστικό ρόλο στη μεταεπαναστατική εγκαθίδρυση του ρωσικού κράτους.

Μετά το νεωτερισμό

Ο όρος «αγρότης» είθισται να περιγράφει τους ανθρώπους που ζουν και εργάζονται σε αγροτικές περιοχές. Ωστόσο, στη Ρωσία ο όρος είχε και νομική υπόσταση, αφού καταγραφόταν ως ιδιότητα και στα διαβατήρια, παρότι μπορεί οι αγρότες να ζούσαν σε αστικές περιοχές, να δούλευαν ως εργάτες ή έμποροι και να υπηρετούσαν στο στρατό.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο νεωτερισμός έφτασε στη ρωσική ύπαιθρο, μετασχηματίζοντας την παραδοσιακή αγροτική ζωή, που συνοψιζόταν από το τρίπτυχο πατριαρχία, ορθοδοξία και κοινότητα.
Σύμφωνα με τις πατριαρχικές εξουσιαστικές δομές, οι ηλικιωμένοι κυριαρχούσαν πάνω στην οικογένεια, αλλά και την κοινότητα. Η πίστη στην Ορθοδοξία στη Ρωσία διαμόρφωνε την κοινωνική, πολιτιστική και πνευματική ζωή του τόπου. Τα κοινοτικά συστήματα διαχείρισης της γης εφαρμόζονταν σε πολλές περιοχές, προωθώντας τη συλλογική χρήση των πόρων και ενισχύοντας τις πατριαρχικές κοινωνικές δομές. Όλα αυτά προσέδωσαν στην αγροτική Ρωσία ένα μεγάλο βαθμό τοπικισμού, με τις ασκούμενες πολιτικές να υπηρετούν τα τοπικά συμφέροντα και όχι τις εθνικές μέριμνες.
Ο νεωτερισμός αμφισβήτησε ποικιλοτρόπως αυτά τα παραδοσιακά πρότυπα. Μετά την απελευθέρωση των δουλοπάροικων, το 1861, η πρωτοβάθμια εκπαίδευση εξαπλώθηκε στην ύπαιθρο, βγάζοντας τη νέα γενιά από τον αναλφαβητισμό. Εν τω μεταξύ, εκατομμύρια ανθρώπων μετανάστευσαν εσωτερικά σε αστικά κέντρα, προκειμένου να εργαστούν, και επέστρεψαν έχοντας στις αποσκευές τους τις ιδέες και τα έθιμα της μητρόπολης, μεταξύ των οποίων το κοσμικό πνεύμα και ο καταναλωτισμός.
Η αιρετή τοπική αυτοδιοίκηση και τα περιφερειακά δικαστήρια προσέφεραν στον αγροτικό πληθυσμό νέους τρόπους επικοινωνίας με το κράτος, τους οποίους αποδέχτηκαν ευχαρίστως. Μετά την επανάσταση του 1905, οι αγρότες συμμετείχαν στις εθνικές εκλογές και όρισαν δια βοής τους τοπικούς αντιπροσώπους τους.
Τέλος, το κίνημα του 1914 μετασχημάτισε τους νεότερους αγρότες, από τη στιγμή που, άλλοι υποκινούμενοι από πατριωτικά αισθήματα και άλλοι με απροθυμία, κλήθηκαν στα όπλα και διέσχισαν τη Μεγάλη Αυτοκρατορία.
Αυτές οι επαφές με τον έξω κόσμο, μέχρι το 1917, είχαν βγάλει από την απομόνωση τους αγρότες, την οποία βίωναν τη προ-νεωτερική εποχή. Συνδέθηκαν με το κράτος και το έθνος, με πολλούς τρόπους. Η αύξηση του ποσοστού εγγραμματοσύνης επέτρεψε στους αγρότες να συνδιαμορφώνουν την εθνική και περιφερειακή πολιτική ατζέντα. Έτσι, οι νεότεροι αγρότες μπόρεσαν να αμφισβητήσουν την πατριαρχική κυριαρχία των γηραιότερων ανδρών.

