Οι ρίζες και οι αντοχές του φυλετισμού

avdela

Μόλις κυκλοφόρησε από τις πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης και τις εκδόσεις της Φιλοσοφικής Σχολής του πανεπιστημίου Κρήτης το βιβλίο «Φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα. Προσλήψεις και χρήσεις στις επιστήμες, την ιστορία της τέχνης, τη λογοτεχνία και την πολιτική κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα». Τα κείμενα του τόμου, που έγινε με την επιμέλεια των Έφη Αβδελά, Δημήτρη Αρβανιτάκη, Άννα – Ελίζα Δελβερούδη, Ευγένιου Δ. Ματθιόπουλου, Σωκράτη Πετμεζά και Τάσου Σακελλαρόπουλου, συνιστούν μια πρώτη προσπάθεια να μελετηθεί η διάχυση των φυλετικών θεωριών στην Ελλάδα και τα πολλαπλά νοήματα που παίρνει στο χρόνο η έννοια της φυλής. Στο πρώτο μέρος με θέμα «Φυλετικές θεωρίες στη συγκρότηση των επιστημών» συμβάλλουν οι Ε. Παπαταξιάρχης, Β. Καραμανωλάκης, Γ. Κουρτέση Φιλιππάκη, Σ. Τρουμπέτα, Γ. Κόκκινος, Μ. Καρασαρίνης και Ε. Αβδελά. Στο δεύτερο μέρος με θέμα «Πολιτικές χρήσεις της φυλής» συμμετέχουν οι Φ. Ασημακοπούλου, Π. Ματαλας, Ε. Γαζή, Κ. Καρπόζηλος, Τ. Κωστόπουλος και Δ. Κουτσουρής. Στο τρίτο μέρος «Αντιλήψεις για τη φυλή στην ιστορία της τέχνης και τη λογοτεχνία» γράφουν οι Φρ. Αμπατζοπούλου, Μ. Πεχλιβάνος, Ε. Ματθιόπουλος και Ν. Δασκαλοθανάσης. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος με τον τίτλο «Σύγχρονες αντιφάσεις του αντισημιτισμού, του εθνικισμού και του ρατσισμού» περιλαμβάνονται κείμενα των Λ. Μπαλτσιώτη, Δ. Χριστόπουλου, Ι. Λαλιώτου, Δ. Ψαρρά και Στ. Ζουμπουλάκη. Δημοσιεύουμε σήμερα απόσπασμα από τον πρόλογο της Έφης Αβδελά, που πιάνει το νήμα των κειμένων που περιλαμβάνονται στον τόμο.

της Έφης Αβδελά

Αιφνιδιαζόμαστε τα τελευταία χρόνια όποτε συνειδητοποιούμε την απήχηση που έχουν αποκτήσει σε όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι ρατσιστικές ιδέες, απήχηση που μοιάζει να είναι πολύ ευρύτερη από τις πολιτικές δυνάμεις οι οποίες τις επικαλούνται. Στην Ελλάδα, η ιδεολογία που εκφράστηκε με το σύνθημα «Αλβανέ, Αλβανέ, δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» συνέβαλε στη συνέχεια στη ραγδαία ανάπτυξη της Χρυσής Αυγής και επέτρεψε για καιρό την άσκηση βίας των μελών της σε μετανάστες από την Αφρική και την Ασία και σε άτομα της ΛΟΑΤ κοινότητας, με το πρόσχημα της υποτιθέμενης απειλής που αντιπροσωπεύουν για την «εθνική καθαρότητα».

