Οι παραλίες ανήκουν σε όλους

paralies-2

Το καλοκαίρι ξεκίνησε, κάτοικοι και τουρίστες ετοιμάζονται για τα μπάνια τους και παρότι βρισκόμαστε στη χώρα με τη μεγαλύτερη ακτογραμμή της Ευρώπης (15.000 χλμ συνολικά), η απόλαυση της θάλασσας κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Και αυτό γιατί κάθε χρόνο ερχόμαστε αντιμέτωποι με τα κακώς κείμενα της χρήσης αιγιαλού από ιδιώτες, που μόνο μεμονωμένα περιστατικά δεν μπορούν να θεωρηθούν. Ξαπλώστρες και τραπεζοκαθίσματα πιάνουν όλο το μήκος της παραλίας, κάνοντας αδύνατη τη δωρεάν χρήση αυτής από τους λουόμενους που προτίμησαν να πάρουν καφέ από το σπίτι (είτε λόγω της οικονομικής κρίσης, είτε από άποψη), μουσική από τα μαγαζιά στη διαπασών, τζετ σκι κτλ, είναι οι εικόνες παρανομίας που κυριαρχούν στους αιγιαλούς της χώρας.
«Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αποτελεί δικαίωμα των πολιτών και των τουριστών η απόλαυση του αιγιαλού. Αλλά πού είναι το όριο ανάμεσα στο απολαμβάνω την παραλία με ασφάλεια και παροχές, όπως σκιά, καφέ ή ευκολότερη πρόσβαση για τα ΑμεΑ κτλ, και στην κατάχρηση του αιγιαλού, με τους επιχειρηματίες να τον θεωρούν κτήμα τους;» θέτει το ερώτημα η Παναγιώτα Θεοδώρου, συντονίστρια της περιβαλλοντικής οργάνωσης Αρχέλων.
Κάθε χρόνο, από το 2001 και μετά, τα υπουργεία Οικονομικών, Εσωτερικών και Περιβάλλοντος βγάζουν Κοινή Υπουργική Απόφαση, με την οποία προσπαθούν να διευθετήσουν το ζήτημα της απλής χρήσης αιγιαλού από επιχειρηματίες, αδυνατώντας, όμως, απ’ ό,τι φαίνεται, να απαντήσουν στο παραπάνω ερώτημα. «Με τη νέα ΚΥΑ υπήρξε μια προσπάθεια να αναδιαμορφωθεί το σύστημα παραχώρησης για την απλή χρήση αιγιαλού. Παρά, όμως, τα θετικά στοιχεία που εισάγει, δεν θεωρώ ότι κινείται όντως στο πλαίσιο προστασίας του περιβάλλοντος και ότι θα έχει θετικά αποτελέσματα», κρίνει η συντονίστρια του Αρχέλων.
Κάποια από τα θετικά στοιχεία της ΚΥΑ είναι η αύξηση των προστίμων σε περίπτωση παράνομης χρήσης του αιγιαλού από τους επιχειρηματίες, φθάνοντας μάλιστα και στον τριπλασιασμό τους σε σχέση με παλαιότερα. Γεγονός που κρίνεται ότι θα ενεργήσει όντως αποτρεπτικά για φαινόμενα κατάχρησης από τους ιδιώτες, καθώς πριν ήταν τόσο μικρά που δεν μπορούσε να επιτευχθεί αυτό. Επίσης, θέτονται και περισσότεροι περιορισμοί όσον αφορά τη θέση των τροχήλατων καντινών στις παραλίες, που συχνά βρίσκονταν σε λάθος σημεία, προκαλώντας πρόβλημα στο οικοσύστημα.
Το πιο σημαντικό βήμα, όμως, κρίνεται πως είναι η διενέργεια για πρώτη φορά ηλεκτρονικής δημοπρασίας της χρήσης κάποιων αιγιαλών απευθείας από το υπουργείο Οικονομικών.