Μορφές της επανάστασης

«Το νερό σας ανήκει, το φως σας ανήκει, η γη σας ανήκει, το δάσος σας ανήκει». Τα λόγια αυτά ενός ναύτη αγκιτάτορα στο Καζάν τον Ιούνιο του 1917 συνοψίζουν τις επαναστατικές προσδοκίες των αγροτών. Η διακήρυξη ότι η γη και το δάσος, όπως ο αέρας και το νερό, ανήκουν σε εκείνους που τα έχουν ανάγκη, επαναλήφθηκε πολλές φορές κατά την επανάσταση.
Σε περιοχές όπου κυριαρχούσε η δουλοπαροικία, οι χειραφετημένοι πια δουλοπάροικοι εξέφραζαν τη δυσαρέσκειά τους για τις ανισότητες που προέκυψαν κατά την απελευθέρωσή τους. Έτσι, οι κατασχέσεις γης ήταν βίαιες, στις περιοχές όπου οι αγρότες είχαν εχθρικές σχέσεις με τους τοπικούς γαιοκτήμονες.
Όσα γνωρίζουμε για τη μορφή και την ένταση των επαναστάσεων, προέρχονται από αναφορές μεγάλων γαιοκτημόνων στις κεντρικές αρχές. Από αυτές τις αναφορές προκύπτει ότι περιοχές της Ρωσίας με γόνιμη γη βίωσαν τις πιο βίαιες ταραχές. Ακόμα καταδεικνύεται ότι σε περιοχές με δουλοπάροικους, οι εξεγέρσεις ήταν πιο βίαιες απέναντι στους γαιοκτήμονες. Αυτές οι στατιστικές, ωστόσο, δεν μπορούν να αποδώσουν την πλήρη εικόνα των αγροτικών εξεγέρσεων, καθώς περιλαμβάνουν ένα συγκεκριμένο τύπο επανάστασης.
Η βίαιη κατάσχεση και αναδιανομή γης, που συχνά χρησιμοποιείται ως παράδειγμα αγροτικών επαναστάσεων, δεν ήταν καθόλου τυπική. Από το 1917, ένα μικρό μονάχα μέρος της καλλιεργήσιμης γης ανήκε στην ελίτ. Σε ορισμένες δε περιοχές, όπως η Βιάτκα, δεν υπήρχαν ευγενείς κτηματίες, ούτε ακτημοσύνη.
Η επανάσταση του Φεβρουαρίου διεύρυνε τις προσδοκίες και τις δράσεις των αγροτών, ενώ η μορφή που πήραν οι αγροτικές επαναστάσεις εξαρτήθηκε από τα τοπικά πρότυπα ιδιοκτησίας και χρήσης γης. Οι περισσότερες από αυτές δεν ήταν βίαιες. Αντίθετα, ανέτρεψαν τους νόμους ατομικής ιδιοκτησίας, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αυτοπροστατευτούν από πιθανές αντιδράσεις. Για παράδειγμα, οι αγρότες του χωριού Αρισκάτζα ανακοίνωσαν μόλις μια μέρα πριν πως σκοπεύουν να σπείρουν τα χωράφια των γαιοκτημόνων για το χειμώνα και θα πρέπει να εγκαταλείψουν τη γη τους. Οι υπάλληλοι έφυγαν, και την επόμενη μέρα οι αγρότες έσπειραν.
Ακόμα, δεν πρέπει να αναλύουμε τις αγροτικές επαναστάσεις ως ένα ταξικό φαινόμενο, γιατί οι αγρότες δεν συγκροτούσαν μια συνεκτική τάξη. Η πλειονότητα των αγροτών αυτοπροσδιοριζόταν ως εργαζόμενοι της υπαίθρου, και γύρω από αυτή την ιδιότητα είχε διαμορφωθεί η κοσμοθεωρία τους και οι δράσεις τους. Υπήρξαν και αγροτικές επαναστάσεις σε κοινότητες που έδρασαν συλλογικά εναντίον των γαιοκτημόνων, με τρόπους που παραπέμπουν σε ταξικούς αγώνες των καταπιεσμένων που εξεγείρονται ενάντια στους καταπιεστές τους. Αλλά υπήρξαν και αγροτικές επαναστάσεις όπου οι συγκρούσεις και οι αμφισβητήσεις γης αφορούν γειτονικές κοινότητες ή μονάχα κάποιον γαιοκτήμονα.
Για παράδειγμα, οι χωρικοί συχνά στοχοποιούσαν αγρότες που επέλεγαν να καλλιεργούν μεμονωμένα χωράφια και σύρονταν δια της βίας στην κοινοτική καλλιέργεια από ολόκληρη την κοινότητα. Μάλιστα, όλο το χωριό ενωμένο έκανε αυτές τις επιθέσεις στους μεμονωμένους καλλιεργητές, με στόχο την επανένταξη αυτών, αλλά και της γης τους. Ενώ στο εσωτερικό των χωριών είναι καταφανής η διαφοροποίηση ως προς τον πλούτο και το στάτους, οι ιεραρχίες αυτές δεν είναι εδραιωμένες, αντίθετα υπάρχει αξιοσημείωτη κινητικότητα στην ιεραρχία, προς τα πάνω και προς τα κάτω.
Εν τω μεταξύ, η κεντρική διοίκηση στήριζε τους διαμαρτυρόμενους γαιοκτήμονες και διέταζε τις αγροτικές κοινότητες να σέβονται την ατομική ιδιοκτησία. Ωστόσο, δεν υπήρχε τρόπος να επιβάλλουν τη διαταγή τους, με αποτέλεσμα το 1917 η παραβίαση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας να είναι συνεχής και κλιμακούμενη.

