Ο κεντρικός ρόλος του περιφερειακού Τύπου

Του Φιλήμονα Καραμήτσου*

Η δημοσιοποίηση της λίστας των ΜΜΕ που έλαβαν κρατική χρηματοδότηση προκάλεσε δημόσια συζήτηση μεγάλης έντασης για τη σχέση κράτους και ΜΜΕ, αλλά και για τη λειτουργία των ίδιων των μέσων. Σε αυτή τη συζήτηση μοιάζει να τέθηκαν εξ αρχής το σύνολο των θεμάτων που απασχολούν σήμερα τη σχέση της ενημέρωσης και της δημοκρατίας και το ρόλο των κρατικών και οικονομικών εξουσιών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι επανέρχεται στο προσκήνιο ακόμα και ο ορισμός του τι είναι μέσο ενημέρωσης, ποιο είναι εκείνο το υποκείμενο το οποίο σε αυτή τη φάση θα κάλυπτε τους όρους, ώστε να υποδέχεται διαφήμιση κρατικής καμπάνιας, αλλά και, σε δεύτερο επίπεδο, πώς ορίζεται σήμερα η ενημέρωση, η επικοινωνία και ο κοινωνικός τους ρόλος.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό επίσης το ερώτημα «με ποια κριτήρια» δόθηκε η διαφήμιση. Το πιο βασικό ερώτημα όμως σήμερα είναι από πού μπορεί κάποιος να πιάσει το νήμα ώστε να εξετάσει και να αναδείξει τη σχέση της ενημέρωσης, με τα μέσα ενημέρωσης και τη δημοκρατία.

Ο ρόλος που παίζει ο περιφερειακός Τύπος, οι τοπικές εφημερίδες, ίσως να πληροί τα κριτήρια ώστε να αποτελέσει και την απαρχή μεγαλύτερης συζήτησης για τα ΜΜΕ σήμερα στη χώρα μας.
Το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του περιφερειακού Τύπου, που περιλαμβάνει τις καθημερινές και τις εβδομαδιαίες εφημερίδες, έχει δημιουργήσει ένα πρότυπο το οποίο μπορεί να αποτελέσει κύριο παράγοντα στη συζήτηση για τις σχέσεις διαφάνειας μεταξύ κράτους και ενημέρωσης.
Δύο καθοριστικοί νόμοι –ο λεγόμενος και «νόμος Ρουσόπουλου», από το όνομα του τότε υπουργού (2007), και ο πιο πρόσφατος νόμος επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (2017)– έχουν εκσυγχρονίσει το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν οι τοπικές εφημερίδες δημιουργώντας ένα «μητρώο» το οποίο αποτελεί και το προαπαιτούμενο ώστε να έχουν πρόσβαση στις καταχωρίσεις του Δημοσίου. Η ανανέωση της ένταξης στο μητρώο για κάθε εφημερίδα γίνεται ετήσια και εξετάζονται σειρά από υποχρεώσεις τους, όπως είναι η απασχόληση ενός ελαχίστου αριθμού δημοσιογράφων, ένα ελάχιστο τιράζ, τα στοιχεία του εκδότη κ.λπ. Το κυριότερο, όλα πρέπει να αποδεικνύονται μέσα από φορολογικά και ασφαλιστικά στοιχεία, κάτι που δεν συμβαίνει στο μητρώο on line media (2015), το οποίο δεν προβλέπει το πώς εξασφαλίζεται μέσω ασφαλιστικής ενημερότητας για παράδειγμα η απασχόληση των δημοσιογράφων.
Η θέσπιση ενός ελαχίστου θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία της τοπικής εφημερίδας υποδεικνύει και το ρυθμιστικό ρόλο που πρέπει και μπορεί να έχει το κράτος. Γιατί το βασικό ερώτημα πίσω από όλη τη συζήτηση για τα ΜΜΕ, είναι αν το κράτος έχει ρυθμιστικό ρόλο ώστε να προστατεύει και να στηρίζει το αγαθό της ενημέρωσης και της ελευθεροτυπίας ή δεν έχει οπότε αφήνει το χώρο στην ελεύθερη αγορά και τον ανταγωνισμό.
Είναι προφανές ότι ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενο της ενημέρωσης, αφού τότε θα λειτουργούσε ως χειραγώγηση, αλλά με το πλαίσιο εκείνο μέσα στο οποίο ο δημοσιογράφος και το μέσο επιτελούν ελεύθερα το έργο τους στην ενημέρωση.
Εδώ βρίσκεται ο δεύτερος κρίκος της αλυσίδας στην προάσπιση της ελευθερίας του Τύπου, που είναι ο ρόλος και η θέση του δημοσιογράφου. Δεν είναι αυτονόητο στις μέρες μας ότι είναι οι δημοσιογράφοι εκείνοι που παράγουν ελεύθερα το δημοσιογραφικό λόγο συμβάλλοντας στην ενημέρωση. Ένας πολύ μεγάλος χώρος στις ενημερωτικές ιστοσελίδες, για παράδειγμα, που ήρθαν στο επίκεντρο της συζήτησης αυτές τις ημέρες, μοιάζει να κινείται χωρίς δημοσιογράφους. Οι περίφημες «αναρτήσεις» γίνονται ανώνυμα, ενώ συχνά λείπει ακόμα και το όνομα του ιδιοκτήτη από την ταυτότητα της ιστοσελίδας.
Η ρύθμιση συνεπώς του χώρου των ΜΜΕ από το κράτος πρέπει να περιορίζεται σε ένα θεσμικό πλαίσιο που να προστατεύει την ελευθερία της έκφρασης, με όρους όμως διαφάνειας, με επώνυμους εκδότες και δημοσιογράφους και με όρους εργασίας (μισθοί, ασφάλιση κ.λπ.) που να τους επιτρέπουν να την ασκήσουν ελεύθερα και αποτελεσματικά.