Αντοχή στο χρόνο

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πρόσφατη προσφυγική κρίση ριζοσπαστικοποίησε τις ιδεολογίες οι οποίες απορρίπτουν τις εθνοπολιτισμικές «επιμειξίες» και αναγορεύουν τον ισλαμισμό σε κίνδυνο για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, ενώ ευνόησε εκλογικά τις πολιτικές δυνάμεις που θεωρούν επικίνδυνη την παρουσία «άλλων» στο εθνικό έδαφος. Όλα δείχνουν ότι, παρά την καταδίκη του μετά τα ναζιστικά εγκλήματα, παρά τη φαινομενική υποστολή και υποσκέλισή του τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα από ανθρωπιστικές ιδεολογίες που καλλιεργούσαν την ανεκτικότητα, ο ρατσισμός καλά κρατεί στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.
Αλλά και στις ΗΠΑ οι έντονες αντιπαραθέσεις γύρω από τα αλλεπάλληλα κρούσματα εκτέλεσης μαύρων πολιτών από αστυνομικούς και η στάση της νέας κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στους μετανάστες έχουν φέρει οδυνηρά στην επιφάνεια τη συνεχιζόμενη ιαχύ των φυλετικών διακρίσεων με νέους τρόπους. Το γεγονός ότι σε όλο και περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες οι λόγοι που παρακινούν σε βία και οι πράξεις βίας με κίνητρο την απόρριψη της διαφορετικότητας καταδικάζονται νομικά, ελάχιστα μοιάζει να επηρεάζει την αποδοχή ιδεών που φυσικοποιούν τη διαφορά. Συγχρόνως τα όρια ανάμεσα σε αυτόν τον «νεορατσισμό» και σε άλλες μορφές υποστασιοποίησης της διαφοράς, όπως, για παράδειγμα, τον εθνικισμό ή την ξενοφοβία, παραμένουν ρευστά και οι συγχύσεις για το νόημα του όρου και των παραγώγων του πολλαπλασιάζονται.
Οι κοινωνικές επιστήμες και η ιστορία έχουν ασχοληθεί με ζητήματα που σχετίζονται με τα παραπάνω εδώ και αρκετές δεκαετίες. Πλήθος μελέτες έχουν επισημάνει τον κεντρικό ρόλο που έχει παίξει η ουσιοποίηση και φυσικοποίηση της διαφοράς στη συγκρότηση της ευρωπαϊκής ηγεμονίας, στη νομιμοποίηση της αποικιοκρατία, στην αναπαραγωγή του πατριαρχικού έμφυλου καθεστώτος, στη διαφοροποίηση «δικών μας» και «άλλων», αλλά και τον ρευστό και μεταβαλλόμενο χαρακτήρα της, τα πολλαπλά νοήματα τα οποία ενδύεται στον χρόνο και στον χώρο. Τα τελευταία χρόνια, χάρη και στην ανάπτυξη της ιστορίας των επιστημών και των επιστημονικών ιδεών, το ενδιαφέρον πολλών μελετητών έχει στραφεί στην ιστορία του ρατσισμού και των φυλετικών θεωριών. Οι χρονολογήσεις προκαλούν συχνά έκπληξη στους μη ειδικούς. Ενώ η χρήση του όρου «ρατσισμός» χρονολογείται μόλις στη δεκαετία του 1920, οι ιδέες που ταξινομούν τις ανθρώπινες ομάδες σε φυλές σύμφωνα με τα εξωτερικά τους φυσικά χαρακτηριστικά και τις ιεραρχούν ανάγοντας τα χαρακτηριστικά αυτά σε διανοητική ικανότητα, πολιτισμικό επίπεδο και κοινωνική οργάνωση είναι πολύ παλαιότερες. Έχουν τις ρίζες τους στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και τη διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης και είναι άλληλένδετες με την αναπαράσταση της (βόρειας και δυτικής) Ευρώπης ως κορωνίδας του πολιτισμού. Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι αποτέλεσαν για ένα περίπου αιώνα στη Δύση απολύτως αποδεκτές και έγκυρες επιστημονικές θέσεις με τεράστια απήχηση στο ευρύ κοινό, τροφοδότησαν κρατικές πολιτικές για τη βελτίωση της φυλετικής ποιότητας σε πολλές χώρες πριν γνωρίσουν τη διεθνή απόρριψη μετά τη σύνδεσή τους με τα εγκλήματα του ναζισμού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (…)

