Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης αποχαιρετά τις πρόωρες κάλπες;

giourgos

Οι διακινητές της φημολογίας ότι κ. Μητσοτάκης αιφνιδιάστηκε από τη συνέντευξη του προέδρου του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής, μάλλον το δικό τους αιφνιδιασμό προσωποποιούν στον αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας.
Ο κ. Μητσοτάκης, ναι, δυσαρεστήθηκε από τα όσα θετικά επιφύλαξε για τον πρωθυπουργό ο κ. Ντάισελμπλουμ –«επιτυχημένος πολιτικός», «στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, ως όφειλε», «ικανός να καθοδηγήσει τη χώρα του στο δρόμο της σταθερότητας»–, αλλά δεν αιφνιδιάστηκε. Η προτροπή του προέδρου του Eurogroup προς τους διεθνείς επενδυτές να εμπιστευθούν το επενδυτικό περιβάλλον στην Ελλάδα –το οποίο χαρακτήρισε «όλο και περισσότερο ασφαλές», αφήνοντας ξεκρέμαστα τα περί «κυβέρνησης που διώχνει τις επενδύσεις»–, δυσαρέστησε τον κ. Μητσοτάκη, όμως δεν τον αιφνιδίασε. Η παραδοχή ότι «η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να επιβραβευτεί για τη δουλειά που έχει κάνει», ενόχλησε βέβαια τον αρχηγό της ΝΔ, αποκαλύπτοντάς του πόσο επιπόλαια ελιτίστικο ήταν εκ μέρος του να υποεκτιμήσει τις ικανότητες της «πληβείας» κυβέρνησης, ιδιαιτέρως του επικεφαλής της, να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις σχέσεις με τις ελίτ των εταίρων και πιστωτών, αλλά δεν τον αιφνιδίασε.
Είχε προηγηθεί η κατ’ ιδίαν συνάντησή του το απόγευμα της 25ης Σεπτεμβρίου με τον κ. Ντάισελμπλουμ στην Αθήνα. Η οποία δεν εξαντλήθηκε στις διαβεβαιώσεις προς τον επικεφαλής του Eurogroup αναφορικά με τους σχεδιασμούς της ΝΔ για την οικονομία, τις επενδύσεις, τις μεταρρυθμίσεις, κ.ο.κ. Είναι παραπάνω από βέβαιο ότι στα όσα έμειναν πίσω από τις κλειστές πόρτες, συμπεριλαμβάνεται η ρητά διατυπωμένη επιθυμία του άξονα Βρυξελλών – Βερολίνου να μην διαταραχθεί η πολιτική σταθερότητα μέχρι, τουλάχιστον, την ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης και την έξοδο από το μνημονιακό πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2018. Ο κ. Μητσοτάκης ήταν ενήμερος.

Ό, τι το πιο προσχηματικό μπορούσε να ειπωθεί

Δεν ήταν, άρα, προϊόν αιφνιδιασμού η απάντησή του στην προτροπή του κ. Ντάισελμπλουμ να εγκαταλειφθεί κάθε σκέψη για εκλογές πριν από το 2019. Η δήλωσή του ότι «το Σύνταγμα ορίζει ότι οι εκλογές γίνονται, όταν χαθεί η κυβερνητική πλειοψηφία ή όταν ο πρωθυπουργός αποφασίσει να προκηρύξει πρόωρες εκλογές», ήταν απλώς ό, τι το πιο προσχηματικό μπορούσε να ειπωθεί. Σαν τέτοιο το εξέλαβαν οι Βρυξέλλες, όχι ως άρνηση συμμόρφωσης, κι αυτό ο κ. Μητσοτάκης το ξέρει. Όπως επίσης ξέρει ότι με τον τρόπο αυτό ικανοποιεί μια μερίδα του ακροατηρίου του, στο βαθμό που με τη φράση του «όταν χαθεί η κυβερνητική πλειοψηφία» αφήνει κάποιο χώρο στις κενολογίες για πρόωρες εκλογές, προς καθησυχασμό του σκληρού εσωκομματικού μπλοκ, προς το οποίο ρέπει από ιδιοσυγκρασία.
Όχι λιγότερο ενδιαφέρον είναι, πάντως, και το άλλο σκέλος της ίδιας φράσης. Αυτό όπου ο κ. Μητσοτάκης αναγνωρίζει ότι «οι εκλογές γίνονται όταν ο πρωθυπουργός αποφασίσει να προκηρύξει πρόωρες εκλογές». Αναγνωρίζοντας το συνταγματικό προνόμιο του πρωθυπουργού, ως μείζονος πολιτειακού παράγοντα, να προκηρύσσει πρόωρες εκλογές, έμμεσα διεκδικεί για τον εαυτό του το δικαίωμα να ζητά, όπως τόσες φορές έκανε στο παρελθόν, πρόωρες εκλογές, έστω ως «ελάσσων τη τάξει» θεσμικός παράγοντας. Μάλλον θεωρεί ότι έτσι εξασφαλίζει κάποια ελαφρυντικά για την έως τώρα εμμονή του στις πρόωρες κάλπες και, κυρίως, για το ότι δεν αξιολόγησε επαρκώς το μήνυμα που εξέπεμπαν εδώ και μήνες όλοι οι ευρωπαίοι παράγοντες, από τους κκ Μοσκοβισί και Ρέγκλινγκ, μέχρι τους κκ Ντάισελμπλουμ και Ντράγκι. Ότι, δηλαδή, η Ευρώπη δεν επιθυμεί την πρόκληση πολιτικής αστάθειας στην Ελλάδα, ότι η άρση της ελληνικής εκκρεμότητας είναι για τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο στόχος απόλυτης προτεραιότητας.
Ένας στόχος που έγινε επιτακτικότερος μετά τις γερμανικές εκλογές, αλλά και τις ανοιχτές προκλήσεις που αντιμετωπίζει εσχάτως η ΕΕ: Η δύστροπη έξοδος της Βρετανίας. Η ανάφλεξη της καταλανικής ανεξαρτησίας στην Ισπανία. Οι εκλογές της ερχόμενης Κυριακής στην Αυστρία, όπου διακυβεύεται το μέλλον του συνασπισμού που κυβερνά τη χώρα τα τελευταία δέκα χρόνια, με τον υποψήφιο των συντηρητικών να προηγείται σταθερά του σοσιαλδημοκράτη νυν καγκελαρίου, ο οποίος βάλλεται επικίνδυνα και από το ακροδεξιό κόμμα FPO στη διεκδίκηση της δεύτερης θέσης. Η κρίση που εγκυμονούν στην Ιταλία οι μήνες μέχρι το Μάιο του 2018, οπότε η χώρα οδηγείται στις κάλπες, που η αβέβαιη ετυμηγορία τους απειλεί με αστάθεια τη χώρα με το υψηλότερο χρέος σε απόλυτους αριθμούς στην ευρωζώνη, με σχεδόν μηδενική ανάπτυξη την τελευταία δεκαετία, με το χαμηλότερο στην Ευρώπη δείκτη υποστήριξης του ευρώ από τους ψηφοφόρους.
Παρά τα αμφίβολα αντανακλαστικά του, ο κ. Μητσοτάκης φαίνεται να αντιλήφθηκε ότι το είδος της αντιπολίτευσης στην οποία έχει εθιστεί, εξάντλησε τα περιθώριά του. Η στροφή έχει αποφασιστεί, αν σωστά ερμηνεύεται η απόφαση για έκτακτο συνέδριο τον Δεκέμβριο. Η πραγματοποίησή του, πέραν του να αντισταθμίσει τις θετικές για την κυβέρνηση «εισπράξεις» από την επιτυχή ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης, αναμένεται να επικυρώσει την εγκατάλειψη κάθε προσδοκίας για άμεση πολιτική ανατροπή και πρόωρες κάλπες. Παράλληλα, θα απαλλάξει τον αρχηγό από την ευθύνη της προσωπικής απόφασης για αλλαγή πορείας, μεταθέτοντάς την στην απρόσωπη συλλογικότητα.
Δεν θα τον απαλλάξει, ωστόσο, από την ευθύνη να πρέπει να συγκεράσει δύο διαμετρικά αντίθετες τάσεις. Εκείνη των μετριοπαθών, που περιμένουν από το συνέδριο να επανεπιβεβαιώσει την κεντροδεξιά πολιτική ταυτότητα του κόμματος και να δώσει κυβερνητικό πρόγραμμα με βάθος χρόνου. Και εκείνη της σκληρής πτέρυγας, που θα επιμείνει στη σκληρή αντιπολιτευτική γραμμή, βέβαιη ότι η στροφή προς το κέντρο δεν θα αποφέρει κέρδη, αλλά, αντίθετα, θα σημάνει σοβαρές απώλειες από τα δεξιά.
Δύσκολος γρίφος ακόμη και για ηγέτες μεγάλου διαμετρήματος. Το συνέδριο θα είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία για τον κ. Μητσοτάκη να δείξει αν διαθέτει στόφα. Αν επιλέξει να ηγηθεί της μετριοπάθειας θα βγει κερδισμένος. Το έχει καταλάβει; Μπορεί; Το ήθος της επόμενης αγόρευσής του στη Βουλή θα δείξει.

Κωστής Γιούργος