Ο ελληνικός «φονταμενταλισμός»

ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΣΥΡΙΖΑ ΚΗΦΙΣΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΡΑΤΟΥΣ-ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ekklisia

«Η διαμόρφωση διακριτών ρόλων μεταξύ κράτους και εκκλησίας είναι προς το συμφέρον και των δύο πλευρών, δηλαδή, εν τέλει προς το συμφέρον της κοινωνίας», τόνισε στην αρχή της ομιλίας του ο βουλευτής και τέως υπουργός Παιδείας, Νίκος Φίλης, στην εκδήλωση του ΣΥΡΙΖΑ Κηφισιάς για τη συνταγματική αναθεώρηση, την Τετάρτη που μας πέρασε.
Οι ομιλίες της εκδήλωσης για τις σχέσεις πολιτείας-εκκλησίας, στην οποία παρευρέθησαν πέραν πολιτικών προσώπων και εκκλησιαστικοί εκπρόσωποι, εστίασαν την προσοχή τους στη διαστρεβλωμένη θέση που έχει λάβει η δεύτερη μέσα στην καθημερινότητα. Η ανατολική ορθόδοξη εκκλησία στην Ελλάδα αντί να επιδίδεται στο θρησκευτικό της έργο, που είναι η σύνδεση του ατόμου, εφόσον το επιθυμεί, με το μεταφυσικό και το θείο, έχει λάβει ρόλο ρυθμιστή των κοινωνικών σχέσεων της χώρας, υποσκελίζοντας, δηλαδή, την αρμοδιότητα της πολιτείας, όπως περιέγραψε η καθηγήτρια Συνταγματικού Δικαίου, Ιφιγένεια Καμτσίδου. «Η εκκλησία της Ελλάδος, σχεδόν από την ίδρυσή της, ανέλαβε μια σημαντική ιδεολογικοπολιτική αποστολή: ως εκκλησία του κράτους συνέβαλε στη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης κατά την περίοδο της εθνικής ολοκλήρωσης, μέσω της Μεγάλης Ιδέας. Η πρόσδεση της εκκλησίας με το κράτος την έφερε κοντά στην πολιτική, την εκκοσμίκευσε», πρόσθεσε.

Η πολιτική εξουσία της εκκλησίας

Η εκκλησία, λοιπόν, δεν περιορίζεται να λέει στον πιστό με ποιο τρόπο μπορεί να έρθει σε επαφή με το θεό, να είναι καλός χριστιανός κτλ, μέσω μιας ατομικής, εσωτερικής πορείας, αλλά ασκεί τη «θεία» εξουσία της ορίζοντας αποδεκτές και μη πρακτικές, από σεξουαλικής συνεύρεσης και ενδυματολογικής εμφάνισης, μέχρι πολιτικής συμπεριφοράς και προτίμησης. «Η εκκλησία πια ποιμαίνει μέσω της άσκησης εξουσίας. Αυτή είναι μια συνθήκη που δεν ήταν πάντα έτσι. Για παράδειγμα, δεν ήταν πάντα κοινή η νομολογία του γάμου με το θρησκευτικό μυστήριο. Γίνεται κατά το 17ο αιώνα και μ’ αυτό τον τρόπο η εκκλησία με τα κωλύματα του γάμου που προβάλλει, ελέγχει το οικογενειακό δίκαιο του κράτους», περιέγραψε ο Δημήτρης Μόσχος, καθηγητής Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά την ομιλία του, που εξηγούσε ιστορικά τη σύνδεση της εκκλησίας με το κράτος.
Κατά κύριο λόγο, μάλιστα, η άσκηση εξουσίας από την εκκλησία γίνεται προς όφελος συντηρητικών ιδεολογιών και ρατσιστικών πρακτικών εις βάρος άλλων θρησκευτικών και κοινωνικών ομάδων. Τα παραδείγματα είναι πλούσια και όλοι οι ομιλητές θύμισαν και από ένα: «Δεν είναι τυχαία η φράση του μακαρίτη Χριστόδουλου, ο οποίος καλωσόρισε τη “Δεξιά του Κυρίου”, όταν η ΝΔ κέρδισε τις εκλογές το 2004», υπενθύμισε ο Νίκος Φίλης. Όπως δεν ήταν τυχαία ή μεμονωμένα περιστατικά οι δηλώσεις ιεραρχών υπέρ του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, «τα καλά παιδιά με τις μαύρες μπλούζες» ή «αποφεύγοντας κάποιες ακρότητες θα καταστείτε μια γλυκιά ελπίδα για τον απελπισμένο πολίτη», και διάφορες ακόμα τοποθετήσεις που σχολίασε ο Κωστής Παπαϊωάνου, δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τέως πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Το κράτος δεν πρέπει να θρησκεύεται