Το χρώμα του δέρματος

Σύμφωνα με τους μελετητές, οι θεωρίες για τη φυλετική ταξινόμηση των ανθρώπινων ομάδων έχουν την αφετηρία τους στις επιστημονικές επεξεργασίες του 18ου αιώνα που επικαλούνται εξωτερικά χαρακτηριστικά και ιδίως το χρώμα του δέρματος. Το σχετικό επιστημονικό ενδιαφέρον ενισχύθηκε από τις μεγάλες εξερευνήσεις και τη συνάντηση των Ευρωπαίων με άλλους πολιτισμούς. Η πίστη στην υπεροχή της λευκής φυλής και του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στον εκπολιτιστικό της ρόλο αποτέλεσα το υπόβαθρο για τη νομιμοποιήση της αποικιακής εξάπλωσης.
Στα μέσα του 19ου αιώνα επιστήμονες και φιλόσοφοι θα αντιπαρατεθούν για την ενότητα ή όχι του ανθρώπινου είδους, δηλαδή για το αν οι διαφορετικές φυλές ανήκουν στο ίδιο είδος ή έχουν διαφορετική αφετηριακή καταγωγή. Την εποχή αυτή, η ταξινόμηση και ιεράρχηση της ανθρώπινης ποικιλότητας με γνώμονα τη φυλή ταυτίστηκε με τη δυτική νεωτερικότητα της επιστήμης. Πλήθος επιστημονικές και φιλοσοφικές θεωρίες επιδίωξαν να εξηγήσουν τις φυλετικές διαφορές επικαλούμενες την αντικειμενική ουδετερότητα της μέτρησης και της παρατήρησης. Οι σχετικές συζητήσεις και οι θεσμικές απολήξεις διαφέρουν σημαντικά σε κάθε δυτική χώρα, ανάλογα με τις επιστημονικές  παραδόσεις, τις κυρίαρχες φιλοσοφικές θέσεις, αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες. Ωστόσο, κοινός άξονας των φυλετικών επιστημονικών θεωριών ήταν η πεποίθηση ότι οι άνθρωποι χωρίζονται σε φυλές που εμφανίζουν συγκεκριμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά και ότι η λευκή φυλή είναι ανώτερη.
Οι ειδικοί διαφωνούσαν ως προς τους παράγοντες που τεκμηρίωναν τους διαχωρισμούς των φυλών –ο πολιτισμός το σχήμα των κρανίων, το περιβάλλον, η γλώσσα, η κληρονομικότητα, η βιολογία–, αλλά δεν αμφισβητούσαν την ιεραρχική κατάταξή τους ούτε τη συσχέτισή τους με διακριτές κοινωνικές, πολιτισμικές και ηθικές ιδιότητες. Βασική τους επιδίωξη, που όμως παρέμενε ανέφικτη, ήταν να καταγραφούν τα χαρακτηριστικά των «καθαρών φυλών» κοντολογίς να σκιαγραφηθούν με σαφήνεια τα όρια ανάμεσα στις φυλές. Έτσι θα μπορούσαν να αποφευχθούν οι επικίνδυνες επιμειξίες και η συνεπαγόμενη –κατά τις αντιλήψεις της εποχής– απειλή εκφυλισμού της ανώτερης φυλής, αλλά και να ενισχυθεί η φυλετική διάσταση του έθνους, που αποκτά καθοριστική σημασία σε αυτόν «τον αιώνα των εθνών». Οι σχετικές συζητήσεις αποτέλεσαν τη βάση για να συγκροτηθούν επιστημονικοί κλάδοι με εξειδίκευση στη μελέτη της ανθρώπινης ποικιλομορφίας, και καταρχήν η φυσική ανθρωπολογία, αλλά και η γλωσσολογία, η βιολογία, η γενετική κ.λπ.
Η θεωρία της εξέλιξης έδωσε νέα διάσταση στις συζητήσεις για τη φυλή, γιατί ενδυνάμωσε το κύρος της βιολογίας.

Κύρος επιστημονικής αλήθειας

Έτσι, η βιολογική αιτιολόγηση της φυλετικής ιεράρχησης απέκτησε το κύρος επιστημονικής αλήθειας που παρέμεινε αδιαμφισβήτητο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Ενώ αρχικά φαινόταν ότι η έμφαση του δαρβινισμού στην αλλαγή μέσα από τη φυσική επιλογή δεν συνδυαζόταν με τις φυλετικές θεωρίες, που αντιμετώπιζαν τις φυλές ως σταθερές και αναλλοίωτες οντότητες, νέες θεωρίες υποστήριξαν ότι οι ανθρώπινες ομάδες υπάγονται στους ίδιους νόμους της εξέλιξης που ισχύουν για το ζωικό και φυτικό βασίλειο. Στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ό αιώνα, η πίστη στις βιολογικά καθορισμένες ανθρώπινες ομάδες θα εμπλουτιστεί τις νέες θεωρίες για τη σχέση μεταξύ της κληρονομικότητας και περιβάλλοντος, οι οποίες θα ενισχύσουν την πεποίθηση ότι κατάλληλες παρεμβάσεις μπορούν να βελτιώσουν τη φυλετική ποιότητα και να μειώσουν τους κινδύνους εκφυλισμού που ελλοχεύουν στις ανεπιθύμητες επιμειξίες. Ο κοινωνικός δαρβινισμός και η ευγονική, δηλαδή η πίστη ότι οι κοινωνίες εξελίσσονται όπως οι ζώντες οργανισμοί και ότι η βιολογία μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση του ανθρώπινου είδους μέσα από συγκεκριμένες πολιτικές, προσέλκυσαν πολλούς επιστήμονες: οραματίστηκαν τη συμβολή τους στην καταπολέμηση κοινωνικών παθογενειών και στην εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής μηχανικής, σε μια εποχή κατά την οποία οργανώνεται και επεκτείνεται η κρατική παρέμβαση σε τομείς του ιδιωτικού. Η ευγονική προσέφερε τη δυνατότητα σε πολλούς επιστήμονες, ιδίως γιατρούς, να παρέμβουν στο δημόσιο πεδίο και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο κύρος και ισχύ για τις ειδικότητές τους. Οι σχετικές επεξεργασίες, οι οποίες διαπέρασαν το πολιτικό φάσμα, τροφοδότησαν όχι μόνο εθνικές παρεμβάσεις και σχεδιασμούς, αλλά και ένα διεθνές ποικιλόμορφο ευγονικό κίνημα.

Επιστήμη και λαϊκή ιδεολογία

Μολονότι η βιολογική βάση της φυλής είχε την καθολική αποδοχή της επιστημονικής κοινότητας, ωστόσο στο ίδιο γύρισμα του αιώνα θα αρχίσουν να εμφανίζονται σημαντικές διαφωνίες μεταξύ των επιστημόνων. Θα αντιπαρατεθούν όσοι περιόριζαν τη σημασία της φυλής σε φαινοτυπικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους με όσους έκαναν την αναγωγή ανάμεσα σε αυτές τις διαφορές και σε ηθικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που θεωρούσαν ότι μεταβιβάζονται κληρονομικά. Οι διαφορετικές αυτές απόψεις τροφοδότησαν σκληρές διαμάχες μεταξύ των επιστημόνων σε διάφορες χώρες, αλλά πήραν την πιο έντονη μορφή τους στη Γερμανία. Το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ενέτεινε τις ευρωπαϊκές ανησυχίες για τη δημογραφική κατάσταση των ευρωπαϊκών χωρών, μέσα από τις οποίες οι φυλετικές θεωρίες απέκτησαν ευρύ ακροατήριο. Από την ίδια περίοδο η επιστήμη ως εξειδικευμένη γνώση διαφοροποιείται όλο και περισσότερο από την επιστήμη ως λαϊκής ιδεολογία. Ενώ η επιστημονική αμφισβήτηση της βιολογικής εγκυρότητας της φυλής εντείνεται, ταυτόχρονα αντιλήψεις για τις φυλές και το βιολογικό υπόβαθρο κοινωνικών προβλημάτων γίνονται ευρύτερα γνωστές και διαδίδονται μέσα από ποικίλες εκλαϊκεύσεις και σε πολλαπλά πεδία. Με άξονα τον «εθνοφυλετισμό», δηλαδή τη φυλετική πρόσληψη του έθνους στις διαφορετικές εκδοχές της κατά χώρα, στο επίκεντρο των σχετικών λαϊκών αντιλήψεων βρίσκονται οι φόβοι για φυλετικό εκφυλισμό, οι οποίοι εντείνονται από τις κοινωνικές συνέπειες του πολέμου και της οικονομικής κρίσης.

Η πολιτικοποίηση της διαφοράς

Παρά την ευρύτατη διείσδυση των φυλετικών ιδεών, ο Μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται σε πολλές δυτικές χώρες από τη δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ «ρατσιστών και αντιρατσιστών», δηλαδή επιστημόνων και διανοουμένων που παρεμβαίνουν στον δημόσιο χώρο για να υπερασπιστούν ή να αντικρούσουν τη βιολογική βάση της ανθρώπινης ποικιλομορφίας, τις κοινωνικές και πολιτιστικές επιδράσεις της και τις πολιτικές συνέπειες από την παραδοχή της. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανί και η θεσμοθέτηση της ναζιστικής αντίληψης για τη φυλετική κληρονομική κατηγοριοποίηση οδήγησαν στην υιοθέτηση του «επιστημονικού ρατσισμού» και της «φυλετικής υγιεινής», που υπαγόρευσαν μέτρα αρνητικής ευγονικής ενάντια σε όσους θεωρούνταν φυλετικά κατώτεροι. Η εξέλιξη αυτή επέτεινε το ρήγμα και πολιτικοποίησε τη διαφορά των στάσεων απέναντι στη φυλετική διάσταση. Όταν μετά τον πόλεμο έγιναν γνωστές οι συνέπειες της ναζιστικής ρατσιστικής πολιτικής και οι εκατόμβες που προκάλεσε, οι αντιρατσιστές επιστήμονες κατόρθωσαν να επιβάλλουν την καθολική απαξίωση των φυλετικών θεωριών, η οποία αποτυπώθηκε στην αποκήρυξή τους από την UNESCO και προκάλεσε πλήθος αντιπαραθέσεις. Ωστόσο οι λαϊκές αντιλήψεις για το βιολογικό υπόβαθρο της ανθρώπινης ποικιλότητας παρέμειναν, ενώ στο επίπεδο της επιστήμης οι σχετικές αναζητήσεις μετατοπίστηκαν στην ανάπτυξη της γενετικής, μέσα από την οποία γνώρισαν νέα καταξίωση και απήχηση τις επόμενες δεκαετίες, αλλά και έντονη αμφισβήτηση.

Από τη βιολογία στον πολιτισμό

Όπως έχει επανειλημμένα καταδειχθεί τα τελευταία χρόνια, η μεταπολεμική στροφή από τη βιολογία στον πολιτισμό σε ό,τι έχει σχέση με την απόρριψη της διαφοράς δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν οι φυλετικές θεωρήσεις. Η επανεμφάνιση του πολιτικού ρατσισμού τη δεκαετία του ’80 τροφοδότησε επεξεργασίες που έδειξαν ότι ο «νεορατσισμός» δεν είναι ρατσισμός χωρίς φυλή. Αντίθετα, τα σύγχρονα πολιτισμικά επιχειρήματα ενάντια στη μετανάστευση, την «πολυπολιτισμιμότητα» και την εθνοτική ποικιλία, που υποστηρίζουν τον ασύμβατο χαρακτήρα των πολιτισμικών «επιμειξιών», στηρίζονται σε μια ελάχιστα καλυμμένη ρατσιστική λογική με σαφές βιολογικό υπόβαθρο. Αλλά και ο κοινότοπος χαρακτήρας που έχουν οι καθημερινές χρήσεις οργανικών και βιολογικών μεταφορών, όπως η διατύπωση «είναι γραμμένο στο ντι εν έι» για αναφορές σε συλλογικές αντιλήψεις και συνήθειες, μαρτυρεί ότι η βιολογική προσέγγιση της διαφοράς έχει τόσο βαθιές ρίζες που δεν γίνονται συνήθως αντιληπτές. Η διάσταση της «φυλής» μοιάζει τόσο στενά υφασμένη στο πολιτικό ασυνείδητο της Δυτικής Ευρώπης, ώστε διαπερνά τις πολιτισμικές εκφράσεις και τις κοινωνικές πρακτικές και σχέσεις με τρόπους που, όπως δείχνουν τα κείμενα του τόμου αλλά και η καθημερινή μας εμπειρία, έχουν συγκεκριμένες υλικές συνέπειες.