Ποιος καθοδήγησε τις αγροτικές επαναστάσεις;

Υπάρχουν μονάχα αποσπασματικά στοιχεία για τα άτομα ή τις συλλογικότητες που ηγήθηκαν των αγροτικών επαναστάσεων. Επιτροπές, σοβιέτ και σωματεία ανέλαβαν ηγετικό ρόλο σε πολλά χωριά, εκδίδοντας διαταγές για τη χρήση γης και τη διαχείρισή της. Αυτές οι οργανώσεις προσέφεραν θεσμική βάση στις ενέργειες των αγροτών.
Κάποιες, όπως τα σοβιέτ των εκπροσώπων των αγροτών, ανήκαν σε περιφερειακά και εθνικά δίκτυα και η Προσωρινή Κυβέρνηση κατοχύρωνε τη γη και όριζε επιτροπές για τις προμήθειες. Ωστόσο, αυτοί οι τοπικοί θεσμοί μπορούσαν να διατηρήσουν την εξουσία τους, στην περίπτωση που ικανοποιούσαν τα αιτήματα των ψηφοφόρων τους. Η επιτροπή του χωριού Σοτνούρσκ υπενθύμισε στις περιφερειακές αρχές «Εμείς σας εκλέξαμε. Οφείλετε να μας ακούτε!»
Πολλά καταγεγραμμένα στοιχεία καταδεικνύουν πως μόνο όσοι θεωρούνταν μέλη της κοινότητας μπορούν να αποκτήσουν εξουσία. Η επονομαζόμενη διανόηση του χωριού –οι δάσκαλοι, οι γιατροί, οι ειδικοί καλλιεργητές και οι κληρικοί- αποκλειόταν συστηματικά από τις αιρετές θέσεις και γενικά δεν μετείχε στις αγροτικές επαναστάσεις. Σύμφωνα με τα αρχεία εκλογικών αποτελεσμάτων, οι χωρικοί εξέλεγαν εγγράμματους, νηφάλιους, ευαίσθητους και αξιόπιστους ανθρώπους, που προέρχονταν όμως από την αγροτιά. Η πολυμορφία των αγροτικών επαναστάσεων δεν μας επιτρέπει να κατηγοριοποιήσουμε τους ηγέτες τους –κάποιες από τις οποίες έγιναν με τη συμμετοχή ολόκληρης της κοινότητας, άλλες καθοδηγήθηκαν από γυναίκες και άλλες από τους πλούσιους χωρικούς.
Η Επανάσταση του Φεβρουαρίου διαμόρφωσε το στάτους και την εξουσία απλών στρατιωτών, οι οποίοι έγιναν οι ένοπλοι προστάτες του κινήματος. Λιποτάκτες, αδειούχοι φαντάροι και άνδρες από τις φρουρές στα μετόπισθεν διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ζωή του χωριού, αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στις αγροτικές εξεγέρσεις, παρότι δεν προέρχονταν από αυτές τις κοινότητες .
Επειδή οι στρατιώτες εκτίθονταν στη βία, ενώ εκπαιδεύονταν και εξοπλίζονταν, ώστε να ασκήσουν βία, η πιο πιθανή εξέλιξη θα ήταν οι εξεγέρσεις όπου συμμετείχαν στρατιώτες να είναι βίαιες. Μάλιστα, υπήρξαν φορές που σύσσωμη η κοινότητα συμμετείχε σε αυτή τη βίαιη δράση. Για παράδειγμα, ένα πλήθος στρατιωτών και γυναικόπαιδων από το χωριό, ανάγκασε την Νατάλια Νερατόβα να εγκαταλείψει τη γη της τον Μάιο του 1917.
Στην αρχή της επανάστασης, η κομματική πολιτική έπαιξε περιθωριακό ρόλο στις αγροτικές εξεγέρσεις. Το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό κόμμα του Βίκτορ Τσερνόφ ανέπτυξε μια ισχυρή βάση υποστηρικτών στις αγροτικές περιοχές της Ρωσίας και ιδιαίτερα στις κεντρικές, όπως φάνηκε στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση, τον Νοέμβριο. Σε εθνικό επίπεδο, το Σοσιαλιστικό Επαναστατικό κόμμα  κέρδισε το 37% των ψήφων, με τους Μπολσεβίκους να φτάνουν το 23%. Τα ποσοστά αυτά συσκοτίζουν την επιρροή του σοσιαλεπαναστατικού κόμματος στις αγροτικές περιοχές, το οποίο κέρδισε 76% των ψήφων στις βόρειες περιοχές και το 75% στην Κεντρική Μαύρη Γη [ΣτΜ: μέρος της διαδρομής ΒΑ Ουκρανίας, Κεντρικής Ρωσίας, Νότιας Ρωσίας, Νότιας Σιβηρίας] Το κόμμα αποδείχτηκε ικανό να κεφαλαιοποιήσει την εικόνα του κόμματος των αγροτών και μαζί τους ισχυρούς τοπικούς δεσμούς, εξασφαλίζοντας έτσι εκλογική στήριξη, χωρίς όμως να καταφέρει να καθοδηγήσει την περιοχή στην αγροτική επανάσταση. Μέλη του κόμματος κατάφεραν να αποκτήσουν ηγετικό ρόλο μονάχα στα χωριά όπου ενστερνίζονταν τις επιθυμίες και τα κίνητρα των κοινοτήτων.