Πέραν, όμως, ότι η εκκλησία πολιτεύεται, ξεπερνώντας τα όρια του ρόλου της, και το κράτος αντίστοιχα θρησκεύεται, θέτοντας ορθόδοξες πρακτικές σε πλήθος διοικητικών διαδικασιών (θρησκευτικός όρκος στη Βουλή και τα δικαστήρια, αγιασμοί για την έναρξη σχολικού και δικαστικού έτους κτλ). Αντίστοιχα λαμβάνει θρησκευόμενο ρόλο και μέσω διαφόρων συμβολισμών που έχουν παρεισφρήσει στην κοσμική καθημερινότητα, από τις εικόνες μέσα στα δημόσια κτίρια, μέχρι τη ρητορική μέσα στο Σύνταγμα. «Στο προοίμιο του Συντάγματος γίνεται η επίκληση: “Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος”. Η επίκληση αυτή, μπορεί να μην έχει καμία άμεση συνταγματική αξία, λανθάνει όμως η συμβολική σημασία της. Το Σύνταγμα θεμελιώνεται “εις το όνομα του Λαού”, αν κρίνουμε από τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 του Συντάγματος. Δεν χρειάζεται καμία άλλη νομιμοποίηση, πόσο μάλλον υπερβατικού χαρακτήρα. Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη επίκληση της αγίας τριάδας έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με το “πιστεύω” των μη χριστιανών ελλήνων πολιτών, αλλά και ελλήνων πολιτών που πιστεύουν σε άλλα χριστιανικά δόγματα», επισήμανε ο Νίκος Φίλης.
Όλα αυτά τα γεγονότα θίγουν στην πράξη τόσο την ανεξιθρησκεία, όσο και την ουδετερότητα που πρέπει να έχει ένα κράτος. «Το χαρακτηριστικό μιας θρησκευτικής κοινότητας είναι ότι κανένα από τα μέλη της δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ιερότητα των κανόνων που ρυθμίζουν την καθημερινή πράξη και τις σχέσεις των μελών, αλλιώς φεύγει από αυτήν. Αντίθετα, το κοσμικό κράτος στηρίζει επίσης τη λειτουργία του σε κανόνες που αφορούν τις ανθρώπινες σχέσεις, μόνο που αυτοί οι κανόνες, πρώτον, έχουν κοινωνική καταγωγή και δεύτερον, βρίσκονται υπό διαρκή αμφισβήτηση και αλλάζουν. Το κράτος δεν έχει καμία θρησκεία και δεν μπορεί να έχει, ακριβώς για να μπορεί να προσαρμόζεται στις νέες κοινωνικές ανάγκες», εξήγησε η Ιφιγένεια Καμτσίδου. Η δημοκρατία λαμβάνει υπόψιν τις γνώμες όλων των μελών της, επειδή δεν αποδέχεται την ύπαρξη της μίας μόνο παντοτινής αλήθειας, γεγονός που καθιστά αδύνατο το χαρακτηρισμό της από οποιοδήποτε δόγμα. Το δημοκρατικό κράτος δεν μπορεί να είναι ορθόδοξο χριστιανικό, καθολικό, ισλαμικό κοκ, αλλά πρέπει να εξασφαλίζει την ελεύθερη ύπαρξη όλων αυτών των κοινοτήτων μέσα του.