Οι φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα

CHARLOTTESVILLE, USA - AUGUST 11: Neo Nazis, Alt-Right, and White Supremacists encircle and chant at counter protestors at the base of a statue of Thomas Jefferson after marching through the University of Virginia campus with torches in Charlottesville, Va., USA on August 11, 2017. (Photo by Samuel Corum/Anadolu Agency/Getty Images)

CHARLOTTESVILLE, USA – AUGUST 11: Neo Nazis, Alt-Right, and White Supremacists encircle and chant at counter protestors at the base of a statue of Thomas Jefferson after marching through the University of Virginia campus with torches in Charlottesville, Va., USA on August 11, 2017. (Photo by Samuel Corum/Anadolu Agency/Getty Images)

Οι φυλετικές θεωρίες στην Ελλάδα και η παρουσία τους σε διάφορα είδη λόγου, επίσημου και ανεπίσημου, έχουν μόλις τα τελευταία χρόνια αρχίσει να απασχολούν αυτόνομα την έρευνα. Οι μελετητές συμφωνούν ότι η εμφάνισή τους εντοπίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα και ότι παλαιότερες αναφορές στη φυλή έχουν αρχαϊκό και θρησκευτικό χαρακτήρα και συνδέονται στενά με τις διαδοχικές εκδοχές τού ελληνικού εθνικιστικού λόγου και των μεταμορφώσεών του. Η διαπλοκή του ελληνικού εθνικισμού με διαφορετικές εννοιολογήσεις της φυλής παραμένει κεντρική και μετά την εμφάνιση και διάχυση των φυλετικών θεωριών. Όπως επισημαίνουν και πολλοί συγγραφείς στον παρόντα τόμο, η έμφαση τις τελευταίες δεκαετίες στην ιστορική μελέτη του εθνικισμού επισκίασε τη σημασία και την επίδραση των φυλετικών θεωριών, με αποτέλεσμα «η φυλή να παραμένει κρυμμένη πίσω από το έθνος». Ο ελληνικός εθνικισμός βρέθηκε εξαρχής δέσμιος σε μια καίρια αντίφαση αναφορικά με τη διάσταση της φυλής. Από τη μια, οι απόψεις του Φαλμεράγιερ για τη φυλετική ρήξη ανάμεσα στους αρχαίους και τους νέους Έλληνες ανάγκασαν πρώιμα ήδη από τη δεκαετία του 1830, τους υπερασπιστές της εθνικής συνέχειας να προβάλουν πολιτισμικά τεκμήρια δίπλα στα φυλετικά· από την άλλη, οι προσπάθειες των ελλήνων επιστημόνων να συγχρονίσουν τους νεοσύστατους κλάδους τους με τα επιστημονικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής χώρας στην οποία σπούδασαν προσέκρουαν στην επιθυμία τους να τεθούν στην υπηρεσία της «εθνικής επιστήμης».

