Ο κοινωνικός αποκλεισμός και η αναπαραγωγή του

vivlio-astegoi

Το βιβλίο των Ν. Κουραχάνη και Δ. Παπαδοπούλου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα υπό τον τίτλο «Άστεγοι και Κοινωνικός Αποκλεισμός Στην Ελλάδα της Κρίσης» από τις εκδόσεις Τόπος, ασχολείται με μια κατηγορία ανθρώπων που συνήθως η κατάσταση τους προκαλεί έντονη συγκινησιακή φόρτιση στα περισσότερα μελή της κοινωνίας, παρότι η μελέτη της στερείται βάθους χρόνου και συστηματικότητας. Ο εμπλουτισμός του επιστημονικού διαλόγου γύρω από αυτό το κρίσιμο κοινωνικό ζήτημα, κατεύθυνση στην οποία κινείται και το συγκεκριμένο συγγραφικό εγχείρημα, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να γίνουν βήματα προς την απάλυνση των συνεπειών του, καθώς, όπως καταδεικνύει και το βιβλίο, θα ήταν παρακινδυνευμένο να μιλήσουμε για επίλυση έστω και μερική.
Εισαγωγικά το βιβλίο μας φέρνει σε επαφή με θεωρητικές προσεγγίσεις και ερμηνευτικά σχήματα για τον κοινωνικό αποκλεισμό, την κοινωνική ανισότητα και φαινόμενα αναπαραγωγής αυτών. Εξετάζονται ζητήματα όπως τα αίτια χαλάρωσης, και εν τέλη διάρρηξης, του κοινωνικού δεσμού και της αδυναμίας άσκησης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Μολονότι μια σημαντική ιδιαιτερότητα της μελέτης της έλλειψης στέγης είναι η απουσία ενός παγιωμένου μεθοδολογικού πλαισίου, οι συγγραφείς επιχειρούν να αναδείξουν διαθέσιμα μεθοδολογικά εργαλεία άντλησης στοιχείων. Μια καινοτομία που προσθέτει το βιβλίο στη σχετική προβληματική, είναι η απόπειρα ερμηνείας του φαινομένου μέσα από μια διεπιστημονική ματιά, καθώς εξετάζεται σε συνάρτηση με το λειτουργισμό, τον κονστρουκτιβισμό, την ανθρωπολογία και τα νεοτέρα κοινωνικά κινήματα. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, τα κύρια αίτια εκδήλωσης του φαινόμενου είναι δομικά. Αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους συσχετίζοντας το φαινόμενο με την απουσία εισοδήματος λόγω μακροχρόνιας ανεργίας, την ανυπαρξία υποστηρικτικού περιβάλλοντος και την έλλειψη υπηρεσιών υποστήριξης για ευάλωτους ενοικιαστές, στα πλαίσια ενός υπολειμματικού κράτους ευημερίας. Το τελευταίο μέρος του βιβλίου εστιάζει στη διάσταση του φαινομένου στον ελληνικό χώρο, στην επίδραση της οικονομικής κρίσης σε αυτό, καθώς και σε πτυχές των διάφορων προσπαθειών αντιμετώπισης του, δίνοντας έμφαση στη λειτουργία του προγράμματος «Στέγαση και Επανένταξη», και ασκώντας κριτική στις κοινωνικές πολιτικές με χαρακτηριστικά έκτακτης ανάγκης, σαν να πρόκειται για φυσική καταστροφή.
Μια πολύ σημαντική πλευρά του βιβλίου είναι η αποτύπωση της ποιοτικής διάστασης του φαινομένου. Πολλές φορές οι αριθμοί των κοινωνικών στατιστικών που αναφέρονται στη φτώχεια, την ανεργία, την ανισότητα είναι ανατριχιαστικοί, αλλά παραμένουν νούμερα. Στα σύντομα αποσπάσματα των συνεντεύξεων με τους αστέγους που περιέχονται στο βιβλίο, εκτός από το επιστημονικό ενδιαφέρον, ο μέσος αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί την πικρία, την ντροπή, την αγανάκτηση, τη ψυχολογική και ενίοτε σωματική βία και την απελπισία σε αυτούς τους ανθρώπους. Ας κλείσουμε, λοιπόν, με τα λόγια δυο αστέγων που συμμετείχαν στην έρευνα. Μια γυναίκα 47 ετών που έμεινε άστεγη μαζί το γιο της, εξαιτίας της ανεργίας, ανέφερε: «Μας έδιωξαν από το σπίτι και για να βρίσκουμε κάτι να τρώμε στο δρόμο, άρχισα να πουλάω μερικά κοσμήματα που μου είχαν μείνει και ό,τι άλλα πράγματα μπορούσαμε για να βγάλουμε κάποια λεφτά». Και ένας πρώην ελεύθερος επαγγελματίας 54 ετών που έκλεισε την επιχείρησή του και φιλοξενείται περιστασιακά από φίλους εξιστόρησε: «Δεν το έχω συνειδητοποιήσει κι εγώ (πως έμεινα άστεγος). Αν κάτσω και το σκεφτώ και το πάρω στα σοβαρά ίσως τρελαθώ. (…)Τώρα είμαι κάνα πεντάμηνο που μένω σε ένα γνωστό μου, αλλά ντρέπομαι πολύ. Είναι οικογενειάρχης με παιδιά κι έχουν κι εμένα μέσα στα πόδια τους. Πότε κοιμάμαι στο υπνωτήριο και πότε τους λέω ότι θα κοιμηθώ στο υπνωτήριο και κοιμάμαι στο δρόμο. Το τελευταίο είναι μαρτύριο. Δεν κλείνεις μάτι από το φόβο».
Ας ελπίσουμε ότι το εμπεριστατωμένο επιστημονικό και κοινωνικό ενδιαφέρον των συγγραφέων θα ωθήσει σε τροχιά βελτίωσης τις μεταλλαγμένες από την κρίση κοινωνικές πολιτικές του ελληνικού κράτους για την έλλειψη στέγης, όπως και θα ευαισθητοποιήσει τις πολιτικές ηγεσίες, τους επαγγελματίες και τα στελέχη των κοινωνικών υπηρεσιών αλλά και τους ενεργούς πολίτες.

Παναγιώτης Καρλαγάνης