Ο ρόλος και η λειτουργία της δικαστικής εξουσίας

karidis

Του Βασίλη Καρύδη*

Το τελευταίο διάστημα, γι άλλη μια φορά, το ζήτημα του ρόλου και της λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας έχει τεθεί με ένταση στο κέντρο της πολιτικής-κομματικής αντιπαράθεσης. Φοβάμαι με τρόπο ανεύθυνο και αποπροσανατολιστικό, αν όχι και επιζήμια δημαγωγικό.
Την ίδια στιγμή, κατά ένα παράδοξο τρόπο, δύο υποθέσεις που σε άλλους —πρόσφατους— καιρούς μπορεί να είχαν μείνει στα «αζήτητα» περιθωριακών διαμαρτυριών, έχουν δικαίως ανοίξει ένα σοβαρό δημόσιο διάλογο ως προς τα ζητούμενα και τα επίδικα μιας ζώσας δημοκρατίας και μιας δρώσας κοινωνίας. Οι περιπτώσεις της Ηριάννας Β. Λ. και του Τάσου Θεοφίλου συμπυκνώνουν συγκεκριμένες παθογένειες του θεσμικού πλαισίου και γνωστές δυσλειτουργίες του ποινικού συστήματος, που είχαν με έντονο τρόπο επισημανθεί κατά το παρελθόν, αλλά εν τω μεταξύ οι επικρίσεις λησμονήθηκαν ως εμμονές κάποιων αφελών σχολαστικών ή και δόλιων ιδεοληπτικών. Ενόψει της συγκεκριμένης συγκυρίας, αναδεικνύονται πάλι κρίσιμες παράμετροι του (έστω ρητορικά) ευρωπαϊκού «κεκτημένου», που αποτελούν και «δικαιοκρατικά ζητούμενα». Συγκεκριμένα:

Μεταστροφή του εκκρεμούς

Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι, ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του ‘70 (και όχι για πρώτη φορά λόγω της 11ης Σεπτεμβρίου 2001), το Ποινικό Δίκαιο παρουσίασε μια ιδιαίτερη εξέλιξη σε ολόκληρη τη Δυτική Ευρώπη, που διατρέχει στον ίδιο βαθμό το ουσιαστικό και το δικονομικό ποινικό δίκαιο και βρίσκει την έκφραση της σε μια σκλήρυνση της αντεγκληματικής πολιτικής, επιδιώκοντας μάλιστα τη συναίνεση του κοινωνικού σώματος. Στην ουσία πρόκειται για την μεταστροφή του «ποινικού εκκρεμούς» από ένα φιλελεύθερο μοντέλο καταστολής κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες προς ένα αυταρχικό μοντέλο κατά τα τελευταία σαράντα χρόνια μέσω της εργαλειακής χρήσης του «τρομοκρατικού εγκλήματος», όπου μέτρα δυσμενέστερης μεταχείρισης των φερομένων ως τρομοκρατών επεκτείνονται σταδιακά σε ευρύτερες ομάδες υπόπτων ή κατηγορουμένων πολιτών. Οι τελευταίοι, ιδίως μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, υπόκεινται όλο και περισσότερο σ’ ένα απρόβλεπτο σύστημα θεσμικής απροσδιοριστίας ως προς τον ποινικό έλεγχο του φρονήματος αλλά και την εξασφαλιστική και εγγυητική λειτουργία των θεσμών.
Η ελληνική εμπειρία είναι πολύ χαρακτηριστική γι αυτή τη διαδικασία μετατόπισης προς το αυστηρότερο . Θυμίζω ότι κατά την πρώτη περίοδο της εισαγωγής στη Δ. Ευρώπη ειδικών νομοθεσιών σ’ αυτή την κατεύθυνση, θεσπίστηκε και στην Ελλάδα ειδική αντιτρομοκρατική νομοθεσία σε δύο περιπτώσεις (1978 και 1990), η οποία, όμως, και τις δύο φορές καταργήθηκε στη συνέχεια (το 1983 και το 1993 αντίστοιχα), καθώς συνάντησε σοβαρή πολιτικοκοινωνική αντίδραση, αρνητική κριτική από τη θεωρία, αλλά και την επιφυλακτικότητα των δικαστηρίων κατά την εφαρμογή της. Η κατάσταση μεταβλήθηκε σημαντικά κατά τη δεύτερη και σκληρότερη περίοδο αντιτρομοκρατικής θωράκισης, καθώς ψηφίστηκε χωρίς σοβαρές αντιδράσεις ο χωρίς προσχήματα «αντιτρομοκρατικός νόμος» 3251/2004, με αποτέλεσμα μία πρωτοφανή διεύρυνση του αξιοποίνου πάνω σε αόριστη βάση ως προς το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό. Η περίπτωση της δικανικής μεταχείρισης της Ηριάννας Β.Λ. δικαιώνει τους φόβους που τότε διατυπώθηκαν, καθώς φαίνεται ότι οι τέτοιου είδους ρυθμίσεις σκοπιμότητας του κοινού νομοθέτη αντιμετωπίζονται από τους εφαρμοστές του δικαίου ως κανονιστικά θέσφατα που μάλιστα αναβαθμίζονται μέσω της ερμηνευτικής δικαστικής νομιμοποίησης.