Η πρωτοκαθεδρία του κράτους

Δικαιούται, όμως, να θέτει και όρια σε αυτή την ελευθερία. Εκτός από το ζήτημα του διαστρεβλωμένου ρόλου της πολιτευομένης εκκλησίας και του θρησκευόμενου κράτους, τους ομιλητές απασχόλησε και το θέμα της πρωτοκαθεδρίας του ρόλου του κράτους στην κοινωνία. «Πριν από 126 χρόνια το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ βρέθηκε μπροστά στο εξής δίλημμα: όφειλε να απαλλάξει κατηγορούμενο για διγαμία, επειδή αυτός ήταν Μορμόνος;», έδωσε ένα παράδειγμα του προβληματισμού η Ιφιγένεια Καμτσίδου, εξηγώντας πως η θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να αντιβαίνει στους νόμους του κράτους και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ούτε μπορεί η εκκλησία να έχει μέρος της πολιτικής εξουσίας, όπως γίνεται στην περίπτωση του Άγιου Όρους, όπου όποιος μονάσει εκεί μπορεί να λάβει ελληνική ιθαγένεια, τη στιγμή που η εκκλησία έχει φέρει πλήθος αντιρρήσεων στην αρμοδιότητα του κράτους να παραχωρήσει την ελληνική ιθαγένεια σε παιδιά που μένουν και έχουν μεγαλώσει χρόνια στη χώρα.
Για να έχει, όμως, η εκκλησία και η πολιτεία το ρόλο που αρμόζει στη καθεμία, χρειάζεται να γίνει συνταγματική αναθεώρηση; Ναι και όχι, κατέληξαν οι ομιλητές. Χρειάζεται στο βαθμό που το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο είναι διαπιστωτικό όσον αφορά την επικράτηση του χριστιανικού δόγματος στην Ελλάδα, χρησιμοποιείται από την εκκλησία σαν να είναι ρυθμιστικό, απαιτώντας κατ’ αυτό τον τρόπο να έχει λόγο σε διάφορα κρατικά ζητήματα, όπως πχ για το πώς θα διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία.
Από εκεί και πέρα, όμως, υπάρχουν ένα πλήθος θεμάτων στα οποία θα μπορούσε να νομοθετηθούν οι διακριτοί ρόλοι κράτους και εκκλησίας και δεν απαιτούν την αναθεώρηση του Συντάγματος. «Είναι κομβικής σημασίας ζήτημα να επιλυθούν άμεσα θέματα όπως η καύση των νεκρών, ο λατρευτικός χώρος των μουσουλμάνων στην Αθήνα, τα θρησκευτικά στο σχολείο. Αυτά, όπως και η πλήρης κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, δεν είναι θέματα χωρισμού κράτους-εκκλησίας, ούτε συνταγματικής αναθεώρησης», επισημάνθηκε από τον Κωστή Παπαϊωάννου. Το πρώτο βήμα γίνεται τώρα με τα νέα προγράμματα του μαθήματος των θρησκευτικών, όπου, σύμφωνα με τους ομιλητές, θα δίνεται έμφαση στο ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα, αλλά θα περιλαμβάνονται και οι υπόλοιπες θρησκείες, εστιάζοντας τη διδασκαλία στο πολιτισμικό φαινόμενο των θρησκειών και όχι στην κατήχηση, όπως γίνεται μέχρι σήμερα.

Οι παράγοντες της διαπλοκής και του χρήματος

«Όσο οι πολιτικοί απεχθάνονται τον εναγκαλισμό με την εκκλησία, τόσο και οι κληρικοί απεχθάνονται τον εναγκαλισμό με την πολιτική», τοποθετήθηκε ο μητροπολίτης Ίλιον. Τότε, όμως, γιατί αυτός συνεχίζεται απτόητος;
Πρώτον, «το παλαιό πολιτικό σύστημα εκμεταλλεύεται την εκκλησία ως ιδεολογικό και ψηφοθηρικό μηχανισμό, δηλαδή, ως εξουσιαστικό μηχανισμό. Και η εκκλησία επιδιώκει να εξασφαλίσει τα από το κράτος αναγνωρισμένα προνόμιά της έναντι των άλλων θρησκειών, λειτουργώντας συχνά ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους», είχε εξηγήσει νωρίτερα ο Νίκος Φίλης τις σχέσεις διαπλοκής που επικρατούν.
Και δεύτερον, λόγω πρακτικών και οικονομικών ζητημάτων, που αφορούν το νομικό πρόσωπο που θα λάβει η εκκλησία (δημόσιο ή ιδιωτικό), την περιουσία της εκκλησίας και την κυριότητά της, καθώς σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας, όπως και τη μισθοδοσία του κλήρου, που σε περίπτωση διαχωρισμού θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα για τα «εργασιακά» δικαιώματα των απλών ιερέων, ώστε να μην πέσουν θύματα της δεσποτικής αυθαιρεσίας (ανάλογης της εργοδοτικής).

Τζέλα Αλιπράντη