Το υποκείμενο είναι ο δημοσιογράφος;

Για να φανεί η υποβάθμιση του ρόλου του δημοσιογράφου και της δημοσιογραφίας, σημειώνεται η σταδιακή απορρύθμιση της δημοσιογραφικής εργασίας από το 2010 και μετά με την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, το χτύπημα στο ασφαλιστικό ταμείο των δημοσιογράφων και την εμπέδωση των ευέλικτων σχέσεων εργασίας που έσπασαν τη σχέση επάγγελμα – μισθός – ασφάλιση.
Με αυτή την ίσως μακροσκελή περιδίνηση στο τι συμβαίνει πίσω από τον κόσμο της ενημέρωσης, αναδεικνύεται το βασικό πρόβλημα σήμερα που είναι η ανάγκη ορισμού του τι είναι μέσο ενημέρωσης και τι επαγγελματική δημοσιογραφία. Αν δεν τα ορίσουμε ξανά μέσα από έναν ανοιχτό στην κοινωνία διάλογο, δεν θα μπορούμε και ποτέ να βρούμε άκρη όταν ανοίγει θέμα επιρροής της εξουσίας, διαφήμισης και εξαρτήσεων.
Αν αυτός ο ορισμός δεν μπορεί να γίνεται με ευκολία, αν δεν μπορεί ο πολίτης να έχει ξεκάθαρη εικόνα για το ποιος του μιλάει και με ποιους στόχους, τότε χάνονται και οι βασικές συνθήκες συμφωνίας για την εγκυρότητα μιας είδησης που είναι η διαφάνεια, η ανεξαρτησία από κάθε φύσεως επιρροές, η γνώση του θέματος, ο σεβασμός στον αναγνώστη και η μέριμνα για την κοινωνική συνοχή και τη δημοκρατία.

Διαφανής και ισότιμη κρατική ενίσχυση

Το ελάχιστο θεσμικό πλαίσιο που έχει απομείνει, όπως είναι το Μητρώο του περιφερειακού Τύπου (αλλά και οι αντίστοιχες ελάχιστες προβλέψεις για τη λειτουργία των καναλιών με το νόμο του 2015 ή ο ρόλος του ΕΣΡ), αν ενισχυθεί και διευρυνθεί με στόχο τη στήριξη του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και την ανεξαρτησία των επιχειρήσεων Τύπου, είναι δυνατόν να ανοίξει και πιο γόνιμους δρόμους.
Ένα εργαλείο προς αυτήν την κατεύθυνση, πρέπει να είναι και η εφαρμογή του νόμου του 2019 επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που προβλέπει την κρατική ενίσχυση του περιφερειακού Τύπου αποδεχόμενος το «γεγονός ότι είναι απαραίτητη η στήριξη και ανάπτυξη των περιφερειακών και τοπικών εφημερίδων, που αποτελούν πυλώνα της δημοκρατίας, της πολυφωνίας, του πολιτισμού και της ποιότητας του δημοσίου διαλόγου».
Ο νόμος αυτός συνδέει την κρατική ενίσχυση με τις θέσεις πλήρους απασχόλησης δίνοντας καθοριστική απάντηση και στο πώς πρέπει να είναι τα κριτήρια της κρατικής διαφήμισης.
Η κυβέρνηση οφείλει, επίσης, σε συνεργασία με την αντιπολίτευση να δώσει παράταση στη δημοσίευση ανακοινώσεων του Δημοσίου στις τοπικές εφημερίδες για δημόσια έργα, προσλήψεις κ.λπ. (η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε δώσει παράταση ως το τέλος του 2020) ως κομβικό ζήτημα για τη διαφάνεια και την ενημέρωση των τοπικών κοινωνιών, αποφεύγοντας και ένα πλήγμα στα έσοδα των εφημερίδων που θα είναι μοιραίο για την επιβίωσή τους.
Τέλος, χρειάζεται να υπάρξει μέριμνα ώστε, μέσω της υπογραφής συλλογικής σύμβασης εργασίας, να υπάρξει ελάχιστη βάση στήριξης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος.

* Ο Φ. Καραμήτσος εργάζεται στον επαρχιακό Τύπο, είναι μέλος της ΕΣΗΕΠΗΝ και έχει διατελέσει μέλος του Γενικού Συμβουλίου της ΠΟΕΣΥ.