Επικίνδυνη υπεραπλούστευση

Τέτοιου είδους σκέψεις, όμως, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια επικίνδυνη υπεραπλούστευση σχετικά με την ουτοπία της διάκρισης των εξουσιών, τη στενά ταξική λειτουργία του ποινικού συστήματος, την πολιτικοϊδεολογική και λειτουργική εξάρτηση του δικαστικού σώματος από την εκτελεστική εξουσία. Μια τέτοια παραδοχή αγνοεί με ακραία σχηματικό τρόπο ότι όχι μόνο η ιδεολογία και η δομή διαρκώς αλληλεπιδρούν, αλλά επίσης ότι αυτή η μεταξύ τους αλληλεπίδραση εξαρτάται και από τα κάθε φορά κοινωνικά συμφραζόμενα των ιδιαίτερων περιστάσεων. Αυτή η διαδραστική συνάφεια μεταξύ ιδεολογίας, κουλτούρας, δομής και περιστάσεων ορίζει εντέλει τα βασικά χαρακτηριστικά του ποινικού συστήματος στην ιστορική συγκυρία. Ακόμη και αν αποτελεί μέρος της «κανονικότητας των συμπεριφορών» του δικαστικού σώματος σ’ ένα διαμορφωμένο ευρύ κοινωνικό περίγραμμα, κάθε δικαστής καλείται ταυτόχρονα ως αυθύπαρκτη προσωπικότητα να λάβει κρίσιμες αποφάσεις σε συγκεκριμένες κάθε φορά περιπτώσεις που αφορούν πραγματικούς ανθρώπους. Αυτό, άλλωστε, υποδηλώνει η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου στην υπόθεση Θεοφίλου.
Καταλήγοντας, θεωρώ ότι τα χαρακτηριστικά και η ποιότητα της δικαιοδοτικής διαδικασίας δεν επιβάλλονται μηχανιστικά μόνο με τη θέσπιση ποινικών διατάξεων ούτε εντέλλονται με αφηρημένο διακηρυκτικό τρόπο στους δικαστικούς λειτουργούς και τη συλλογική κοινωνική συνείδηση. Η «δικαιοκρατική κουλτούρα» συγκροτείται σταδιακά, διαμορφώνει νοοτροπίες και διαμορφώνεται απ’ αυτές, οικοδομείται διαλεκτικά μέσω των θεσμών, αλλά κυρίως της καθημερινής τρέχουσας εφαρμογής τους. Παραίτηση από το ζητούμενο αυτό θα σήμαινε αμαχητί παράδοση δύο αιώνων νομικού και πολιτικού πολιτισμού. Όπως επισημαίνει εύστοχα ο Ζ. Μπάουμαν: «Η δικαιοσύνη σημαίνει πάντα να επιθυμείς περισσότερη δικαιοσύνη»

* Ο Βασίλης Καρύδης είναι Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου