Οι πέραν του ενός «αδύνατοι»

Ο περίφημος λόγος του Λυσία «Υπέρ αδυνάτου» στη σκηνή, ερμηνευμένος από την Δέσποινα Σαραφείδου

Το λόγο «Υπέρ αδυνάτου» του Λυσία οι παλιότεροι αναγνώστες τον γνωρίζουν καλά, γιατί υπήρξε για πολλά χρόνια ένα από τα κείμενα του μαθήματος των αρχαίων στο Γυμνάσιο. «Οὐ πολλοῦ δέω χάριν ἔχειν, ὦ βουλή, τῷ κατηγόρῳ, ὅτι μοι παρεσκεύασε τὸν ἀγῶνα τουτονί». Ως λόγος έχει μια ιδιάζουσα σημασία, αφού μας δίνει υλικό για το ζήτημα της πρόνοιας στην αρχαία Αθήνα. Γράφτηκε το 403 π.Χ, αμέσως μετά την πτώση των Τριάκοντα Τυράννων, από τον Λυσία, –πατέρας του ήταν ο μέτοικος εκ Συρακουσών Κέφαλος, που είχε εργαστήριο ασπιδοποιίας– ένα σπουδαίο λογογράφο, που η οικογένειά του είχε χτυπηθεί βαριά από την τυραννία.
Στο δικαστικό σύστημα της αρχαίας Αθήνας δεν υπήρχαν δικηγόροι που να υπερασπίζονται τις θέσεις του κατηγόρου και του κατηγορουμένου. Οι διάδικοι πλήρωναν τους λογογράφους να τους ετοιμάσουν ένα εμπεριστατωμένο λόγο, που τον μάθαιναν και τον εκφωνούσαν μόνοι τους μπροστά στο δικαστήριο. Ο αδύνατος του τίτλου παίρνει ένα μικρό επίδομα αναπηρίας. Κάποιος πολίτης τον καταγγέλλει πως δεν το δικαιούται γιατί δεν είναι άρρωστος. Σήμερα μας παραξενεύει μια τέτοια καταγγελία, αλλά πρέπει να θυμηθούμε ότι για τον Αθηναίο πολίτη, ειδικά στα χρόνια που η δημοκρατία ήταν δυνατή και ανθούσε, η πόλη είναι πάνω από όλα –και αξίζει πραγματικά να ξαναδιαβάσουμε τον Πανηγυρικό του Ισοκράτη, αυτό το μεροληπτικό μεν, απίστευτα συγκινητικό δε εγκώμιο της πόλης– άρα ο πολίτης οφείλει να καταγγείλει ό,τι και όποιον την αδικεί, την προσβάλλει, την εκμεταλλεύεται, γιατί η ζωή της πόλης και το μεγαλείο της είναι προσωπική ευθύνη κάθε πολίτη. Η σπουδαία αυτή αντίληψη, όμως, με το χρόνο δημιούργησε προβλήματα, αφού όποιος είχε κάποιον που εχθρευόταν ή πίστευε πως κάτι θα κέρδιζε, έκανε μια καταγγελία και οδηγούσε ένα συμπολίτη του στα δικαστήρια. Η δικομανία των Αθηναίων σατιρίζεται από τον Αριστοφάνη στους Σφήκες.

 

Για να ξαναγυρίσουμε στον Υπέρ αδυνάτου. Ο αδύνατος του τίτλου ζητά από τον Λυσία να του ετοιμάσει τον υπερασπιστικό λόγο και ο ρήτορας του παραδίδει ένα κομψό, έξυπνα και ευχάριστα γραμμένο λόγο, στέρεα επιχειρηματολογημένο, για να πείσει τους δικαστές ότι δικαιούται το επίδομα.
H ηθοποιός Δέσποινα Σαραφείδου έχει στην καριέρα της τολμηρές και άκρως ενδιαφέρουσες επιλογές τις οποίες πραγματώνει όχι μόνο με ερμηνευτική ευαισθησία και δύναμη, αλλά και βρίσκοντας γοητευτικές και πρωτότυπες γωνίες από τις οποίες παρουσιάζει τους ρόλους που επωμίζεται. Η ιδέα τής επί σκηνής παρουσίασης του λόγου του Λυσία ήταν δική της, όπως διαβάσαμε, προφανώς ένα κείμενο που την είχε συγκινήσει από παλιά και η εποχή της κρίσης επανέφερε στη μνήμη και τη μελέτη. Δική της πρόταση επίσης ήταν και το πρόσωπο που εκφέρει το λόγο αυτό επί σκηνής. Εδώ μάλιστα έχουμε μια ιδιαίτερη έκπληξη: το πρόσωπο αυτό είναι η «Μικρή Χορεύτρια ετών 14», το περίφημο γλυπτό του Ντεγκά που παριστάνει μια δεκατετράχρονη μπαλαρινούλα, ένα κοριτσάκι της εργατικής τάξης, άσχημο, με το λεπτοκαμωμένο σώμα της σε μια αυθάδη, υπερήφανη στάση, που την κάνει να δείχνει πως επιθυμεί να επιβάλλει την παρουσία της, αλλά που, όσο κι αν προσπαθεί να βεβαιώσει το ρόλο της στον κόσμο, είναι ένας κοινωνικός παρίας, καταδικασμένη να ασκήσει παράλληλα με το χορό και άλλο επάγγελμα για να ζήσει, αυτό της πορνείας δηλαδή. Το γλυπτό προκάλεσε μεγάλες αρνητικές αντιδράσεις όταν εκτέθηκε το 1881. Πολλοί κριτικοί το θεώρησαν άσχημο και απειλητικό για την κοινωνία και τις αξίες της, αφού μέχρι τότε τα γυναικεία γλυπτά ήταν θεότητες, ηρωίδες του μύθου και της ιστορίας είτε σύμβολα εννοιών. Ο Θοδωρής Τσαπακίδης σκηνοθέτησε την παράσταση.

