Ομολογία ηθικής αμηχανίας

Συνέντευξη με τον συγγραφέα και ιστορικό Δημοσθένη Παπαμάρκο, με αφορμή την παράσταση «Εξημέρωση»

Από τη στιγμή που βασίζεις μια αφήγηση πάνω σε μαρτυρίες,
εξημερώνεις την εικόνα του βιώματος.
Και μπορεί να καταλήξει και σε καλλιτεχνικό προϊόν.
Δηλαδή να συγκινηθεί ο θεατής,
να αισθανθεί ότι έκανε το καθήκον του απέναντι στην ενοχή του… 

Σε μια σχεδόν άδεια σκηνή, με ελάχιστα στοιχεία, λίγο χώμα και στάχυα, δύο δοχεία με νερό, μία χάρτινη οθόνη, ένα σκοινί, που χρησιμοποιούνται μεταμορφώνοντας το χώρο με μεγάλη επινοητικότητα, οικονομία και ακρίβεια, ο ποιητικός λόγος του συγγραφέα αναμετράται με τις ηχητικές μαρτυρίες και τις εικόνες των προσφύγων. Με το ανοιχτό στους θεατές παρασκήνιο, το μηχανικό ήχο, την κίνηση των ηθοποιών, το φως και τις σκιές,  μακριά από κάθε πιθανή νατουραλιστική αναπαράσταση, η σκηνοθέτις Γεωργία Μαυραγάνη και ο συγγραφέας Δημοσθένης Παπαμάρκος μας θέτουν απέναντι στο άρρητο: την ανθρώπινη συνθήκη.
Με αφορμή τη θεατρική παράσταση «Εξημέρωση», που ανεβαίνει στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, από τις 16 έως τις 26 Ιανουαρίου [www.onassis.org/el/whats-on/taming] η «Εποχή» συνάντησε τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και μίλησε μαζί του.

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

Πώς βρέθηκες στο θέατρο;

Στο θέατρο μπήκα λίγο τυχαία, λιγότερο από δική μου επιθυμία και περισσότερο από προτάσεις ανθρώπων που εκτιμούσα πολύ. Η πρώτη μου επαφή με το χώρο ήταν όταν έγραψα το λιμπρέτο για την Ειρήνη του Αριστοφάνη που μου είχε ζητήσει ο Νίκος Κυπουργός.

Με το σινεμά, νομίζω, ήταν πιο στενή η σχέση σου.

Δουλεύω στην εταιρεία παραγωγής Falhro House και συνεργάστηκα στο σενάριο της τελευταίας ταινίας του Γιάννη Οικονομίδη, «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Στο σινεμά είναι πιο συνειδητή η κίνηση. Στο θέατρο συνεργάστηκα με τον Κυπουργό και μετά με την Γεωργία Μαυραγάνη. Η Γεωργία είχε ανεβάσει το Γκιακ στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος. Έτσι γνωριστήκαμε και καταλάβαμε ότι έχουμε μια κοινή θέση για πολλά πράγματα, που μας φέρνει κοντά. Έτσι προέκυψε η συνεργασία μας, όταν η Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ζήτησε από τη Γεωργία μια εικοσάλεπτη παράσταση για το Φεστιβάλ Θεάτρου της Στουτγάρδης, το καλοκαίρι του 2018, που είχε τίτλο «The future of Europe». Το θέμα ήταν το προσφυγικό και αισθανόμουν ότι με ζόριζε πολύ για να το χρησιμοποιήσω για κάτι καλλιτεχνικό, το αισθανόμουν σαν εκμετάλλευση, το ίδιο αισθανόταν και η Γεωργία. Σκέφτηκα να γράψω μια παραβολή, αρχικά από την αρχαία ασσυριακή ιστορία, τελικά από τον Ηρόδοτο. Παράλληλα, αρχίσαμε να παίρνουμε συνεντεύξεις από πρόσφυγες, κυρίως για να καταλάβουμε και όχι για να χρησιμοποιήσουμε τις συνεντεύξεις ως υλικό. Αυτή ήταν η πρόθεσή μας, εξαρχής. Η θέση μας απέναντι στο θέμα είναι αυτό που παρουσιάζουμε στην τωρινή παράσταση μας. Η στάση μας ως κοινωνία απέναντι στους πρόσφυγες είναι ότι τις προσφυγικές μαρτυρίες τις συλλέγουμε, τις καταναλώνουμε, αλλά οι μαρτυρίες τους δεν φτάνουν ποτέ, άμεσα, σ’ εμάς, αλλά με τη διαμεσολάβηση γίνονται υλικό αφήγησης. Από τη στιγμή που βασίζεις μια αφήγηση πάνω σε αυτές τις μαρτυρίες, εξημερώνεις την εικόνα του βιώματος. Την απαλύνεις, την αμβλύνεις, και μπορεί να καταλήξει και σε καλλιτεχνικό προϊόν. Δηλαδή να καταναλωθεί σε ένα εικοσάλεπτο, να συγκινηθεί ο θεατής, να αισθανθεί ότι έκανε το καθήκον του απέναντι την ενοχή του…

Υπάρχει και μια καλλιτεχνική κίνηση «εξημέρωσης» σε ό,τι αφορά την αφήγηση του Ολοκαυτώματος. Η εξημέρωση είναι λέξη με αρνητική φόρτιση, με πικρούς συνειρμούς.

Η εξημέρωση έχει κάτι το φοβερά αλαζονικό, το φοβερά εξουσιαστικό γιατί θεωρείς ότι το προϊόν της εξημέρωσης είναι το ίδιο με το αρχικό ον που εξημέρωσες –είτε αυτό είναι ένα γεγονός είτε ένα ζώο. Σχετικά με το Ολοκαύτωμα, ο τρόπος που γίνονται κάποιες συζητήσεις αμβλύνουν το τερατώδες του Ολοκαυτώματος.

