Ο Οιδίπους του Ρόμπερτ Γουίλσον στην Επίδαυρo

Μετά το Τeatro Grande στο Αρχαιολογικό Πάρκο της Πομπηίας, πέρυσι το καλοκαίρι, η παράσταση ανέβηκε στο Teatro Olimpico στη Βιντσέτσα, στο πρώτο μόνιμο θέατρο της Ευρώπης που το 1585 ξεκίνησε τη λειτουργία του ακριβώς με τον Οιδίποδα του Σοφοκλή.


«Ποτέ δεν έχω δει κάτι πιο ωραίο στη ζωή μου από τότε που γεννήθηκα, με καμιά  παράσταση δεν μπορεί να συγκριθεί, γιατί είναι η αφυπνισμένη ζωή αλλά και η ζωή με τα μάτια κλειστά, την ίδια στιγμή, […] είναι  η πραγματικότητα ανακατεμένη με το όνειρο, είναι αυτό που οι σουρεαλιστές ονειρευτήκαμε να γεννηθεί μετά από μας,  το ανεξήγητο όπως εκφράζεται στο βλέμμα του κωφού» είχε γράψει ο Λουί Αραγκόν στον φίλο του Αντρέ Μπρετόν, τον Ιούνιο του 1971, γι’ αυτήν την όπερα της σιωπής αφού είχε δει το Βλέμμα του κουφού, στο Παρίσι, μια από τις πρώτες εμβληματικές παραστάσεις του Μπομπ Γουίλσον, συνοψίζοντας έτσι μερικά από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά του θεάτρου του.  Ο γεννημένος στο Τέξας, το 1941, Ρόμπερτ Γουίλσον σπούδασε ζωγραφική και αρχιτεκτονική και από μικρός αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα δυσλεξίας. Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, μαζί με  τους/τις, μεταξύ άλλων, Ρίτσαρντ Φόρμαν, Μέρεντιθ Μονκ, Πήτερ Σούμαν και  Λουσίντα Τσάιλντς με την οποία ο Γουίλσον μοιράζεται καλλιτεχνικές επιλογές και μια επίσης εμβληματική παράσταση, την Einstein in the beach,  συνδιαμόρφωσαν την πρωτοποριακή σκηνή της Νέας Υόρκης. Ο Γουίλσον, εναλλάσσοντας μεγάλες παραστάσεις, κάποιες πολύωρες ή πολυήμερες, όπως τη διάρκειας 7 ημερών στο Σιράζ, με μικρές περφόρμανς που είναι πιο κοντά στις εικαστικές τέχνες, δημιούργησε ένα θέατρο μακριά από το νατουραλισμό και το ψυχολογικό δράμα. «Δεν υπάρχει βλέμμα, ούτε χώρος χωρίς το φως» έχει πει. «Και χωρίς φως δεν υπάρχει χώρος, χωρίς χώρο δεν υπάρχει χρόνος. Χώρος και χρόνος συνυπάρχουν. Για μένα ο χρόνος είναι μια κάθετη γραμμή που ανεβαίνει ως τον ουρανό και κατεβαίνει έως το κέντρο της γης. Ο χώρος είναι μια οριζόντια γραμμή. Αυτή η διατομή, η ένταση ανάμεσα στον χρόνο και το χώρο αποτελεί την αρχιτεκτονική των πάντων». Η μουσική, το φως, οι χειρονομίες διαχωρίζονται από την ηθοποιία. Οι κινήσεις είναι ανεξάρτητες από το κείμενο. «Συχνά οι θεατές έρχονται στην παράσταση προετοιμασμένοι να ακούσουν μια ιστορία, έτσι μπερδεύονται στη δική μου. Εγώ ασχολούμαι με το φως και τη σκιά». Η σκοτεινότητα, άλλωστε, είναι για τον σκηνοθέτη και το κεντρικό θέμα του Οιδίποδα. Η σκηνή είναι βουτηγμένη στο μπλε της νύχτας, υπό τους ήχους του σαξόφωνου του Ντίκι Λάντρι και η τραγωδία παρουσιάζεται μέσα από tableau vivant. Τη γνωστή ιστορία –ο Οιδίποδας σκότωσε, χωρίς να το γνωρίζει, τον πατέρα του και παντρεύτηκε τη μητέρα του–,  την  αφηγούνται δύο «μάρτυρες»:  Η εξαιρετική  Άνγκελα Βίνκλερ, που τη θυμόμαστε από τη Χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, ενώ στην Επίδαυρο η δεύτερη «μάρτυρας» θα είναι η Λυδία Κονιόρδου. Δεν υπάρχουν διάλογοι, οι ηθοποιοί αφηγούνται το κείμενο σε έξι γλώσσες: ελληνικά, ιταλικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, λατινικά. Στο Olimpico, κατά στιγμές, όταν ακούγονταν οι χρησμοί του Μαντείου, λωρίδες φωτός  έσχιζαν το σκοτάδι που κρύβει και την αλήθεια από τον Οιδίποδα, ενώ οι ηθοποιοί ως ανάγλυφα στο προσκήνιο ή ως ζωντανά αγάλματα, πλαισίωναν τον σαστισμένο και σιωπηλό Οιδίποδα, που τυφλός πια αρχίζει να βλέπει,  τον οποίο ερμηνεύει ο Μιχάλης Θεοφάνους. Στην Επίδαυρο, η παράσταση πιθανότατα θα στηθεί διαφορετικά, όπως άλλωστε και σε όλα τα θέατρα στα οποία παρουσιάστηκε την προηγούμενη χρονιά. Η Anna Bandettini, στη Repubblica, αναφέρθηκε στην ισχυρή  διαίσθηση του Γουίλσον, ο οποίος βλέπει την κλασική τραγωδία ως απόμακρη σκιά που αγγίζει όμως το χώρο της συνείδησής μας.

Στις 21 και 22 Ιουνίου, στις 9μμ, στο Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου.      

 

Σοφία Ξυγκάκη