Ο εξευτελισμός και ο μύθος του σωφρονισμού

Φραντς Κάφκα “Στη σωφρονιστική αποικία” (μτφ. Βασίλης Τσαλής, εκδ. Κίχλη, 2017)

«Σκέψεις τόσο κακές που δεν μπορώ ούτε να τις γράψω», σημειώνει ο Κάφκα στο ημερολόγιό του τον Οκτώβριο του 1914, την εποχή που γράφει τη Δίκη, την Αμερική αλλά και το διήγημα Στη σωφρονιστική αποικία. Στην Ευρώπη σιγά-σιγά αρχίζουν να φυσούν οι άνεμοι του πολέμου που θα σαρώσουν ολόκληρη την ήπειρο: «Πατριωτική παρέλαση. Εγώ στέκομαι και κοιτάζω με την κακία στο βλέμμα μου. Αυτές οι παρελάσεις είναι ένα από τα απεχθέστερα συνοδευτικά φαινόμενα του πολέμου», γράφει (Τα ημερολόγια, μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, εκδ. Εξάντας, 1998).

Με μια τέτοια προσωπική διάθεση και σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο, λοιπόν, ο Φραντς Κάφκα επινοεί την ιστορία της Σωφρονιστικής αποικίας. Σε μια σωφρονιστική αποικία, ο αξιωματικός-δήμιος προετοιμάζει την εκτέλεση ενός κρατούμενου. Η εκτέλεση θα πραγματοποιηθεί σε μια ερημιά, σε ένα φαράγγι, και μοναδικοί παρόντες (σε αντίθεση με το παρελθόν, που η εκτέλεση αποτελούσε κοινωνικό γεγονός και πανηγύρι), θα είναι ο δήμιος, ο κρατούμενος, ο στρατιώτης που τον φυλάει και ένας παρατηρητής: ο «ταξιδιώτης», ο οποίος «δέχτηκε, από ευγένεια και μόνο, την πρόσκληση του διοικητή να παραστεί μάρτυρας στην εκτέλεση ενός στρατιώτη, που καταδικάστηκε σε θάνατο για απείθεια και προσβολή ανωτέρου».
Η εκτέλεση θα γίνει με μια διαβολική μηχανή, που είναι ειδικά κατασκευασμένη για να βασανίζει επί δώδεκα ώρες τον κατάδικο, χαράζοντας στο δέρμα του «την εντολή την οποία παρέβη», και τελικά να τον σκοτώνει. Ο κατάδικος, «πειθήνια υποταγμένος», δεν γνωρίζει καν την ποινή που τον περιμένει και κοιτάζει γεμάτος περιέργεια το μηχάνημα μήπως καταφέρει να καταλάβει τι πρόκειται να του συμβεί.

Η υπακοή ως φονικό εργαλείο

Η μηχανή είναι ένα εργαλείο βασανισμού και εκτέλεσης που έχει στόχο, όχι μόνο την αφαίρεση της ζωής, αλλά και την εκμηδένιση του σώματος καθώς και της αξιοπρέπειας την οποία φέρει. Έτσι, νοσηρό δεν είναι μόνο το μηχάνημα, αλλά και η κάθε λεπτομέρεια της διαδικασίας που ακολουθείται για την εκτέλεση. Η νοσηρότητα, όμως, δεν έγκειται τόσο στη βία όσο στην εξευτελιστικότητα της διαδικασίας. Ο ίδιος ο Κάφκα, σε επιστολή του η οποία αναφέρεται στο κείμενο του H.D. Zimmermann που περιέχεται στο επίμετρο, λέει ότι «το γεγονός ότι εντοπίζετε τον εξευτελισμό με βρίσκει απολύτως σύμφωνο, αυτό είναι εξάλλου το πρίσμα μέσα από το οποίο βλέπω όλα όσα με αφορούν μέχρι τώρα. Προς διασάφηση αυτού του διηγήματος, θέλω να προσθέσω ότι δεν είναι μόνο αυτό εξευτελιστικό, ότι εξευτελιστική είναι σε μεγάλο βαθμό η γενική χρονική συγκυρία και ιδιαίτερα η προσωπική μου συγκυρία».
Όσο κι αν ο ταξιδιώτης μοιάζει κάποιες φορές να οργίζεται για τη βάρβαρη επινόηση με την οποία είναι αντιμέτωπος, ωστόσο το ψυχρό, ψύχραιμο, παγωμένο σχεδόν ύφος στο οποίο διεξάγεται η συζήτηση με τον αξιωματικό-δήμιο μετατρέπει το αδιανόητο σε πιθανό, το ανείπωτο σε ρεαλιστική εκδοχή, καθώς η γραφειοκρατική υπακοή και διεκπεραίωση έχει πια μετατραπεί σε άποψη και τελικά σε φονικό εργαλείο.