Έθνος και φυλή

Η αντίφαση αυτή, που ενισχύεται από την αποσπασματική και συχνά διαμεσολαβημένη ενημέρωση για τις ευρωπαϊκές φυλετικές θεωρίες, διαπερνά το έργο και τις απόψεις πολλών επιστημόνων και διανοούμενων που πραγματεύθηκαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το ζήτημα της συνέχειας της «ελληνικής φυλής» (του «ελληνισμού») και επιχείρησαν να προτείνουν μέσα για την προστασία της. Είναι αλήθεια ότι πολλές εργασίες έχουν κατά καιρούς αναφερθεί στις ποικίλες νοηματοδοτήσεις της φυλής από τον 19ο αιώνα και τις μεταβολές τους στον χρόνο ανάλογα με τη συγκυρία που καθόρισε το περιεχόμενο του έθνους: από τη φυλετικοπολιτιστική συνέχεια του αντιφαλμεραγιερισμού από τη δεκαετία του 1830 και μετά, στη θρησκευτική εκδοχή της φυλής στη συγκυρία του βουλγαρικού σχίσματος, στον εθνοφυλετικό αλυτρωτισμό που εκβάλλει στο Μακεδονικό στο γύρισμα του αιώνα και από εκεί στις πολλαπλές νοηματοδοτήσεις της «ελληνικότητας» στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Κατά τον Μεσοπόλεμο, η διάχυση του όρου «φυλή» είναι τέτοια ώστε γίνεται κονός τόπος, συσκοτίζοντας τα πολλαπλά και συχνά αντιτιθέμενα νοήματά του. Ωστόσο, τα κενά της έρευνας παραμένουν και δεν επιτρέπουν ακόμη μια συνθετική προσέγγιση (…)
Κύρια διαπίστωση είναι η αδιάρρηκτη σύζευξη των φυλετικών ιδεών με τον κυρίαρχο ελληνικό εθνικισμό. Οι φυλετικές θεωρίες όχι μόνο ενσωματώθηκαν και απορροφήθηκαν από τον εθνικισμό, αλλά τέθηκαν συστηματικά στην υπηρεσία του, άλλοτε φανερά και δεκτό περιεχόμενό τους όσο και την πολιτική τους εμβέλεια, ενώ συγχρόνως διευκόλυνε την αποσπασματική τους διάχυση και τη μακροημέρευσή τους σε ποικίλους επίσημους και ανεπίσημους λόγιους και λαϊκούς λόγους.

Ένας ήπιος φυλετισμός

Μολονότι οι φυλετικές ιδέες ήταν ευρύτατα διαδεδομένες, οι απαιτήσεις της «εθνικής επιστήμης», κληρονομιά του 19ου αιώνα, λειτούργησαν ανασχετικά στην αποδοχή των πιο βιολογικών εκδοχών τους. Οι έλληνες επιστήμονες και διανοούμενοι, που τις επεξεργάστηκαν και τις υποστήριξαν συνεκτικά κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τις προσάρμοσαν ανάλογα και τις συναρμολόγησαν σε ιδιότυπες θεωρίες για την «ελληνική φυλή». Οι περισσότεροι διατύπωσαν εκδοχές ενός ποικίλου αλλά ήπιου φυλετισμού, στον οποίο η σημασία της βιολογίας μετριάζεται προς όφελος άλλων παραμέτρων που αποδεικνύουν την «εθνική συνέχεια», όπως είναι η γεωγραφία, το κλίμα, ο τόπος και ο πολιτισμός (…)
Οι κρατικοί θεσμοί έθεσαν επανειλημμένα τις φυλετικές θεωρίες στην υπηρεσία των συγκυριακών αναγκών της «εθνικής υπόθεσης». Απέρριψαν τις προτάσεις για θέσπιση ευγονικών μέτρων, αλλά υιοθέτησαν εθνοφυλετικές προσεγγίσεις για να προωθήσουν τα ελληνικά συμφέροντα στη Μακεδονία ή για να καταπολεμήσουν τον «σλαβοκομμουνισμό». Εξίσου συγκυριακές και εργαλειακές εμφανίζονται διαχρονικά και οι δικαιικές εννοιολογήσεις της «καταγωγής» και του «γένους».
Η κυριαρχία του εθνοφυλετικού λόγου αποδεικνύεται διαχρονικό χαρακτηριστικό, με εμφανή παρουσία στο παρόν. Η φυλετική εννοιολόγηση του έθνους παίρνει στο παρόν διαφορετικές μορφές που προσαρμόζονται στο πολιτικό πρόσημα των ποικίλων ακροατηρίων της συγκυρίας. Σταθερή διαχρονική συνιστώσα της, μετά την κατάργηση των παλαιότερων «εξωτερικών» και «εσωτερικών» εχθρών, αποτελεί ο διάχυτος, λαϊκός, κοσμικός και θρησκευτικό αντισημιτισμός.