Χάσμα μεταξύ αγροτών και αστών

Οι αγροτικές επαναστάσεις εξέθεσαν την αδυναμία των εθνικών και περιφερειακών αρχών. Ούτε η Προσωρινή Κυβέρνηση, ούτε τα Σοβιέτ της Πετρούπολης εισάκουσαν τα αιτήματα και τις ανησυχίες των αγροτών. Ζήτησαν από τον αγροτικό πληθυσμό να δείξουν υπομονή μέχρι τη σύγκληση της Συντακτικής Συνέλευσης, για τη θέσπιση της αναδιανομής της γης.
Η πλειονότητα των αγροτών αγνόησε αυτές τις εκκλήσεις και η κεντρική διοίκηση δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη δράση τους. Οι τοπικές αρχές είχαν την πεποίθηση ότι οι αγροτικές επαναστάσεις των αρχών του 1917 ήταν αποτέλεσμα παρεξήγησης και θεώρησαν πως η συμφιλίωση και η εκπαίδευση θα ανακόψουν τις ταραχές. Μέχρι το καλοκαίρι του 1917, φάνηκε ότι αυτό το σχέδιο δεν αποδίδει, καθώς η αυτοπεποίθηση των αγροτικών κοινοτήτων ήταν κινητήριος δύναμη για τις επαναστάσεις που παρέκαμπταν τα κεντρικά σχέδια.
Οι περιφερειακές αρχές στρέφονταν όλο και περισσότερο στις ένοπλες δυνάμεις για να ελέγξουν τις αγροτικές περιοχές. Υπήρξαν όμως και ελάχιστοι προνοητικοί ηγέτες που προσπάθησαν να ελέγξουν τους αγρότες, με το να μεταβιβάζουν εκ των προτέρων τις ιδιοκτησίες γαιοκτημόνων σε τοπικές επιτροπές.
Αφού οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία, τον Οκτώβριο του 1917, ο Λένιν εξέδωσε κατά προτεραιότητα το Διάταγμα για τη Γη, που έπαιρνε τη γη από τα χέρια ιδιωτών προς αγροτική χρήση.  Πράγματι, το διάταγμα αυτό κατέδειξε την ανικανότητα της κεντρικής κυβέρνησης, καθώς μέχρι τον Οκτώβριο οι αγρότες είχαν ανακαταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της αγροτικής γης. Το διάταγμα του Λένιν, όμως, αποτέλεσε την απαρχή του αγώνα για τον έλεγχο της οικονομίας της υπαίθρου, ενός αγώνα που αποτέλεσε κομβικό στοιχείο για τον μετέπειτα ρωσικό εμφύλιο.
Η ιστορία της αγροτικής επανάστασης της Ρωσίας δεν έχει βγει ακόμα πλήρως στο φως, αυτό όμως που είναι αδιαμφισβήτητο είναι ότι η αποκάλυψή της διανθίζει την εικόνα της Ρωσίας του 1917.

Μετάφραση από το Jacobin:
Ιωάννα Δρόσου

* Η Σάρα Μπάντκοκ διδάσκει Ιστορία στο πανεπιστήμιο του Νότινγκαμ, με ειδίκευση την ιστορία της αυτοκρατορικής και επαναστατικής Ρωσίας και την ιστορία της τιμωρίας.