Οι πραγματικές σωφρονιστικές αποικίες

Όλο αυτό μπορεί να μοιάζει (και να περιγράφεται πολλές φορές ως) προφητικό, ωστόσο φαίνεται πως πατάει σε πραγματικά γεγονότα. Όπως μας θυμίζει το πλούσιο επίμετρο της ελληνικής έκδοσης, την εποχή εκείνη ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία) είχαν ακόμη «σωφρονιστικές αποικίες», τόπους μακρινούς όπου έστελναν κατάδικους, ποινικούς ή πολιτικούς, και «όπου η ποινή ήταν συνδεδεμένη με την επιδίωξη του αποικισμού ακατοίκητων περιοχών και την υποταγή κατακτημένων χωρών». Στη Γερμανία, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, ξεκίνησε ένας δημόσιος διάλογος σχετικά με την εκτόπιση των καταδίκων, που κορυφώθηκε με την απόφαση της κυβέρνησης να αναθέσει στον νομικό Ρόμπερτ Χάιντλ να επισκεφθεί ορισμένες σωφρονιστικές αποικίες και να παρουσιάσει κατόπιν μια έκθεση με τα συμπεράσματά του. Πράγματι, ο Χάιντλ περιέλαβε τις εμπειρίες του στο βιβλίο Το ταξίδι μου στις σωφρονιστικές αποικίες, που εκδόθηκε το 1912 και ήταν γνωστό στον Κάφκα, ο οποίος γνώριζε και από άλλες πηγές τις σωφρονιστικές αποικίες. Έτσι, πέρα από όλα τα άλλα, το διήγημα αποτυπώνει και την κριτική ματιά του Κάφκα σε ένα άρρωστο σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης.

Ο ανθρωπισμός ως συμβατική συμπεριφορά

Χαρακτηριστικό είναι ότι απέναντι στην πλήρη απανθρωπιά του μηχανήματος και του χειριστή του, οι εκπρόσωποι των όποιων ιδεωδών του διαφωτισμού και του ανθρωπισμού (ο ταξιδιώτης ή ο νέος διοικητής της σωφρονιστικής αποικίας) δεν έχουν ή δεν επιλέγουν να αντιτάξουν παρά μόνο μετρημένες αντιδράσεις, διακριτική ενόχληση, δυσφορία κόσμια πάντα, τελικά αδιαφορία κρυμμένη πίσω από ενοχλημένα σχόλια (ο ταξιδιώτης αποφασίζει απλώς να αποχωρήσει), χωρίς μάλλον να αντιλαμβάνονται ότι με τον τρόπο αυτό γίνονται με μια έννοια συνένοχοι στο έγκλημα. Αυτός ο Ευρωπαίος ταξιδιώτης, διαβάζουμε στο κείμενο του Zimmermann, «θα έρθει αντιμέτωπος με πρακτικές που εφαρμόζονται από Ευρωπαίους, έστω και σε μακρινούς τόπους, τις οποίες προσλαμβάνει ως εξόχως άδικες και απάνθρωπες. Τίθεται σε δοκιμασία ο ανθρωπισμός του ως συμβατική συμπεριφορά, η οποία λειτουργεί μεν ανάμεσα σε καλλιεργημένους ανθρώπους γύρω από ένα τραπέζι τσαγιού, όμως έξω από αυτούς τους πολιτισμένους κύκλους ακυρώνεται. Στη σωφρονιστική αποικία προσκρούει πάνω στα όρια του ευρωπαϊκού πολιτισμού».
Το διήγημα αυτό άργησε να κυκλοφορήσει, καθώς εκδόθηκε το 1919. Σε μια καταγραφή στο ημερολόγιό του, τον Σεπτέμβριο του 1917, σε ένα σημείο όπου λίγο παραπάνω έχει παραθέσει αποσπάσματα από τη Σωφρονιστική αποικία, ο Κάφκα σημειώνει την κραυγή «Να τα σκίσω όλα». Τότε όμως, έτσι κι αλλιώς, έχει αρχίσει πια μια άλλη εποχή. Κάπου εκεί διαγιγνώσκεται η φυματίωση που το 1924 θα τον οδηγήσει στον θάνατο.

Κώστας Αθανασίου