Ένα φιλόδοξο σχέδιο

Το σχέδιο, λοιπόν, ήταν περισσότερο φιλόδοξο από μια απλή δραματοποίηση του κειμένου, που θα μπορούσε σήμερα, με τα οικονομικά προβλήματα της χώρας και το διαρκές –παρά τα ελπιζόμενα και υπεσχημένα– ψαλίδισμα των συντάξεων, των επιδομάτων αναπηρίας και άλλων παρομοίων, να γίνει έναυσμα για μια παράσταση με θέμα την ανασφάλεια του πολίτη και δη του πιο ευαίσθητου τμήματος πολιτών, των αναπήρων, αρρώστων και γερόντων. Η Δέσποινα Σαραφείδου απαγγέλλει μπροστά στο κοινό-δικαστή το λόγο, δοκιμάζοντας από ενότητα σε ενότητα διαφορετικούς τρόπους εκφοράς σαν να αλλάζει το εκφέρον το λόγο πρόσωπο, σαν να είναι πέραν του ενός οι «αδύνατοι». Το σώμα της παίρνει το σχήμα του περίφημου γλυπτού του Ντεγκά, κινείται με ζωντάνια, «παγώνει» και ξαναζωντανεύει, ένα έκθεμα που βγαίνει από τη βιτρίνα στην οποία εκτίθεται για να εκθέσει το ζήτημά του.
Το εγχείρημα έχει ενδιαφέρον μολονότι ισορροπεί στην κόψη του ξυραφιού. Ο θεατής δυσκολεύεται αρκετά να κατανοήσει επαρκώς τη σύνδεση. Ο 19ος αιώνας, ο αιώνας της βιομηχανικής επανάστασης, είναι μακριά από την αθηναϊκή κοινωνία μετά το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ίσως θα έπρεπε να δουλευτούν περισσότερο οι υπόγειοι δρόμοι σύνδεσης.

Πάνω σε ένα χαλί συμβόλων

Η ισχυρή, όμως, αντίθεση της απόδοσης ενός κειμένου στο οποίο μιλά ένας ανάπηρος από μια αρτιμελή, ασκημένη και ευλύγιστη μπαλαρίνα που προτάσσει με συγκινητική αναίδεια το στήθος, δημιουργεί προκλητικούς συνειρμούς: η όλη παράσταση μετατρέπεται σε μια μεταφορά της τέχνης του ηθοποιού. Σ’ αυτό συνάδει και η βιτρίνα εκθεμάτων μουσείου που υπάρχει ως σκηνικό. Η «χορεύτρια» εκτέθηκε σε μια τέτοια βιτρίνα, που τον 19ο αιώνα χρησιμοποιούταν για την έκθεση τεράτων. Η ηθοποιός βρίσκεται μέσα στη βιτρίνα υποδυόμενη την χορεύτρια που βγαίνει από τη βιτρίνα για να γίνει ο αδύνατος. Ενδιαφέρον και ο χώρος που δίνεται η παράσταση: το σπίτι-μουσείο των Κατακουζηνών, απέναντι από τη Βουλή, εκεί που ψηφίζονται τα μέτρα που κάνουν τους αδύνατος ακόμη περισσότερο παρίες.
Ο Τσαπακίδης έστησε την παράσταση πάνω σε ένα χαλί συμβόλων και στηρίχτηκε σε μια ηθοποιό με πείρα και ποιότητα, όχι μόνο ερμηνευτικά αλλά και πνευματικά, η οποία χειρίστηκε το όλον με τέχνη και σύνεση, με έλεγχο των πλούσιων εκφραστικών της μέσων, πατώντας στέρεα πάνω στον αρχαίο λόγο, στην ευλύγιστη μετάφραση του Δήμου Σπαθάρα. Δίπλα της ο ηθοποιός Δημήτρης Ράπτης.

Μαρώ Τριανταφύλλου
maro33@otenet.gr