Ναι, γιατί υπάρχει και μια αισθητικοποίηση όλου αυτού, παρά την κριτική αντίδραση απέναντι στους καλλιτέχνες με αυτήν την πολιτική στάση.

Ακριβώς. Η κουβέντα έχει ξεκινήσει και από ’κει. Κι εμείς δεν θέλαμε να παραχθεί μια παράσταση που όλο αυτό θα το αισθητικοποιεί. Ό,τι αισθητικοποιείται, θέλαμε να φαίνεται. Να υπάρχει ομολογία και της ηθικής αμηχανίας, να το πω έτσι, απέναντι σε όλο αυτό.

Υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη τηλεοπτική καταναλωτική προβολή αποκαμωμένων, εξοντωμένων ανθρώπων. Βλάσφημη, θα έλεγα.

Η ουσία της παράστασης είναι αυτή: όταν οικειοποιείσαι ακόμα και την πρωτογενή μαρτυρία και την επαναφηγείσαι με έναν τρόπο πιο τεχνικό, ήδη έχει αμβλυνθεί σε ένα πρώτο επίπεδο. Όταν το βίωμα γίνεται μαρτυρία από κάποιον που το έχει βιώσει, και μετά το αφηγείται κάποιος άλλος, κι ύστερα κάποιος άλλος, όλο αυτό ο καθένας το μεταπλάθει σύμφωνα με τη δική του κρίση. Ακόμα κι αν πιστεύει ότι εκείνη τη στιγμή διαφυλάσσει την αυθεντικότητα. Από τη στιγμή που κάτι γίνεται αφήγηση, εξημερώνεται. Τώρα κάποιες «εξημερώσεις» έχουν σκοπό την αλλοίωση, την αναθεώρηση του αρχικού γεγονότος, παραπάνω από ό,τι θα έπρεπε. Oπότε δεν γίνεται απλά βλάσφημο αλλά κακόβουλο. Και ζημιογόνο για την κοινωνία.

Η παράσταση λειτουργεί εξαιρετικά με την απόσταση. Και στο βιβλίο σου «Γκιακ», πάντως, είχα αυτή την εντύπωση, ότι το γλωσσικό ιδίωμα των προσώπων, στην αρχή, δημιουργεί αίσθηση ανοίκειου.

Εγώ έχω την αντίθετη άποψη, σε ό,τι αφορά το Γκιακ, ότι η γλώσσα είναι μία πύλη εισόδου στον κόσμο τους. Στην αρχή μπορεί να λειτουργεί με αίσθηση ανοικειότητας, που το θέλω για να καταλάβει ο αναγνώστης ότι μιλάμε για μια άλλη τάξη πραγμάτων, μετά, όμως, βρίσκεσαι ήδη στο ρυθμό της αφήγησης και στον κόσμο αυτών των ανθρώπων. Στην Εξημέρωση έχω κάνει το ανάποδο. Ο λόγος του κειμένου της Εξημέρωσης είναι πολύ απομακρυσμένος από τον καθημερινό λόγο, όπως είπα, ακριβώς για να υπογραμμίσει ότι ο λόγος μπαίνει και παραλλάσσει τα γεγονότα ακόμα κι αν τα αφηγηθεί με ακρίβεια. Ότι ο τρόπος τελικά που αφηγείσαι, αν έχει μια τεχνική, μοιραία εξημερώνει, αμβλύνει, παραλλάσσει το αρχικό γεγονός. Κι αυτό θα ’θελα να είναι ορατό σε ένα πρώτο επίπεδο. Μια υπενθύμιση ότι είσαι έξω. Κάθε αφηγητής φτιάχνει μια δική του ιστορία. Σε ό,τι αφορά το κείμενο μου, οι ιστορίες που υπάρχουν είναι πολύ απομακρυσμένες από το σήμερα κι αυτό ήταν το ζητούμενο. Μια απόσταση τόσο μεγάλη που σε κάνει να ξεχνάς ότι μιλάμε για ιστορικά γεγονότα και κάπως σου δίνει και μια αίσθηση μυθολογίας.

Ναι, άλλωστε, η πρώτη φράση που προβάλλεται στην οθόνη είναι: Μίλητος και Σύβαρις. Η μία εκεί που είναι για τους Έλληνες η Ανατολή, η άλλη εκεί που είναι η Δύση. Κι ανάμεσά τους ένα πέλαγος και στο μέσο του πελάγους μια σπηλιά και στο μέσο της σπηλιάς ένα βάθρο.

Αντλώ έμπνευση από την αρχαία ιστορία: από τον Ηρόδοτο την καταστροφή της Μιλήτου, στο τέλος της Ιωνικής επανάστασης, από τον Πλούταρχο το θάνατο του Κίμωνα, στο τέλος της εκστρατείας της αθηναϊκής ηγεμονίας στην Κύπρο, από μια ιστορία κατάβασης στον Κάτω Κόσμο που είναι μια αναφορά στην παράδοση Καθόδου στον Κάτω Κόσμο. Η παραβολή της Μιλήτου ενσωματώθηκε σε ένα μεγαλύτερο πλαίσιο που περιλαμβάνει την ανθρώπινη κατάσταση. Είτε πρόκειται για μια συγκλονιστική εμπειρία είτε για το θάνατο. Ο θάνατος είναι το όριο που, περνώντας το, δεν μπορείς να μιλήσεις για την εμπειρία σου. Όλα τα άλλα, ο ανθρώπινος νους και ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να τα εντάξει κάπου, για το θάνατο δεν έχεις δεδομένα. Ό,τι μπορεί να λεχθεί γι’ αυτόν είναι μυθοπλασία.