Ηλεκτρονική δημοπρασία

Συγκεκριμένα, πρόκειται για 34 παραλίες στα Δωδεκάνησα, 21 στην Αττική, 14 στη Μαγνησία, 11 στη Λάρισα, 5 στις Κυκλάδες, 8 στο Ιόνιο, 32 στην Κρήτη και 25 στη Μακεδονία-Θράκη, ενώ, όπως σημειώνεται από το υπουργείο Οικονομικών, η διαδικασία αυτή πρόκειται να διευρυνθεί τα επόμενα χρόνια περιλαμβάνοντας και άλλους αιγιαλούς. «Οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί είναι ένα θετικό βήμα, γιατί συντάσσονται με την απόφαση του ΣτΕ για τη μη παραχώρηση των αιγιαλών συλλήβδην στους δήμους, που πολλές φορές κάνουν εικονικές δημοπρασίες και επιδιώκουν την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων ή μόνο της τοπικής κοινωνίας, παραβλέποντας το όφελος του ευρύτερου συνόλου μέσω της προστασίας του περιβάλλοντος. Μέσω αυτής της διαδικασίας θεωρούμε ότι θα υπάρξει μια σαφής βελτίωση της κατάστασης, αλλά αν θα έχουμε όντως καλύτερα αποτελέσματα για την προστασία του οικοσυστήματος, είναι κάτι που θα το δούμε μετά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο», τονίζει η Παναγιώτα Θεοδώρου.
Παρόλα αυτά, όλες οι υπόλοιπες παραλίες, με εξαίρεση αυτές που έχουν εύρος μικρότερο των 3 μέτρων (που τις λες, δεν τις λες παραλίες δηλαδή), παραχωρούνται και πάλι γενικά στους δήμους για τη χρήση τους από επιχειρηματίες, γεγονός που εγείρει πολλά ζητήματα. Όπως για το πού θα πάνε τα τέλη χρήσης, αλλά και γενικά για το αν αυτό αποτελεί μια μέθοδο που εξασφαλίζει όντως την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών και τουριστών στη θάλασσα και την προστασία του περιβάλλοντος, ή αν θα έπρεπε να υπάρξει ένας αναλογικός περιορισμός ανά περιοχή για το ποιες παραλίες δίνονται για επιχειρηματικές δραστηριότητες και ποιες θα μένουν τελείως ελεύθερες.
«Τα τέλη που δίνονται για τη χρήση των αιγιαλών θεωρούμε ότι θα πρέπει να είναι ανταποδοτικά. Να διατίθονται, δηλαδή, για την προστασία και φροντίδα του ίδιου αυτού πόρου και όχι να εκλαμβάνονται σαν γενικά έσοδα του δήμου, που θα τα διαθέσει για κάποια άλλη δράση, ώστε να μη γίνεται και κατάχρηση του φαινομένου της παραχώρησης χρήσης των αιγιαλών από επιχειρηματίες. Αυτό, δυστυχώς, δεν προβλέπεται από την ΚΥΑ. Οι δήμοι προσπαθούν κάθε φορά να διεκδικήσουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο επί της διαδικασίας παραχώρησης, αλλά η πολιτεία πρέπει να καταλάβει ότι εφόσον οι αιγιαλοί είναι κοινόχρηστοι, βάσει της νομοθεσίας και των αποφάσεων των ανώτατων δικαστηρίων, αυτό σημαίνει ότι δεν ανήκουν στους δήμους για να τους κάνουν ό,τι θέλουν», εξηγεί η Χριστίνα Κονταξή, διευθύντρια του Δικτύου Μεσόγειος SOS.

Ανεπαρκής προστασία των περιοχών Natura

Και αν στο πρόβλημα της συλλήβδην παραχώρησης των αιγιαλών στους δήμους για χρήση από επιχειρηματίες σημειώθηκαν κάποια δειλά βήματα, υπάρχουν και άλλα ζητήματα που αγνοήθηκαν και από αυτή την ΚΥΑ, όπως γινόταν και όλα τα προηγούμενα χρόνια από άλλες κυβερνήσεις.
Δεκατέσσερις περιβαλλοντικές οργανώσεις είχαν καταθέσει τις προτάσεις τους πριν τη δημοσίευση της ΚΥΑ για την προστασία των περιοχών Natura όσον αφορά τη χρήση τους από ιδιώτες, καθώς ούτε αυτές ξεφεύγουν τελείως από αυτό το φαινόμενο -με εξαίρεση 24 περιοχές της Ελλάδας, τους παράκτιους μικρούς νησιωτικούς υγροτόπους, και όσες δεν έχουν δρόμο πρόσβασης, καθώς δεν δύναται να φτιαχτεί για εξυπηρέτηση επιχειρηματικών συμφερόντων. Τελικά, όμως, οι προτάσεις δεν λήφθηκαν υπόψιν από την ΚΥΑ.
«Είχαμε προτείνει την ενεργή εμπλοκή των φορέων διαχείρισης των προστατευόμενων περιοχών κατά την παραχώρησή τους από τους δήμους για επιχειρηματική χρήση, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να αντιμετωπιστούν τα κακώς κείμενα που παρατηρούνται κάθε φορά. Αυτό δυστυχώς δεν έγινε, αλλά αντίθετα, μάλιστα, αφαιρέθηκε και η εμπλοκή του υπουργείου Περιβάλλοντος στο ζήτημα. Παράλληλα, οι όροι παραχώρησης των περιοχών αυτών είναι αρκετά γενικοί, μιλώντας αφηρημένα για την προστασία των πτηνών και της θαλάσσιας χελώνας, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρόκειται όντως να βοηθήσουν στην προστασία του οικοσυστήματος των περιοχών αυτών», σημειώνει η Παναγιώτα Θεοδώρου.
Ακόμα, όμως, και όταν εμπλέκεται το τμήμα Βιοποικιλότητας του υπουργείου Περιβάλλοντος για τη δυνατότητα δραστηριοποίησης επιχειρηματιών σε περιοχές Natura, «αυτό γίνεται δια αλληλογραφίας, δεν πηγαίνουν όντως τα κλιμάκια στην περιοχή να διαπιστώσουν αν θα δημιουργούταν πρόβλημα με την επιχειρηματική δραστηριότητα», τονίζεται από τη Χριστίνα Κονταξή.
Τόσο για τις συγκεκριμένες περιοχές, όσο και εν γένει για τη χρήση του αιγιαλού από επιχειρηματίες, κρίνεται από τις οργανώσεις ότι θα πρέπει να γίνεται βάσει μεμονωμένων κρίσεων για την κάθε περιοχή ξεχωριστά, και όχι βάσει κάποιων γενικών όρων, ώστε να λαμβάνονται οι όροι και πιο σοβαρά υπόψιν από τους επιχειρηματίες. Προϋπόθεση που εύκολα θα μπορούσε να υλοποιηθεί όσον αφορά τις Natura, για τις οποίες υπάρχουν καταγεγραμμένα τα οικολογικά τους χαρακτηριστικά.

Καταγραφή και έλεγχος

Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις, δυστυχώς, η καταγραφή αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές ελλείψεις, δημιουργώντας και τα περισσότερα προβλήματα επί του πρακτέου. «Υπάρχει έλλειψη χωροταξικού σχεδιασμού. Παρότι υπάρχει το κτηματολόγιο που περιλαμβάνει τα όρια των δήμων, τις περιοχές Natura και τους υδροβιότοπους, για τις υπόλοιπες παραλίες δεν υπάρχει σαφής καταγραφή των ορίων τους, ώστε να ξέρουμε ακριβώς και ποιο είναι το κομμάτι που καλούμαστε να δώσουμε για επιχειρηματικές δραστηριότητες», επισημαίνεται από την Χριστίνα Κονταξή.
Στη νομοθεσία υπάρχουν όροι για την επιχειρηματική χρήση των παραλιών, όπως απαγόρευση παραχώρησης άνω του 50% του αιγιαλού σε επιχειρήσεις, απαγόρευση κατάληψης από ξαπλώστρες κτλ άνω του 50% του χώρου παραχώρησης, ύπαρξη ελεύθερου χώρου πλάτους 100 μέτρων μεταξύ των διάφορων επιχειρήσεων, μέγιστο όριο της εκάστοτε παραχώρησης τα 500 μέτρα, και απόσταση των τραπεζοκαθισμάτων κτλ από τη θάλασσα άνω των τριών μέτρων. Εύκολα διαπιστώνεται, όμως, από τον καθένα ότι αυτοί οι όροι δεν τηρούνται. Πρώτον, γιατί δεν υπάρχει καταγραφή των ορίων της κάθε επιχείρησης σε χάρτη, αναρτημένο στο διαδίκτυο, ώστε να διευκολύνονται οι καταγγελίες, όπως επισημαίνεται από τη Χριστίνα Κονταξή. Και δεύτερον, γιατί δεν ενεργοποιούνται από μόνοι τους οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του κράτους, «παρότι όλοι ξέρουν τι γίνεται κάθε χρόνο στις παραλίες, και οι δήμοι και το λιμεναρχείο και η αστυνομία και όλοι οι αρμόδιοι», συμπληρώνει η Παναγιώτα Θεοδώρου.
«Η φετινή ΚΥΑ αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς επίλυση κάποιων ζητημάτων. Αλλά μετά από 16 χρόνια νομοθέτησης αυτού του φαινομένου, τόσες ΚΥΑ που έχουν περάσει και τόσες καταγγελίες που έχουν γίνει, είναι αδιανόητο να υπάρχουν ακόμη τόσες ελλείψεις. Δεν είμαστε απλά κάποιοι ρομαντικοί, που θέλουμε να προστατέψουμε τη θάλασσα και τους αιγιαλούς. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αν δεν διατηρήσουμε το θαλάσσιο και παράκτιο οικοσύστημα, θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις διάβρωσης και καταστροφής, όπως έχουμε ήδη δει να συμβαίνουν», καταλήγει η Χριστίνα Κονταξή.

Τζέλα Αλιπράντη